Με την υπ’ αρ. 2777/2024 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Τμήμα ΙΓ’) κρίθηκε ότι από την συνδυαστική θεώρηση του συνόλου των ρυθμίσεων του αρ. 372 του ν.4412/2016, όπως ισχύει, ιδίως δε από τη διατύπωση της παρ. 6 αυτού, όπου δίδεται έμφαση στην έννοια του αρμόδιου δικαστηρίου κατά την άσκηση της αίτησης και την έκδοση της προσωρινής διαταγής, συνάγεται ότι -και υπό το ισχύον καθεστώς- η κατάθεση του ενιαίου ενδίκου βοηθήματος αίτησης αναστολής/ακύρωσης γίνεται στο αρμόδιο δικαστήριο. Με τα δεδομένα αυτά, το υπό κρίση δικόγραφο, στο οποίο σωρεύεται αίτηση ακύρωσης και αναστολής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 372 του ν.4412/2016 και το οποίο απευθύνεται ρητώς στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, μη νομίμως κατατέθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως δημόσια αρχή, κατ’ εφαρμογή του αρ. 19 παρ. 2 και 3 του π.δ. 18/1989, προκειμένου να διαβιβαστεί στο αρμόδιο Δικαστήριο των Αθηνών, όπου και περιήλθε εννέα μέρες μετά.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης:
Αριθμός απόφασης: 2777/2024
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα ΙΓ΄
ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2024 με την εξής σύνθεση: Ελένη Δημοπούλου, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Λαμπρινή Φακίτσα (εισηγήτρια), Βασιλική Κουρή, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τη …, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης/ακύρωσης με αριθμό καταχώρησης ΑΚ 1799/23.10.2024
της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (ΙΚΕ) με την επωνυμία «…» και με τον δ.τ «…», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη …, για την οποία παραστάθηκε, με δήλωση, κατ΄άρθρο 33 παρ. 6 του π.δ. 18/1989 (Α 8), ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, διορισμένος με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,
κατά: 1) της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.), η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός Δώρου 7-9), για την οποία παραστάθηκε με δήλωση, κατ΄άρθρο 33 παρ. 6 του π.δ. 18/1989 (Α 8), η δικηγόρος Αθηνών Σταυρούλα Καρατζά, διορισθείσα αρμοδίως με πάγια κατατεθείσα στο Δικαστήριο εξουσιοδότηση, και 2) του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία «ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ (Δ.Ε.Π.ΑΝ.)», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφόρος Γαλατσίου αρ. 3), για το οποίο παραστάθηκε η δικηγόρος Αθηνών Άννα Σταυριανουδάκη, διορισμένη με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Άσκησαν παρέμβαση: α) η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «Π2Κ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΙΚΕ», που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής (Λεωφ. Γέρακα αρ. 29) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Βασίλειος Χατζηγιαννάκης, διορισμένος με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και β) η ετερόρρυθμη εταιρεία «ΠΑΝΕΛΛΑ ΖΗΝΟΒΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε.», η οποία εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής (επί της οδού Χαριουπόλεως αρ.4) όπως νομίμως εκπροσωπείται, για την οποία παραστάθηκε, με δήλωση, η δικηγόρος Αθηνών Αγάθη Συρίδου, εξουσιοδοτηθείσα με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Με την αίτηση ζητείται η ακύρωση των 1377/2024 και 1380/2024 αποφάσεων της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.
Η εκδίκαση άρχισε με συνοπτική αναφορά της Εισηγήτριας Εφέτη Δ.Δ., Λαμπρινής Φακίτσα, στην έκθεση του άρθρου 22 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α’ 8). Κατόπιν, το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της παρεμβαίνουσας «Π2Κ», που ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφτηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης/αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 372 του ν.2214/2016, καταβλήθηκε παράβολο ύψους 250 ευρώ (σχετ. το 5966633 διπλότυπο είσπραξης ΚΕ.Β.ΕΙΣ.Θεσσαλονίκης), που αντιστοιχεί στο ήμισυ του κατ΄ελάχιστον κατά νόμο οφειλόμενου ποσού, ενόψει της εκτιμώμενης αξίας της συμβάσεως συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (443.156,81 ευρώ).
2. Επειδή, με την με ΑΔΑΜ: 24PROC014210648 2024-02-02 Διακήρυξη, που εξέδωσε με την ιδιότητα της αναθέτουσας Αρχής το ν.π.ι.δ. «Δ..Ε.Π.ΑΝ» που εδρεύει στην Αθήνα, προκηρύχθηκε ανοικτός, διεθνής, ηλεκτρονικός διαγωνισμός για την ανάθεση της σύμβασης «Βελτίωση Αθλητικών Εγκαταστάσεων Δήμου Χίου (ΥΠΟΕΡΓΟ 10)» συνολικής εκτιμώμενης αξίας 443.156,81 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Κύριος και δικαιούχος του έργου ορίζεται η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου. Μεταξύ του Δ.Ε.Π.ΑΝ, της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και του Δήμου Χίου έχει υπογραφεί η από 21.7.2023 σχετική προγραμματική σύμβαση. Η προκήρυξη της σύμβασης απεστάλη με ηλεκτρονικά μέσα για δημοσίευση στην υπηρεσία εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1.2.2024 ενώ το πλήρες κείμενο της Διακήρυξης αναρτήθηκε στο ΚΗΜΔΗΣ στις 2.2.2024 καθώς και στο ΕΣΗΔΗΣ, μέσω του οποίου διενεργείται ο διαγωνισμός, λαμβάνοντας α/α 340257. Ως κριτήριο ανάθεσης της σύμβασης ορίστηκε η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει τιμής. Καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών ορίστηκε η 5η.3.2024. Στον διαγωνισμό συμμετείχαν τέσσερις οικονομικοί φορείς, ήτοι η αιτούσα, οι δύο παρεμβαίνουσες και ο φορέας «…». Μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών συμμετοχής και των τεχνικών προσφορών των διαγωνιζομένων, κατά τον οποίο κρίθηκε απορριπτέα μόνο η προσφορά του τελευταίου αναφερομένου οικονομικού φορέα, η Επιτροπή του Διαγωνισμού ήλεγξε τις οικονομικές προσφορές των λοιπών τριών συμμετεχόντων, τις οποίες έκρινε αποδεκτές, κατατάσσοντάς τες με την εξής σειρά μειοδοσίας : 1η η αιτούσα, 2η η παρεμβαίνουσα ΠΑΝΕΛΛΑ ΖΗΝΟΒΙΑ ΣΙΑ Ε.Ε., 3η η επίσης παρεμβαίνουσα Π2Κ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΙΚΕ. Ακολούθως, εισηγήθηκε την ανάδειξη της αιτούσας ως προσωρινής αναδόχου. Το ως άνω Πρακτικό Νο 1 εγκρίθηκε με την 2/Δ.Σ.8/2024 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναθέτουσας Αρχής. Στη συνέχεια, με την 31/Δ.Σ.17/2024 απόφαση του ιδίου οργάνου αποφασίστηκε η οριστική κατακύρωση του διαγωνισμού στην αιτούσα. Κατά της ανωτέρω απόφασης, στην οποία ενσωματώθηκαν όλες οι προηγούμενες πράξεις του διαγωνισμού, ασκήθηκαν δύο προδικαστικές προσφυγές. Η μία από την αιτούσα (η από 29.7.2024 με ΓΑΚ ΕΑΔΗΣΥ 1117/31.7.2024) με την οποία αυτή στράφηκε κατά των προσφορών των δύο έτερων ανταγωνιστών της, και η οποία απορρίφθηκε εν συνόλω με την 1380/2024 απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ. Η έτερη προσφυγή ασκήθηκε από την εταιρεία Π2Κ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΙΚΕ (η από 24.7.2024 με ΓΑΚ ΕΑΔΗΣΥ 1086/25.7.2024) και έβαλε κατά της προσφοράς της εδώ αιτούσας. Με την 1377/2024 απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ έγινε δεκτή η τελευταία αυτή προσφυγή και κρίθηκε απορριπτέα η προσφορά της αιτούσας, κατ΄αποδοχή της αιτίασης ότι παρέλειψε να δηλώσει στο ΕΕΕΣ της ότι προτίθετο να αναθέσει την εκτέλεση συγκεκριμένου τμήματος της σύμβασης σε τρίτη εταιρεία (…) υπό τη μορφή υπεργολαβίας και όχι υπό τη μορφή στήριξης στις ικανότητές της, όπως δηλώθηκε. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση η ΕΑΔΗΣΥ έκρινε ως αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων που αφορούσαν τα δικαιολογητικά κατακύρωσης της αιτούσας, ως προς τα οποία θα εφαρμοζόταν, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 103 του ν.4412/2016, όπως διελήφθη στην απόφαση. Οι παραπάνω αποφάσεις της ΕΑΔΗΣΥ εκδόθηκαν αμφότερες στις 3.10.2024 και κοινοποιήθηκαν διά ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αιτούσα, όπως η ίδια εκθέτει, η μεν 1337/2024 αυθημερόν (3.10.24), η δε 1380/2024 στις 4.10.2024.
3. Επειδή, προς ακύρωση των βλαπτικών γι’ αυτήν κρίσεων που διατυπώθηκαν στις δύο προεκτεθείσες αποφάσεις της ΕΑΔΗΣΥ, η αιτούσα, κατέθεσε στις 14.10.2024 στην Γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το υπό κρίση δικόγραφο, που επιγράφεται «αίτηση ακύρωσης-αναστολής (κατ΄άρθρο 372 του ν.4412/2016 και 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύουν)» και απευθύνεται στο παρόν Δικαστήριο («Ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών»). Το δικόγραφο έλαβε αριθμό καταχώρησης εισερχομένων στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης ΓΠ 13498/14.10.2024 και ακολούθως με το ΓΠ 13504/15.10.2024 έγγραφο διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο τούτο, όπου και περιήλθε στις 23.10.2024, οπότε και έλαβε αριθμό καταχώρησης ΑΚ 1799/23.10.2024. Τα ανωτέρω προκύπτουν από μεν την έκθεση κατάθεσης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που υπογράφεται από τον υπογράφοντα (το δικόγραφο) δικηγόρο Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και την παραλαβούσα Γραμματέα …, το δε από την πράξη κατάθεσης/περιέλευσης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία υπογράφεται από τη Γραμματέα … με την ένδειξη «περιήλθε» στη θέση της υπογραφής του καταθέτη. Αμφότερες οι πράξεις έχουν επισυναφθεί στο πρωτότυπο δικόγραφο της αιτήσεως.
4. Επειδή, η αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ (Δ.Ε.Π.ΑΝ.)», που έχει συσταθεί με βάση το άρθρο 101 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Επιχειρήσεων Δήμων και Περιφερειών (με αρ. 61/2017) και έχει ως σκοπό την υποστήριξη της τοπικής αυτοδιοίκησης προς υλοποίηση των αναπτυξιακών έργων και δράσεων των φορέων της, συνιστά οργανισμό δημοσίου δικαίου και αναθέτουσα αρχή, κατά το άρθρο 2 του ν. 4412/2016 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ.2 του ν.4735/2020 (Α΄197). Επομένως, ο επίδικος διαγωνισμός, που προκηρύχθηκε από την ανωτέρω αναθέτουσα Αρχή, ως εκ του αντικειμένου του (σύμβαση έργου) και του ύψους της προϋπολογισθείσας αξίας του (378.766,50 ευρώ χωρίς ΦΠΑ), που υπολείπεται των κατώτατων ορίων της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, δεν εμπίπτει μεν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής αυτής και, συνεπώς, και της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ, διέπεται όμως από τις ρυθμίσεις των βιβλίων Ι και ΙV (άρθρα 345-374) του ν. 4412/2016, καθώς και από τις επιταγές και τις ερμηνευτικές κατευθύνσεις των ανωτέρω οδηγιών χάριν της διασφάλισης της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών διατάξεων (ΣΕ 289/2024, 1939/2022). Τέλος, το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπο και καθ’ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης.
5. Επειδή, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αίτηση πλήττεται, εκτός από την 1377/2024 απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ, με την οποία έγινε δεκτή προδικαστική προσφυγή της πρώτης παρεμβαίνουσας, και η 1380/2024 απόφαση της ίδιας Αρχής, καθ’ό μέρος με αυτήν απορρίφθηκε η προδικαστική προσφυγή της αιτούσας κατά των ανταγωνιστριών της και διατηρήθηκε σε ισχύ η 31/Δ.Σ.17/2024 πράξη της αναθέτουσας Αρχής, νομίμως, καταρχήν, παραστάθηκε, κατά την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την ΕΑΔΗΣΥ, και η αναθέτουσα Αρχή. Εξάλλου, μετ΄εννόμου συμφέροντος και εν γένει παραδεκτώς άσκησαν παρέμβαση οι δύο προαναφερόμενες εταιρείες.
6. Επειδή, στον Τίτλο 3 του Βιβλίου IV “Έννομη προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων” του ν. 4412/2016, και δη στο άρθρο 372 αυτού (‘Δικαστική προστασία στο στάδιο που προηγείται της σύναψης της σύμβασης’), όπως οι κρίσιμες διατάξεις ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 (Α΄ 36) [με έναρξη ισχύος μετά την 1.9.2021, κατ΄άρθρο 142 παρ. 1 περ. β΄ του νόμου αυτού], ορίζονται τα εξής: «1. Όποιος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και υφίσταται ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από ενδεχόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί δημόσιων συμβάσεων, μπορεί, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ακύρωσης των αποφάσεων της ΑΕΠΠ. …. (…). 2. (…) 3. Αρμόδιο για την εκδίκαση των υποθέσεων του παρόντος είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής. Κατ’ εξαίρεση, (…), εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. 4. Η αίτηση ασκείται εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης της ΑΕΠΠ ή από την παρέλευση της προθεσμίας για την έκδοση απόφασης, (…). Η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δεν πρέπει να απέχει πέραν των εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση του δικογράφου. Ο Πρόεδρος του αρμόδιου Τμήματος ορίζει με πράξη του τον εισηγητή, καθώς και την ημέρα και την ώρα εκδίκασης της αίτησης. Αντίγραφο της αίτησης με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την ΑΕΠΠ (ΕΑΔΗΣΥ), την αναθέτουσα αρχή, αν δεν έχει ασκήσει αυτή την αίτηση, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο, την κλήτευση του οποίου διατάσσει με πράξη του ο Πρόεδρος ή ο προεδρεύων του αρμόδιου Δικαστηρίου ή Τμήματος έως την επόμενη ημέρα από την κατάθεση της αίτησης. Ο αιτών υποχρεούται επί ποινή απαραδέκτου του ενδίκου βοηθήματος να προβεί στις παραπάνω κοινοποιήσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) ημερών από την έκδοση και την παραλαβή της ως άνω πράξης του Δικαστηρίου. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ως άνω κοινοποίηση της αίτησης κατατίθεται η παρέμβαση και διαβιβάζονται ο φάκελος και οι απόψεις των παθητικώς νομιμοποιούμενων. Εντός της ίδιας προθεσμίας κατατίθενται στο Δικαστήριο και τα στοιχεία που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επιπρόσθετα, η παρέμβαση κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος στα λοιπά μέρη της δίκης εντός δύο (2) ημερών από την κατάθεσή της, αλλιώς λογίζεται ως απαράδεκτη. Το διατακτικό της δικαστικής απόφασης εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση της αίτησης της παραγράφου 1 ή από την προθεσμία για την υποβολή υπομνημάτων. 5. Για την άσκηση της αίτησης οι οικονομικοί φορείς καταβάλλουν παράβολο … 6. Η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου της παραγράφου 3 κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 7 το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. Επίσης, η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης κωλύουν την πρόοδο της διαδικασίας ανάθεσης για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από την άσκηση της αίτησης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 7 το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. 7. Μέχρι την παρέλευση της εκ του νόμου αναστολής της προόδου της διαδικασίας κατά την παράγραφο 6, και εφόσον έχουν γίνει προσηκόντως οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 4 κοινοποιήσεις της αίτησης, ο Πρόεδρος Εφετών του οικείου Διοικητικού Εφετείου ή ο Εφέτης που αυτός ορίζει, καθώς και ο Πρόεδρος ή ο προεδρεύων της Ολομέλειας ή του οικείου σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας αντίστοιχα, αποφαίνονται επί του αιτήματος αναστολής με προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία.(…)(…). 8. Το αίτημα αναστολής γίνεται δεκτό, εφόσον (…) . Το Δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. (…). 9. … 10. … … 12. … … 13. Με την επιφύλαξη του παρόντος νόμου, για την εκδίκαση των διαφορών του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 18/1989”.
7. Eπειδή, στο άρθρο 19 του Π.Δ. 18/1989 (Α΄8) ορίζεται ότι: «1. Η κατάθεση του δικογράφου γίνεται με την παράδοση του πρωτοτύπου στη Γραμματεία και την άμεση καταχώριση…σε ειδικό βιβλίο στο οποίο υπογράφει ο καταθέτης. 2. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή. … Το δικόγραφο όμως καταχωρίζεται στο πρωτόκολλο της αρχής. Για την κατάθεση συντάσσεται στο σώμα του δικογράφου πράξη με τον αριθμό του πρωτοκόλλου και τη χρονολογία, την οποία υπογράφουν ο υπάλληλος που παρέλαβε το δικόγραφο και ο καταθέτης. 3. Το δικόγραφο αποστέλλεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και καταχωρίζεται στο παραπάνω βιβλίο, όπου και αναφέρονται τα στοιχεία του διαβιβαστικού εγγράφου στη θέση της υπογραφής του καταθέτη. 4. …».
8. Επειδή, άλλωστε, το άρθρο 372 του ν. 4412/2016, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, τροποποιηθέν με τα άρθρα 27 ν.4491/2017 (Α΄ 152) και 43 παρ.45 του ν.4605/2019 (Α΄ 52) προέβλεπε ότι: «1.΄Οποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της Α.Ε.Π.Π. και την ακύρωσή της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου της έδρας της αναθέτουσας αρχής [ή του ΣτΕ], 2. […], 3. […]. 4. Η άσκηση της αίτησης αναστολής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση της αίτησης ακύρωσης. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης επί της προδικαστικής προσφυγής και συζητείται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της. […]». Ομοίως, κατά το οικείο προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, και δη στο άρθρο 3 (παρ.3) του ν. 2522/1997 (ΦΕΚ Α’ 178) «Δικαστική προστασία κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης συμβάσεως δημόσιων έργων, κρατικών προμηθειών και υπηρεσιών σύμφωνα με την οδηγία 89/665 Ε.Ο.Κ.», προβλεπόταν ότι «3. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προσφυγής». Αντιστοίχως, στο άρθρο 5 του ν. 3886/2010 «Δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων – Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ …» (Α΄173) οριζόταν ότι «1. Η Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής».
9. Επειδή, με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 αναμορφώθηκε το ειδικό δικονομικό σύστημα της έννομης προστασίας στον τομέα των προσυμβατικών διαφορών, με κύριο χαρακτηριστικό την υποχρεωτική σώρευση σε ενιαίο δικόγραφο της αίτησης αναστολής εκτέλεσης και της αίτησης ακύρωσης (ΣΕ 444/2022 σκ.24), «για λόγους δικονομικής απλοποίησης και επιτάχυνσης της διαδικασίας» κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου. Από την συνδυαστική θεώρηση του συνόλου των ρυθμίσεων του αρ. 372 του ν.4412/2016, όπως ισχύει μετά την ως άνω αναμόρφωση, ιδίως δε από τη διατύπωση της παρ. 6 αυτού, όπου δίδεται έμφαση στην έννοια του αρμόδιου δικαστηρίου κατά την άσκηση της αίτησης και την έκδοση της προσωρινής διαταγής, συνάγεται ότι -και υπό το ισχύον καθεστώς- η κατάθεση του ενιαίου ενδίκου βοηθήματος αίτησης αναστολής/ακύρωσης γίνεται στο αρμόδιο δικαστήριο. Τούτο αποτελεί λογική συνέχεια των προϊσχυσασών ρητών προβλέψεων των νόμων 2522/1997, 3886/2010 και της αρχικής μορφής του άρθρου 372 ν. 4412/2016, σύμφωνα με τις οποίες η αντίστοιχη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων/αναστολής κατετίθετο «στο αρμόδιο δικαστήριο», μη καταλειπομένης δυνατότητας συμπληρωματικής εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (ΕΑ 514/2009). Η μη ρητή επανάληψη της συγκεκριμένης πρόβλεψης δεν είναι ικανή από μόνη της να στηρίξει τη σκέψη ότι ο νομοθέτης απέβλεψε να ανατρέψει το προηγούμενο πάγιο καθεστώς κατάθεσης της αίτησης αναστολής στο αρμόδιο δικαστήριο, καθώς κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ούτε βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα στους σκοπούς και τη λειτουργία του αναμορφωθέντος δικονομικού συστήματος (πρβλ. ΣΕ 1711/2023 σκ.11, ως προς το ζήτημα του αμετακλήτου των δικαστικών αποφάσεων των διοικητικών εφετείων επί προσυμβατικών διαφορών). Αντιθέτως, με τις ρυθμίσεις του ν.4782/2021, η κατάθεση του ενιαίου δικογράφου αναδεικνύεται σε ακόμα πιο κρίσιμη διαδικαστική πράξη, η οποία συνεπάγεται, από μόνη της, την αυτοδίκαιη αναστολή της προόδου και της ολοκληρώσεως του διαγωνισμού, και από την οποία εκκινούν, αλυσιδωτά, βραχείες, αποκλειστικές -ως επί το πλείστον- προθεσμίες για την άσκηση των προβλεπόμενων δικονομικών και ουσιαστικών ενεργειών, τόσο από τα εμπλεκόμενα μέρη, όσο και από τα αρμόδια δικαστικά όργανα, (ενέργειες) που έχουν συγκεκριμένες και χρονικά προσδιορίσιμες συνέπειες επί της εξέλιξης της διαγωνιστικής διαδικασίας (έκδοση, έως την επόμενη ημέρα της κατάθεσης, πράξης από τον αρμόδιο δικαστή περί προσδιορισμού δικασίμου/εισηγητή/ενδιαφερομένων προς επίδοση προσώπων, επιδόσεις εκ μέρους του αιτούντος εντός δύο ημερών από την έκδοση/παραλαβή της παραπάνω πράξης, αποστολή φακέλου από την αναθέτουσα αρχή, κατάθεση σχετικών από τον αιτούντα, άσκηση παρεμβάσεων, αυτοδίκαιη αναστολή της προόδου της διαγωνιστικής διαδικασίας για δεκαπέντε ημέρες από την άσκηση της αίτησης, αυτοδίκαιο κώλυμα σύναψης της σύμβασης, έκδοση προσωρινής διαταγής, συνέχιση ή μη της προόδου της διαγωνιστικής διαδικασίας εκ μέρους της αναθέτουσας, διατήρηση ή άρση του αυτοδίκαιου κωλύματος υπογραφής). Η λειτουργία του προπεριγραφέντος συστήματος, δεν συνάδει ή ακόμα και τίθεται σε διακινδύνευση με την κατάθεση του κοινού δικογράφου σε άλλη δημόσια αρχή, πλην του αρμόδιου δικαστηρίου, λόγω της καθυστέρησης που είναι πιθανόν να σημειωθεί κατά τη διαβίβαση στο αρμόδιο δικαστήριο, με περαιτέρω συνέπεια τη μη έγκαιρη ενημέρωση των εμπλεκόμενων μερών και δη της αναθέτουσας Αρχής, τη διασάλευση της ασφαλούς εξέλιξης της διαγωνιστικής διαδικασίας και την απομείωση της αποτελεσματικότητας του προβλεπόμενου ενδίκου βοηθήματος από όποιον κι αν ασκείται. Επιπρόσθετα λαμβάνεται υπόψη ότι οι ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 372 του ν.4412/2016 απευθύνονται κατά κανόνα σε επαγγελματικές οντότητες με γνώση των διαδικασιών, αντίστοιχη οργάνωση και δυνατότητες. Τούτων όλων έπεται ότι δεν καταλείπεται περιθώριο συμπληρωματικής εφαρμογής της, γενικού χαρακτήρα, ρυθμίσεως των παρ. 2, 3, 4 του αρ. 19 του π.δ. 18/1989, εντός του εξειδικευμένου δικονομικού πλαισίου του άρθρου 372 του ν.4412/2016, ως ισχύει μετά τον ν.4782/2021 (πρβλ ΣΕ 1645/2022 σκ. 9 ως προς την εξαιρετική φύση των προσυμβατικών διαφορών και της ειδικότητας των ρυθμίσεων του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 έναντι των ρυθμίσεων του π.δ. 18/1989). Περαιτέρω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η εν λόγω ερμηνευτική θέση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αιφνιδιάζει τον εφαρμοστή των οικείων δικονομικών ρυθμίσεων, καθώς, ιδίως λόγω της κατά τ΄ανωτέρω ιστορικής καταβολής τους, η συμπληρωματική εφαρμογή του αρ. 19 παρ. 2 του π.δ.18/1989 διόλου παρίστατο ως εύλογη επιλογή/δυνατότητα κατά τον προγραμματισμό της δικονομικής συμπεριφοράς του μέσου ευλόγως ενημερωμένου και επιδεικνύοντος τη συνήθη επιμέλεια ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα (πρβλ. ΣΕ 128/2022 σκ. 9, Ε.Α. 295/2021). Ούτε, άλλωστε, η αιτούσα προβάλλει κάτι τέτοιο. Με τα δεδομένα αυτά, το υπό κρίση δικόγραφο, στο οποίο σωρεύεται αίτηση ακύρωσης και αναστολής εκτέλεσης κατ΄άρθρο 372 του ν.4412/2016 και το οποίο απευθύνεται ρητώς στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, μη νομίμως κατατέθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως δημόσια αρχή, κατ’ εφαρμογή του αρ. 19 παρ. 2 και 3 του π.δ. 18/1989, προκειμένου να διαβιβαστεί στο αρμόδιο Δικαστήριο των Αθηνών, όπου και περιήλθε εννέα μέρες μετά. Για τον λόγο αυτόν, που είναι και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, προβάλλεται δε και από την πρώτη παρεμβαίνουσα, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Αλυσιτελώς δε προβάλλει εμμέσως η αιτούσα ότι συνέτρεξαν περιστάσεις ανωτέρας βίας (τεχνική αδυναμία χρήσης των ηλεκτρονικών υπογραφών των δικηγόρων κατά την ηλεκτρονική κατάθεση την καταληκτική ημέρα της προθεσμίας για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος), καθώς οι λόγοι αυτοί, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι συνιστούν ανωτέρα βία που κατέστησε αδύνατη την εκ μέρους της άσκηση του ένδικου βοηθήματος, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκησή του αλλά όχι την αντικανονική κατάθεσή του. Ενώ, εξάλλου, ουδεμία επιρροή ασκεί το συμπτωματικό γεγονός ότι η κατάθεση έγινε σε διοικητικό δικαστήριο, και δη ομοιόβαθμο του αρμοδίου, καθόσον το δικόγραφο απευθυνόταν σαφώς σε έτερο δικαστήριο. Είναι δε προφανώς διαφορετικό ζήτημα η κατάθεση σε αναρμόδιο δικαστήριο, όταν ο διάδικος το θεωρεί ως αρμόδιο και απευθύνεται σε αυτό, διότι στην περίπτωση αυτή επιλαμβάνεται το δικαστήριο λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα. Τέλος, ενόψει της ρητής νομοθετικής επιταγής περί άσκησης της αιτήσεως αναστολής σε ενιαίο δικόγραφο με την αίτηση ακύρωσης, δεν νοείται διαφορετική δικονομική αντιμετώπιση της σωρευόμενης αίτησης ακύρωσης σε σχέση με την αίτηση αναστολής, ως προς το υπό κρίση ζήτημα.