Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 94/2025 (7μ) – Ο φαύλος κύκλος των παράλληλων ελέγχων νομιμότητας στις δημόσιες συμβάσεις
Το τελευταίο χρονικό διάστημα κεντρικό αντικείμενο συζήτησης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων αποτέλεσε η σύγκρουση των ελέγχων νομιμότητας που διενεργούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, στο πλαίσιο του συνταγματικού προβλεπόμενου προσυμβατικού ελέγχου νομιμότητας των συμβάσεων κατ’ άρθρο 98 παρ. 1 περ. β’ του Συντάγματος, και της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.), στο πλαίσιο του προδικαστικού ελέγχου, κατά τις διατάξεις του Βιβλίου IV του Ν. 4412/2016, με τις οποίες ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο οι διατάξεις των δικονομικών οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ.
Αφορμή για την έναρξη του διαλόγου αυτού αποτέλεσε η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 1503, 1504/2024 αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., ως εκ της θέσεώς της στο σύστημα παροχής έννομης προστασίας κατά το προσυμβατικό στάδιο, οφείλει να εκφέρει ιδία αιτιολογημένη κρίση επί όλων των τιθέμενων ενώπιόν της ζητημάτων, μη δεσμευόμενη, όπως και το επιλαμβανόμενο, στη συνέχεια, αρμόδιο δικαστήριο, από τη μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί του διενεργηθέντος προληπτικού ελέγχου.
Η κρίση αυτή φάνηκε να δημιουργεί τριγμούς εντός του Ανώτατου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου, το οποίο – εκ της φύσης του και της σύνθεσης των σχηματισμών που αποφαίνονται επί των δημοσίων συμβάσεων από ανώτατους δικαστές – κρατούσε τα σκήπτρα στον τομέα του – μη δικαιοδοτικού – ελέγχου νομιμότητας, υπερέχοντας έναντι κάθε άλλου ελέγχου. Μια θέση που είχε απονεμηθεί από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο που σε πληθώρα αποφάσεων μείζονος Σύνθεσης είχε κρίνει ότι οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεσμεύουν κάθε άλλη διοικητική αρχή[1].
Αν και εκ πρώτης όψεως η κρίση των 1503, 1504/2024 αποφάσεων φαίνεται ως μεταστροφή της ως άνω νομολογίας -ενόψει της θέσης και της σύνθεσης του Δικαστηρίου- γίνεται αντιληπτό ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και ο ρόλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν υποβαθμίστηκε. Η μη δέσμευση της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. από το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι απόρροια του ρόλου της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. στην απονομή της δικαιοσύνης. Στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν και δεν διακηρύσσεται, πάντως διαφαίνεται η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι ακόμη και του Συντάγματος. Αν ο έλεγχος που διενεργείται κατ’ εφαρμογή εθνικών διατάξεων που ενσωματώνουν ενωσιακές (εν προκειμένω δικονομικές οδηγίες) είναι υποτελής άλλου ελέγχου νομιμότητας, δεν είναι αποτελεσματικός έλεγχος και η προσφυγή που ασκείται ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. δεν είναι πραγματική προσφυγή.
Από την άλλη, ωστόσο, η συνταγματική έννομη τάξη και ιδίως η υπεροχή μίας σύνθεσης που αποτελείται από εν ενεργεία ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς έναντι μιας, αυξημένου πάντως επιστημονικού κύρους, διοικητικής αρχής, δημιούργησε ευλόγως αντιδράσεις και αμηχανία. Η συνταγματική παραδοξότητα που παρήχθη από την νομολογία του ΣτΕ θα μπορούσε να φτάσει σε έμμεση κρίση ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται από την Ε.Α.ΔΗ.Σ.Υ., contra στην πάγια νομολογία του Ανώτατου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου[2].
Λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση των 1503, 1504/2024 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, δόθηκε η ευκαιρία στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο να επανεξετάσει τα ζητήματα αυτά και να κλείσει το διάλογο. Σε υποθέσεις που το Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν αναρμόδιο, εισήχθησαν σε μείζονα Σύνθεση και διακρατήθηκαν, λόγω σπουδαιότητας, προκειμένου να εξεταστεί η σύγκρουση και η υπεροχή των ελέγχων νομιμότητας που διεξάγονται παράλληλα. Και προ ολίγων ημερών δημοσιεύθηκαν οι υπ’ αριθ. 94 και 95/2025 αποφάσεις της Επταμελούς Σύνθεσης, οι οποίες επέλυσαν (;) τα νομικά ζητήματα.
Το ιστορικό της υπόθεση έχει συνοπτικά ως εξής: Οικονομικός φορέας αποκλείεται από διαγωνισμό δυνάμει της υπ’ αριθ. 650/2024 απόφασης της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. επειδή δεν δήλωσε το ανεκτέλεστο ποσό των συμβάσεων έργου. Κατά της απόφασης δεν ασκεί αίτηση αναστολής – ακύρωσης με αποτέλεσμα να καταστεί οριστικώς αποκλεισθείς. Κατά τη διενέργεια προσυμβατικού ελέγχου νομιμότητας το Ε’ Κλιμάκιο με την υπ’ αριθ. 270/2024 πράξη του κρίνει ότι κωλύεται η υπογραφή σύμβασης επειδή ο αποκλεισμός δεν ήταν νόμιμος, αλλά κατά την κρίση του Κλιμακίου παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας. Εν αναμονή εξέτασης της προσφυγής ανάκλησης του προσωρινού αναδόχου κατά της πράξης του Κλιμακίου η αναθέτουσα αρχή συμμορφώνεται και ανακηρύσσει προσωρινό ανάδοχο τον οριστικώς αποκλεισθέντα, ανακαλώντας προηγούμενη απόφασή της. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφαίνεται ότι δεν θεσπίζεται απαγόρευση ανάκλησης αποφάσεως περί κατακύρωσης διαγωνισμού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά με σχετική πράξη Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όσο διαρκούν η προθεσμία για την άσκηση και το διάστημα εξέτασης της προσφυγής ανάκλησης[3].
Κατά της συμμορφωτικής πράξης της αναθέτουσας αρχής ασκείται από τον (αρχικό) προσωρινό ανάδοχο προδικαστική προσφυγή ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθ. 1257/2024 απόφασή της. Έκρινε η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. ότι δεσμεύεται κατ’ αρχήν από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά ακύρωσε την απόφαση της αναθέτουσας αρχής επειδή είχε ασκηθεί προσφυγή ανάκλησης κατά της πράξης του Κλιμακίου και άρα δεν είχε οριστικοποιηθεί η κρίση του.
Κατά της τελευταίας απόφασης ασκούν αίτηση αναστολής – ακύρωσης και οι δύο διαγωνιζόμενοι. Και ανακύπτουν εν προκειμένω τα εξής βασικά ζητήματα: α) αν η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. δεσμεύεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, βάσει της νομολογίας 1503, 1504/2024 ή αν τίθεται ζήτημα μεταστροφής και β) αν η αναθέτουσα αρχή μπορεί, συμμορφούμενη με πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να «αναστήσει» οριστικώς αποκλεισθέντα.
Η τελική κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συντηρητική. Ως προς το πρώτο ζήτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν ανέτρεψε την νομολογία 1503, 1504/2024 αλλ’ αντιθέτως την επικύρωσε, επικυρώνοντας παράλληλα και παλαιότερη νομολογία[4] όσον αφορά την ανατροπή οριστικού αποκλεισμού, σε συμμόρφωση με πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι όταν διαπιστώνεται πλημμέλεια από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τη διενέργεια προσυμβατικού ελέγχου, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ανακαλέσει την κατακυρωτική πράξη και να εκδώσει νέα απόφαση κατακύρωσης σε άλλον ανάδοχο, χωρίς να ασκεί επιρροή από την άποψη αυτή το γεγονός ότι ο νέος ανάδοχος δεν αμφισβήτησε προγενέστερη πράξη αποκλεισμού του. Οι θιγόμενοι από την πλευρά τους μπορούν να αμφισβητήσουν την νομιμότητα της πράξης αυτής αρχικώς ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., η οποία οφείλει να εκφέρει ιδία αιτιολογημένη κρίση επί όλων των τιθέμενων ενώπιόν της ζητημάτων, και εν συνεχεία ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, μη δεσμευομένων άλλωστε της ΕΑΔΗΣΥ και των δικαστηρίων από τα κριθέντα από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου.
Με τις εν λόγω αποφάσεις, κατ’ ουσίαν, διακηρύχθηκε η ισοδυναμία των ελέγχων νομιμότητας που διενεργούν το Ελεγκτικό Συνέδριο και η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.. Το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να κρίνει αντίθετα προς την Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ανακαλέσει την πράξη της, συμμορφούμενη προς το Ελεγκτικό Συνέδριο και απέχοντας από την απόφαση της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.. Η πράξη αυτή ελέγχεται από την Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., η οποία δεν δεσμεύεται από την κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Η διασταύρωση αυτή μεταξύ των ελέγχων νομιμότητας αναδεικνύει την προβληματική της νομολογίας αυτής. Η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. δεν δεσμεύεται από την κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεσμεύεται όμως από προηγούμενες πράξεις της[5]. Άρα, η προδικαστική προσφυγή ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. κατά της συμμορφωτικής προς την πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου απόφασης της αναθέτουσας αρχής έχει προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα, την ακύρωση της συμμορφωτικής απόφασης.
Αλλά και υπό την εκδοχή ότι η μεσολάβηση της κρίσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου ισοδυναμεί με μεταβολή του κρίσιμου νομοθετικού καθεστώτος, στο οποίο βασίσθηκε η απόφαση της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.[6], και ότι στην ειδική αυτή περίπτωση δεν δεσμεύεται από προηγούμενη απόφασή της επί του ίδιου ζητήματος και στον ίδιο διαγωνισμό, πάντως ευλόγως θα ανέμενε κανείς να μην μεταβάλει εύκολα τη θέση της, ιδίως επί νομικού ζητήματος που επιδέχεται περισσότερων απόψεων.
Μάλιστα, στην περίπτωση που ο θιγόμενος από την νέα απόφαση της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., που έρχεται σε αντίθεση με την πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποφασίσει να μην προσφύγει (ξανά) ενώπιον Δικαστηρίου, η αναθέτουσα αρχή θα πρέπει να ανακαλέσει εκ νέου την απόφασή της και να αποστείλει εκ νέου τη σύμβαση προς το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Ωστόσο, και ο νέος αυτός κύκλος προσυμβατικού ελέγχου είναι προδιαγεγραμμένος, αφού το Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεσμεύεται από προηγούμενη κρίση του [7]. Σε ένα τέτοιο σενάριο οδηγούμαστε σε έναν φαύλο κύκλο ελέγχων νομιμότητας, που ο ένας έλεγχος θα ανατρέπει τον άλλο, έως ότου αναγκασθεί η αναθέτουσα αρχή να προσφύγει ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου για να επιλύσει τον γόρδιο δεσμό και να μπορέσει να συνάψει τη σύμβαση.
Και τίθεται το ερώτημα: Τι ακριβώς εξυπηρετεί η προσφυγή ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. κατά πράξης αναθέτουσας αρχής που συμμορφώνεται σε πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Υφίσταται ανάγκη εκκαθάρισης μιας υπόθεσης από την Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., όταν το θιγόμενο ζήτημα στηρίζεται σε κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Για ποιον λόγο ο θιγόμενος, ο οποίος έχει ήδη επιτύχει τη δικαίωσή του ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., να βρεθεί στη θέση να ασκήσει για το ίδιο θέμα εκ νέου προσφυγή ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.; Και τέλος ποιος ο λόγος να θιγεί ο συνταγματικός ρόλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο δεν δεσμεύει την Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.;
Στα ερωτήματα αυτά η λύση θα ήταν απλή και δοκιμασμένη. Σε μία τέτοια ειδική περίπτωση, ο θιγόμενος μπορεί να προσβάλει ευθέως ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου τη συμμορφωτική απόφαση της αναθέτουσας αρχής. Η νομολογία περί ευθείας προσφυγής στο Δικαστήριο κατά αποφάσεων του ελεγκτή νομιμότητας των Ο.Τ.Α. (ΣτΕ 7μ 770/2021) θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση αυτή. Εφόσον ο ελεγκτής νομιμότητας μπορεί να εκκαθαρίσει μια υπόθεση, χωρίς μεσολάβηση της Ε.Α.ΔΗ.Σ.Υ., για ποιον λόγο να μην εκκαθαρίζεται από την κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου;
Άλλωστε, σε μια τέτοια ειδική περίπτωση, η συμμορφωτική απόφαση της αναθέτουσας αρχής και η ανάκληση προηγούμενης απόφασής της, η οποία εκδόθηκε (ή δεν ανατράπηκε) σε συμμόρφωση με απόφαση της Ε.Α.Δ.Η.ΣΥ., συνιστά τρόπον τινά και ανάκληση της απόφασης της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., αφού η τελευταία αυτή απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο της διαγωνιστικής διαδικασίας και αποτελεί το έρεισμα για την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας με τον τρόπο που απεφάνθη η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.. Μια τέτοια ανάκληση χωρεί νομίμως, στο πλαίσιο συμμόρφωσης με πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και μπορεί να ανατραπεί με ευθεία προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η υιοθέτηση νομολογιακού κανόνα περί ευθείας προσβολής της συμμορφωτικής απόφασης της αναθέτουσας αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου εξυπηρετεί την ταχύτητα στις διαδικασίες ανάθεσης και διαφυλάσσει τον συνταγματικά κατοχυρωμένο έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συμβάλλοντας στην αποφυγή φαινομένων φαύλου κύκλου.
Πέραν, όμως, του φαύλου κύκλου των ελέγχων νομιμότητας, προβληματισμούς δημιουργεί και η κρίση περί ανατροπής του οριστικού αποκλεισμού οικονομικού φορέα. Από δογματικής σκοπιάς, κατά το ΔΕΕ ο οριστικός χαρακτήρας της απόφασης περί αποκλεισμού καθορίζει την ενεργητική νομιμοποίηση των προσφερόντων αυτών να προσβάλουν την απόφαση περί ανάθεσης[8]. Ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, η απόφαση ανάθεσης παύει να αφορά ατομικά τον οικονομικό φορέα, ο οποίος δεν αποτελεί πλέον τμήμα του περιορισμένου κύκλου επιχειρηματιών στους οποίους απευθύνεται η σύμβαση[9].
Άρα, ένας οικονομικός φορέας που επιλέγει να μην προσφύγει κατά του αποκλεισμού του, ισοδυναμεί με έναν οικονομικό φορέα που δεν υπέβαλε προσφορά ή απέσυρε την υποβληθείσα προσφορά. Αποτελεί τρίτο σε σχέση με τη διαγωνιστική διαδικασία που δια της αδράνειάς του επέλεξε να μην επιδιώξει την ανατροπή της «έξωσής» του από αυτήν. Η επάνοδος του στο διαγωνισμό, κατόπιν ανάκλησης έστω και παράνομης πράξης, θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της δικονομικής οδηγίας, εφόσον η αναθέτουσα αρχή υποχρεώνεται να ανακαλέσει προηγούμενες αποφάσεις της που θίγουν συγκεκριμένο οικονομικό φορέα και οι οποίες έχουν καταστεί απρόσβλητες[10] και αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα των διοικητικών διαδικασιών τις οποίες διεξάγει αρμόδια για τον έλεγχο της τήρησης των κανόνων του δικαίου της Ένωσης αρχή[11]. Όπως επισημάνει ο Γενικός Εισαγγελέας του ΔΕΕ Manuel Campos Sánchez-Bordona, λόγοι ασφάλειας δικαίου καθώς και αυτή καθεαυτή η οικονομία της δικονομικής οδηγίας δεν επιτρέπουν να ανοίξει εκ νέου συζήτηση περί της νομιμότητας μιας απόφασης η οποία έγινε δεκτή και δεν αμφισβητήθηκε όταν έπρεπε[12].
Ακριβώς για να αποφευχθούν φαινόμενα ανατροπών που καθιστούν αναποτελεσματικό τον έλεγχο της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., το Ελεγκτικό Συνέδριο θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό όταν ανατρέπει οριστικές της κρίσεις. Μόνο σε περίπτωση που η σχετική κρίση έρχεται σε αντίθεση με πάγια νομολογία ή είναι προδήλως εσφαλμένη θα έπρεπε να οδηγείται σε διακωλυτική κρίση, ενώ σε περιπτώσεις που η άποψη που υιοθετήθηκε είναι πάντως υποστηρίξιμη και δεν συντρέχει πρόδηλη παρανομία, να θεωρείται μη ουσιώδης πλημμέλεια, υπό την εξής έννοια: Εφόσον ο θιγόμενος οικονομικός φορέας (και ενδεχομένως η αναθέτουσα αρχή) δεν έπληξε την απόφαση της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., η διαδικασία δεν επηρεάστηκε ουσιωδώς, αφού δια της αδράνειάς του ο οικονομικός φορέας επέλεξε να αποσυρθεί από τη διαγωνιστική διαδικασία.
Παρά τα αυξημένα εχέγγυα ορθοκρισίας και ανεξαρτησίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έτερος βαθμός δικαιοδοσίας, ως ένα ύστατο πεδίο αντιπαράθεσης, ως μια τελευταία ευκαιρία του ηττηθέντος. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν πρέπει να λειτουργεί ως υποκατάστατο της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., αλλά ως ένα καταφύγιο για τη διασφάλιση της νομιμότητας, χωρίς όμως να θίγεται η αποτελεσματικότητα στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
Εντέλει, οι αποφάσεις 94 και 95/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντιμετωπίζοντας τα σοβαρά νομικά ζητήματα με συντηρητικό τρόπο και ακολουθώντας την πεπατημένη, φαίνεται ότι διαιωνίζουν μια κατάσταση αβεβαιότητας και σύγχυσης αρμοδιοτήτων. Χάθηκε η ευκαιρία για ρηξικέλευθες κρίσεις που θα ισορροπούσαν με τρόπο αποτελεσματικό και όχι κατ’ ανάγκη συμβιβαστικό, οδηγώντας σε αναθεώρηση της φιλοσοφίας με την οποία αντιμετωπίζονται οι έλεγχοι νομιμότητας στις δημόσιες συμβάσεις. Και το αποτέλεσμα: Στο πεδίο «διαμάχης» μεταξύ Ελεγκτικού Συνεδρίου και Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., σημειώσατε «Χ», με μοναδικό χαμένο την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια δικαίου.
[1] ΣτΕ 7μ 770/2021, 3376/2017
[2] ΕλΣυν Ολ. 1201/2024
[3] ΕλΣυν Ολ. 1205/2024
[4] ΣτΕ 1286/2021
[5] ΣτΕ ΕΑ 54/2018
[6] ΣτΕ ΕΑ 54/2018
[7] ΕλΣυν Ολ 1384/2021
[8] Διάταξη ΔΕΕ της 16ης Μαρτίου 2023, Armaprocure SRL, C-493/22, EU:C:2023:291, σκέψη 44, πρβλ. σε απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Randstad Italia, C-497/20, EU:C:2021:1037, σκέψη 74, και διάταξη της 17ης Μαΐου 2022, Estaleiros Navais de Peniche ,C‑787/21, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:414, σκέψη 25
[9] βλ. απόφαση ΓΔΕΕ της 21ης Φεβρουαρίου 2024 , T‑38/21, Inivos Ltd, σκέψη 70, πρβλ. απόφαση ΔΕΕ της 13ης Μαρτίου 2008, Επιτροπή κατά Infront WM, C‑125/06 P,EU:C:2008:159, σκέψεις 71 και 72· πρβλ., επίσης, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 158 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία
[10] Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2019, στην υπόθεση C‑54/18, Cooperativa, EU:C:2019:118, σκέψη 41
[11] Απόφαση ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021, FN, C-546/18, EU:C:2021:711, σκέψη 39.
[12] Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΕ της 6ης Φεβρουαρίου 2025, C-82/24, Veolia Water Technologies κλπ, σημείο 44
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 1/2025, σελ. 39 – 41.