Περιορισμοί στην έφεση στην ακυρωτική δίκη – Η έννοια της σοβαρής διαφοράς – Το παράδειγμα των δημοσίων συμβάσεων
Ι. Εισαγωγή
Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας αποτελεί μια ζοφερή πραγματικότητα ικανή να θίξει την – ούτως ή άλλως μειωμένη – εμπιστοσύνη των πολιτών προς τον θεσμό. Έναν θεσμό που αποτελεί θεμέλιο σε μία δημοκρατική κοινωνία και που αδυνατεί για διάφορους λόγους να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει βρεθεί στο στόχαστρο των επικρίσεων στην καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης, με χαρακτηριστική την αντιπαράθεση με τους Δικηγορικούς Συλλόγους, με αφορμή τις αποφάσεις της Ολομέλειας για το έννομο συμφέρον των τελευταίων[1].
Ο κατά κοινή ομολογία αργός ρυθμός απονομής της δικαιοσύνης στο Συμβούλιο της Επικρατείας έχει οδηγήσει τον νομοθέτη στη λήψη νομοθετικών μέτρων για την αποσυμφόρησή του, όπως η πρόσφατη τροποποίηση του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) με τον Ν. 5119/2024 (Α’ 103), με ισχύ μόνο στις δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η σταδιακή μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στα διοικητικά δικαστήρια, η θέσπιση ανέκκλητων αποφάσεων, η εισαγωγή φίλτρων στην έφεση και την αναίρεση και ο θεσμός της πρότυπης δίκης, με τον Ν. 3900/2010. Στα δεκατέσσερα έτη εφαρμογής του, ο Ν. 3900/2010 λειτούργησε ως ένα δικονομικό εργαλείο που αναίρεσε την αναίρεση και μετέτρεψε την έφεση σε αναίρεση, εισάγοντας τόσο αυστηρές προϋποθέσεις παραδεκτού που σπάνια το Συμβούλιο της Επικρατείας εισέρχεται στην ουσία των προβαλλόμενων λόγων.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε μια προσπάθεια αποσυμφόρησης των εκκρεμών υποθέσεων, αντιμετώπισε πολλές φορές φορμαλιστικά τα ένδικα μέσα, οδηγώντας σε καταδίκη της χώρας μας από το ΕΔΔΑ[2]. Σε άλλες περιπτώσεις ερμήνευσε δικονομικές διατάξεις με τρόπο που να περιορίζουν την πρόσβαση στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο[3]. Η ανάγκη απαλλαγής του Συμβουλίου της Επικρατείας από τον όγκο υποθέσεων οδήγησε σε πολλές περιπτώσεις στον περιορισμό της δικαστικής προστασίας.
ΙΙ. Το ανέκκλητο των αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων κατά το προσυμβατικό στάδιο
Στο ίδιο πνεύμα φαίνεται να κινείται και η νομολογία σχετικά με το ανέκκλητο των αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων που εκδίδονται επί διαφορών που αφορούν στο στάδιο που προηγείται της ανάθεσης μιας δημόσιας σύμβασης. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 372 του Ν. 4412/2016 με το άρθρο 138 του Ν. 4782/2021 αφαιρέθηκε η φράση ότι το Διοικητικό Εφετείο «αποφαίνεται αμετακλήτως». Πάρα ταύτα, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε[4] ότι εξακολουθεί να υφίσταται το ανέκκλητο, στηρίζοντας την κρίση του σε δύο πυλώνες: α) στον επιδιωκόμενο με τον Ν. 4782/2021 σκοπό, για επιτάχυνση των διαδικασιών επίλυσης των διαφορών, και β) στο ότι δεν προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφιση του Ν. 4782/2021 βούληση του νομοθέτη να εισαγάγει δεύτερο βαθμό κρίσης ως προς τις εν λόγω διαφορές. Η ως άνω κρίση δεν είναι ανεπίδεκτη κριτικής.
Ως προς το 1ο σκέλος, η πρόβλεψη ενδίκων μέσων κατά δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται επί διαφορών κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων δεν συνιστά a priori δικονομικό μέτρο που έρχεται σε αντίθεση με τη δικονομική οδηγία, αφού τα κράτη – μέλη στο πλαίσιο της δικονομικής τους αυτονομίας μπορεί να προβλέπουν ένδικα μέσα. Η υιοθέτηση της νομολογιακής άποψης του εκκλητού των αποφάσεων που εκδίδονται από τα Διοικητικά Εφετεία κατ’ άρθρο 372 του Ν. 4412/2016, δεν φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τον σκοπό του νομοθέτη περί επιτάχυνσης των διαδικασιών επίλυσης των διαφορών, αφού σε επίπεδο έφεσης η διαφορά είναι μεν εκκρεμής, αλλά η όποια εκκρεμότητα δεν επιδρά στην ταχύτητα της διαδικασίας ανάθεσης, αφού στερείται ανασταλτικού αποτελέσματος και δη αυτόματου. Η έφεση εξετάζεται όπως όλες οι άλλες εφέσεις και σε περίπτωση ανατροπής της κρίσης του Εφετείου, ο οικονομικός φορέας αποκτά δικαιώματα αποζημίωσης, αν έχει εν τω μεταξύ συναφθεί η σύμβαση[5].
Μάλιστα, η σύνδεση του αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος με την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε συνδυασμό με τη σαφή στόχευση του νομοθέτη για ταχεία έκδοση της απόφασης με την πρόβλεψη ενδεικτικών προθεσμιών, θα μπορούσε να οδηγήσει στην υιοθέτηση ενός αντίθετου επιχειρήματος. Ότι, δηλαδή, ναι μεν ο νομοθέτης δημιουργεί μία ηθική υποχρέωση στον Δικαστή να εκδώσει σύντομα απόφαση, ωστόσο η απόφαση αυτή, υποκείμενη σε ένδικα μέσα, μπορεί να διορθωθεί, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989. Άρα, η διαφορά επιλύεται μεν σύντομα, ώστε να μπορεί να συναφθεί η σύμβαση, ωστόσο η πρωτόδικη κρίση μπορεί να ανατραπεί και αφενός μεν ο εκκαλών να επιδιώξει αποκατάσταση της βλάβης που έχει υποστεί αφετέρου να διορθωθεί η νομολογία από τις «βιαστικές» αποφάσεις. Η αποκατάσταση της νομολογίας θα συμβάλει, εντέλει, στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, αφού θα σταματήσουν να διαιωνίζονται διαφορές όταν ανακύπτουν νομικά ζητήματα που δεν αντιμετωπίζονται ενιαία από τα Διοικητικά Εφετεία[6].
Ως προς το 2ο σκέλος, η διαπίστωση ότι δεν προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές ενέργειες ο σκοπός του νομοθέτη, δεν αρκεί για να οδηγήσει στην περιστολή του δικαιώματος στην έννομη προστασία, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι συνολικά η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης (ΑΣΥΡ) του Ν. 4782/2021 δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το πλήθος επιλογών του εθνικού νομοθέτη, ιδίως ως προς τη διαμόρφωση του καινοφανούς δικονομικού συστήματος του άρθρου 372[7].
Μάλιστα, το γεγονός ότι το υβριδικό ένδικο βοήθημα είναι μοναδικό στο διοικητικό δικονομικό σύστημα και αποτελεί καινοτομία του Ν. 4782/2021 θέτει εν αμφιβόλω την κρίση ότι δεν προκύπτει σαφής βούληση του νομοθέτη για θέσπιση εκκλητού. Διότι πλέον οι αποφάσεις των Διοικητικών Εφετείων εκδίδονται υπό άλλο δικονομικό πλαίσιο, ουσιωδώς διαφορετικό από αυτό του προγενέστερου νομικού καθεστώτος όπου οι αποφάσεις επί των αιτήσεων ακύρωσης εκδίδονταν όπως οι λοιπές αποφάσεις. Ο κοινός νομοθέτης, εισάγοντας ένα καινοφανές δικονομικό σύστημα ταχείας οριστικής επίλυσης, δεν είχε λόγο να εκφράσει ρητώς τη βούλησή του περί εκκλητού, αφού ούτως ή άλλως εισήγαγε νέα δεδομένα για τη δικαστική προστασία στο πλαίσιο των προσυμβατικών διαφορών.
Ο νομολογιακός κανόνας που καθιέρωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας ανατρέπει τα γενικώς ισχύοντα, υπό το φως του άρθρου 95 παρ. 3 του Συντάγματος, ότι το ανέκκλητο αποτελεί την εξαίρεση και μόνο όταν προβλέπεται ρητώς από τον νόμο οι αποφάσεις των Διοικητικών Εφετείων δεν υπόκεινται σε έφεση. Άρα, κατ’ ουσίαν η νομολογία αυτή συνιστά contra legem ερμηνεία του νόμου (και μάλιστα επί τα χείρω ως προς τον διοικούμενο και τα δικαιώματα έννομης προστασίας), καθώς επεκτείνει το ανέκκλητο όχι μόνο σε περιπτώσεις που ο νομοθέτης δεν το προβλέπει ρητώς, αλλά ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν έχει έστω εκφράσει ρητώς τη βούλησή του στην αιτιολογική έκθεση του νόμου.
Πέραν, όμως, της νομολογιακής θέσπισης του ανέκκλητου, τίθεται και ο εξής προβληματισμός: εφόσον το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εισάγει δικονομικό κανόνα που κατατείνει στον περιορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων, η νομολογιακή θέσπιση ανέκκλητου είναι ανεκτή σε κάθε περίπτωση ή μήπως πρέπει να διαπλαστεί νομολογιακά εξαίρεση στον κανόνα;
ΙΙΙ. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ως δικονομικός νομοθέτης
Παρά την τάση περιορισμού των υποθέσεων που άγονται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε ορισμένες περιπτώσεις το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας τον εξέχοντα ρόλο που κατέχει στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, έχει λειτουργήσει ως οιονεί δικονομικός νομοθέτης, διαπλάθοντας κανόνες που κατοχυρώνουν τη θέση του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η περίπτωση κατά την οποία έχει κριθεί παραδεκτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης ακόμη και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με απόφαση που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο πρότυπης δίκης[8], οδηγώντας μάλιστα τον εθνικό νομοθέτη στην τροποποίηση των δικονομικών διατάξεων, εισάγοντας ρητή πρόβλεψη της δυνατότητας αυτής[9]. Σε άλλη περίπτωση, έχει προβεί στη διάπλαση νέου λόγου αναθεώρησης, ως ανάγκη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος, που ο πολίτης αντλεί, κατά το ενωσιακό δίκαιο και την ΕΣΔΑ, από την αρχή ne bis in idem[10].
Ο δικαστικός αυτός ακτιβισμός του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι βεβαίως επιδεκτικός κριτικής, στηριζόμενης στο σκεπτικό ότι ο Δικαστής δεν μπορεί να υποκαθιστά τον νομοθέτη[11]. Αν και ευλόγως υποστηρίζεται ότι η δικονομική ευελιξία εν τέλει μπορεί να οδηγήσει στην υποβάθμιση της ασφάλειας δικαίου με απώτερες συνέπειες για το δικονομικό σύστημα[12], ωστόσο δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πολλές φορές ο νομοθέτης είναι αυτός που με παραλείψεις του ή άστοχες ρυθμίσεις υποσκάπτει την αρχή της ασφάλειας δικαίου και ο Δικαστής παρεμβαίνει προκειμένου να αποκαταστήσει την τρωθείσα δίκαιη δίκη. Αντίστοιχη ευελιξία, άλλωστε, έχει επιδείξει και το ΔΕΕ ερμηνεύοντας εθνική δικονομική διάταξη που προβλέπει συγκεκριμένες περιπτώσεις που χορηγείται άδεια για άσκηση αναίρεσης με διασταλτικό τρόπο, κρίνοντας ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων δεν είναι εξαντλητική[13].
Ο εξέχων ρόλος του Συμβουλίου της Επικρατείας στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης του έχει επιτρέψει να προβαίνει σε έναν οριακό έλεγχο των επιλογών του νομοθέτη σε ζητήματα που αφορούν το ίδιο το Δικαστήριο. Δεν είναι μόνο ο ρόλος της Διοικητικής Ολομέλειας, η οποία εκφέρει γνώμη επί νομοσχεδίων δικονομικής φύσης[14], αλλά ιδίως ο έλεγχος στον οποίο έχει προβεί κατά καιρούς το Δικαστήριο σε περιπτώσεις μεταφοράς δικαστικής ύλης από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα διοικητικά δικαστήρια.
Έτσι, το Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό το φως των διατάξεων των άρθρων 26, 43, 72, 94 και 95 του Συντάγματος, έχει κρίνει ότι δεν είναι επιτρεπτό η γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας να αφήνεται από τον συντακτικό νομοθέτη στην απόλυτη διάθεση του κοινού νομοθέτη και, συνεπώς, ο περιορισμός της δια της μεταφοράς κατηγοριών υποθέσεων προς εκδίκαση στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από την άποψη της τηρήσεως των συνταγματικών ορίων. Κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν επιτρέπεται να οργανώνεται η αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως εκτεινόμενη σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των κατηγοριών υποθέσεων που, κατ΄ εκτίμηση της φύσεως και της σπουδαιότητάς τους, επιτρεπτώς μεταφέρονται σε αυτά, αφαιρούμενα από την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας στις συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων συνεπάγεται την υπεισέλευση της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων για τα οποία είναι αυτή αποκλειστικώς αρμόδια, όπως ο έλεγχος των κανονιστικών πράξεων ή ειδικές περιπτώσεις ατομικών πράξεων[15].
Εντέλει, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με εργαλείο τη συνταγματική του κατοχύρωση, προβαίνει κατά περίπτωση σε οριακό έλεγχο των επιλογών του νομοθέτη και είτε απαγορεύει τη μεταφορά ύλης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, είτε ακόμη θεσπίζει νομολογιακούς κανόνες περί κατ’ εξαίρεσιν επιτρεπτού άσκησης ενδίκων μέσων.
IV. Η πρόβλεψη ανέκκλητων αποφάσεων και τα συνταγματικά όρια
Η συνταγματική αναθεώρηση του από 6.4.2001 Ψηφίσματος της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής επέτρεψε να εξαιρεθούν από την έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφεξής, οι αποφάσεις των Διοικητικών Εφετείων επί των ως άνω ακυρωτικών διαφορών. Με το 6/2000 Πρακτικό της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, εν όψει της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001, προτάθηκε η δυνατότητα δημιουργίας ανέκκλητων διαφορών υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για υποθέσεις στις οποίες τυγχάνει ούτως ή άλλως εφαρμοστέα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και το αντικείμενο των οποίων είναι ήσσονος σημασίας.
Με το άρθρο 3 του Ν. 2944/2001 (Α’ 222) προστέθηκε το άρθρο 5Α στον Ν. 702/1977 (Α’ 268) και καθορίστηκαν οι αποφάσεις των Διοικητικών Εφετείων που δεν υπόκεινται σε έφεση. Με μία σειρά αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κριθεί ότι η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, επί του σκοπού της απαλλαγής του Συμβουλίου της Επικρατείας, χάριν του γενικότερου συμφέροντος της Δικαιοσύνης, από τον φόρτο των ήσσονος σημασίας υποθέσεων[16].
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, διαθέτοντας την εκ του Συντάγματος εξουσία να προβαίνει σε οριακό έλεγχο των επιλογών του νομοθέτη ως προς την κατηγοριοποίηση των υποθέσεων σε ήσσονος σημασίας ή μη, έχει ερμηνεύσει contra legem διατάξεις, καταλήγοντας ότι κάποιες κατηγορίες υποθέσεων δεν μπορεί να χαρακτηρίζονται ως ανέκκλητες[17]. Η ως άνω νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία απηχεί τους σκοπούς της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 με τη δυνατότητα θέσπισης ανέκκλητων αποφάσεων, θέτει εκ προοιμίου ένα όριο στον κοινό νομοθέτη ως προς την ευχέρεια που διαθέτει. Διότι το άρθρο 95 παρ. 3 του Συντάγματος δεν συνιστά λευκή επιταγή προς τον νομοθέτη να ορίζει αποφάσεις ως ανέκκλητες, χωρίς να εξετάζεται η σοβαρότητα των υποθέσεων.
Θα έλεγε, λοιπόν, κανείς ότι υφίστανται τριών ειδών υποθέσεις, βάσει της σπουδαιότητάς τους: οι μείζονος σημασίας, που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπαχθούν στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων ούτε να χαρακτηριστούν ως υποθέσεις ουσίας, οι μέσης σημασίας, που μπορούν μεν να μεταφερθούν στα Διοικητικά Εφετεία αλλά πρέπει να χορηγείται δικαίωμα έφεσης, και οι ήσσονος σημασίας, οι «μικροδιαφορές» των ακυρωτικών διαφορών, που μπορεί να είναι ανέκκλητες.
Η κατηγοριοποίηση των υποθέσεων εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη γίνεται με βάση τη φύση της υπόθεσης, δηλαδή με βάση την εφαρμοστέα κατά περίπτωση νομοθεσία. Ωστόσο η σπουδαιότητα μιας υπόθεσης δεν μπορεί να κρίνεται πάντοτε με βάση την εφαρμοστέα νομοθεσία, αλλά και με βάση τα τιθέμενα ζητήματα που ανακύπτουν σε κάθε διαφορά, καθώς και με τη φύση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και τις συνέπειες αυτής για τον διοικούμενο. Και πάντως δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογιακού προβληματισμού ο όρος που έθεσε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι στις ανέκκλητες διαφορές τυγχάνει ούτως ή άλλως εφαρμοστέα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τι συμβαίνει όταν δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνει αντίθετα σε πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας;
V. Η σοβαρότητα των υποθέσεων βάσει της φύσης της διοικητικής πράξης
Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 95 παρ. 3 του Συντάγματος επιτρέπει τη δημιουργία διαφορών επί των οποίων δεν επιτρέπεται η άσκηση έφεσης, εφόσον αυτές είναι ήσσονος σημασίας. Βασικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μίας υπόθεσης ως σοβαρής είναι ο κυρωτικός χαρακτήρας της προσβαλλόμενης απόφασης της διοίκησης.
Σήμερα υφίσταται τάση επέκτασης των δικονομικών εγγυήσεων για την προστασία του κατηγορουμένου και στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας[18], με το ΔΕΕ να έχει συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή με τη νομολογία του[19]. Στις δικονομικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και το δικαίωμα για διπλό βαθμό δικαιοδοσίας σε θέματα ποινικού δικαίου, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 2 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Εξαίρεση εισάγεται στις περιπτώσεις αξιοποίνων πράξεων μικρής σημασίας και σε περίπτωση που Ανώτατο Δικαστήριο επιλαμβάνεται στον πρώτο βαθμό.
Κατά το ΕΔΔΑ, το ως άνω δικαίωμα σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας έχει εφαρμογή και σε διοικητικές κυρώσεις που έχουν «ποινικό χαρακτήρα»[20]. Έτσι, αν και η κατηγοριοποίηση των υποθέσεων βάσει της εφαρμοστέας νομοθεσίας αποτελεί ένα σαφές και αντικειμενικό κριτήριο οριοθέτησης των υποθέσεων σε σοβαρές ή μη, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μια κύρωση που επιβάλλεται, λ.χ. από έναν δευτεροβάθμιο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης για παραβίαση της περιβαλλοντικής ή πολεοδομικής νομοθεσίας, να έχει χαρακτηριστικά ποινικής κύρωσης.
Αν και οι περισσότερες διαφορές που σχετίζονται με την επιβολή προστίμων χαρακτηρίζονται κατά κανόνα από τον νομοθέτη ως διαφορές ουσίας και άρα διασφαλίζεται ο δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας, υφίστανται στην έννομή μας τάξη μια σειρά κυρώσεων που η αμφισβήτησή τους προκαλεί ακυρωτικές διαφορές. Σε περιπτώσεις που βάσει της εφαρμοστέας νομοθεσίας οι αποφάσεις των Διοικητικών Εφετείων χαρακτηρίζονται ως ανέκκλητες, όταν οι κυρώσεις που επιβάλλονται είναι τέτοιας φύσης που προσομοιάζουν με ποινικής φύσης κυρώσεις, δεν είναι ανεκτός ο αποκλεισμός του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, τόσο υπό τη σκοπιά του άρθρου 2 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όσο και από τη σκοπιά του άρθρου 95 παρ. 3 του Συντάγματος, αφού οι διαφορές αυτές δεν είναι ήσσονος σημασίας.
VI. Οι ποινικής φύσης κυρώσεις κατά την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων
Στις διαφορές που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες αποτελούν ακυρωτικές διαφορές[21], οι διοικητικές πράξεις που εκδίδονται, παρά το γεγονός ότι έχουν οικονομικό αντίκτυπο στον υποψήφιο ανάδοχο, δεν έχουν κατ’ αρχήν χαρακτήρα κύρωσης, δεν λαμβάνουν δηλαδή τη μορφή τιμωρίας. Υφίστανται, ωστόσο, συγκεκριμένες περιπτώσεις που μια απόφαση αναθέτουσας αρχής έχει κυρωτικό χαρακτήρα.
Η πρώτη τέτοια περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία οικονομικοί φορείς αποκλείονται από διαγωνιστική διαδικασία και διαπιστώνεται, με την απόφαση της αναθέτουσας αρχής, το πρώτον η συνδρομή λόγου αποκλεισμού, ο οποίος μάλιστα επιδρά και σε μελλοντικές διαγωνιστικές διαδικασίες, όπως λ.χ. η περίπτωση της σύναψης συμφωνιών με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού[22]. Όπως έχει κριθεί από το ΔΕΕ, η κύρωση του αποκλεισμού από δημόσιες συμβάσεις έχει τιμωρητικό χαρακτήρα[23]. Κατά το ΔΕΕ, ορισμένες διοικητικές κυρώσεις που επιδιώκουν κατασταλτικό σκοπό και ενέχουν αυξημένο βαθμό αυστηρότητας ενδέχεται να έχουν ποινικό χαρακτήρα[24].
Υπέρ του ποινικού χαρακτήρα του αποκλεισμού από δημόσιες συμβάσεις συνηγορεί το γεγονός ότι οι επιπτώσεις για τους οικονομικούς φορείς είναι δυσμενέστατες, ιδίως σε αυτούς που δραστηριοποιούνται συστηματικά στον τομέα, αφού ενδέχεται να οδηγήσει σε αναστολή της οικονομικής τους δραστηριότητας, με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις. Επιπλέον, για πολλές από τις περιπτώσεις λόγων αποκλεισμού, όπως αυτής της σύναψης συμφωνιών με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, προβλέπονται παράλληλα και άλλες κυρώσεις, ποινικής και διοικητικής φύσης (άρθρα 25Β και 44 του Ν. 3959/2011), αναδεικνύοντας τον ποινικό χαρακτήρα της κύρωσης[25].
Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία αποφασίζεται η κατάπτωση εγγυητικής επιστολής συμμετοχής. Η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής αποτελεί ένα μέτρο κυρωτικό, που έχει ως σκοπό τη διαφύλαξη της ορθής διεξαγωγής της διαγωνιστικής διαδικασίας. Η κατάπτωση της εγγύησης προβλέπεται σε περίπτωση σοβαρών παραβάσεων κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, που ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 72 παρ. 2 του Ν. 4412/2016. Σκοπός της κύρωσης δεν είναι η αποζημίωση, αλλά επιβάλλεται ως μια μορφή τιμωρίας των παραβατών, που έχει αποτρεπτικό αλλά και τιμωρητικό χαρακτήρα[26]. Όσον αφορά στη βαρύτητα της κύρωσης, αυτή – υπό προϋποθέσεις – μπορεί να φθάνει, στις περιπτώσεις αρμοδιότητας των Διοικητικών Εφετείων που το ύψος της ανέρχεται σε ποσοστό 2% της εκτιμώμενης αξίας, σε ποσό έως 300.000 ευρώ, ήτοι ιδιαίτερα υψηλή κύρωση[27]. Μάλιστα, ένας από τους σκοπούς της κατάπτωσης της εγγύησης είναι η αποτροπή ψευδών δηλώσεων, που αποτελεί και ποινικό αδίκημα, αναδεικνύοντας τον ποινικό χαρακτήρα της κύρωσης[28].
Βάσει των ανωτέρω, ευλόγως μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι για τις ως άνω περιπτώσεις αποφάσεων αναθετουσών αρχών πληρούνται τα κριτήρια Engel ώστε να χαρακτηριστούν ως κυρώσεις ποινικού χαρακτήρα. Και για τον λόγο αυτό έπρεπε, υπό προϋποθέσεις, στις περιπτώσεις αυτές να προβλέπεται ένδικο μέσο, όταν η απόφαση εκδίδεται από το Διοικητικό Εφετείο, άλλως παραβιάζεται το άρθρο 2 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ πάντως οι υποθέσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ήσσονος σημασίας, κατά την έννοια του άρθρου 95 παρ. 3 του Συντάγματος.
VΙΙ. Η πρόβλεψη ενδίκων μέσων από τη σκοπιά του ενωσιακού δικαίου
Εξ όσων προαναφέρθηκαν, το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ κατοχυρώνουν σε ορισμένες περιπτώσεις το δικαίωμα στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Τίθεται το ερώτημα αν και το ενωσιακό δίκαιο κατοχυρώνει αντίστοιχα το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων σε υποθέσεις που τυγχάνει εφαρμοστέο, όπως αυτές που αφορούν στο προσυμβατικό στάδιο. Βάσει του άρθρου 19 της ΣΕΕ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, στα εθνικά δικαστήρια και στο ΔΕΕ ανατίθεται η διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών και της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης[29]. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 ορίζεται ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν ένα σύστημα μέσων ένδικης προστασίας και διαδικασιών το οποίο να διασφαλίζει στους πολίτες τον σεβασμό του δικαιώματός τους σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης[30]. Ως εκ τούτου και δεδομένης της ρητής πρόβλεψης σε ένδικα μέσα ανακύπτει το ζήτημα αν οι περιορισμοί στην άσκησή τους σε διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου ελέγχονται ως προς τη συμβατότητα με την παραπάνω διάταξη.
Με πρόσφατη απόφαση του Τμήματος Μείζονος Σύνθεσης του ΔΕΕ[31], κρίθηκε ότι μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν εμποδίζει, κατ’ αρχήν, τα κράτη μέλη να θεσπίζουν διαδικασίες για την παροχή άδειας προς άσκηση αναιρέσεως ή άλλα συστήματα διαλογής ή «φιλτραρίσματος» των ενδίκων μέσων που ασκούνται ενώπιον των ανωτάτων εθνικών δικαστηρίων, εντούτοις, η εφαρμογή τέτοιων διαδικασιών ή συστημάτων πρέπει να είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Άρα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι ένα σύστημα φιλτραρίσματος υποθέσεων, ως μείζονος ή μη σημασίας, προκειμένου να καθίστανται ανέκκλητες, ελέγχεται ως προς τη συμφωνία του με το δίκαιο της Ένωσης.
Κατά το ΔΕΕ, πρέπει να πληρούνται δυο σωρευτικές προϋποθέσεις, η τήρηση των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, ούτως ώστε να μπορεί ένα κράτος μέλος να επικαλεστεί την αρχή της δικονομικής αυτονομίας σε καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης[32]. Όσον αφορά στην αρχή της αποτελεσματικότητας, οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ρόλος τους στην όλη διαδικασία, τη διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής και τις ιδιομορφίες της ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οι αρχές που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας[33].
Άρα, ένα σύστημα ενδίκων μέσων πρέπει να σέβεται τις γενικές αρχές του Δικαίου της Ένωσης. Θα μπορούσε, λοιπόν, να υποστηριχθεί η άποψη ότι πρέπει να προβλέπεται – έστω με εισαγωγή φίλτρων – η άσκηση έφεσης σε περιπτώσεις παραβίασης της δίκαιης δίκης, ως θεμελιώδους αρχής της δικαστικής προστασίας που προστατεύεται από το δίκαιο της Ένωσης. Έτσι, δικαίωμα έφεσης θα έπρεπε να παρέχεται όταν η απόφαση παραβιάζει την ασφάλεια δικαίου (λ.χ. παραβίαση πάγιας νομολογίας ή σαφούς διάταξης με συνέπεια την απόρριψη ως απαράδεκτου ένδικου βοηθήματος), όταν παραβιάζεται η αρχή της αντιμωλίας[34] (λ.χ. απόρριψη ενδίκου βοηθήματος βάσει ερμηνείας που προκύπτει κατόπιν αυτεπάγγελτου ελέγχου), όταν παραβιάζεται η αρχή του φυσικού δικαστή[35] και της ανεξαρτησίας των δικαστών[36] ή όταν δεν υποβάλλεται προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ κατά παράβαση του άρθρου 267 παρ. 1 της ΣΛΕΕ[37].
Κατά μια άποψη, σε οριακές περιπτώσεις που παραβιάζονται θεμελιώδεις αρχές που συνδέονται με το δικαίωμα με την παροχή δικαστικής προστασίας, όπως η υποχρέωση έκδοσης αποφάσεων από δικαστήρια που έχουν συσταθεί νομίμως, επιτρέπεται η απόκλιση από κανόνες όπως το δεδικασμένο αποφάσεων που έχουν καταστεί απρόσβλητες, οι οποίες θα πρέπει να θεωρηθούν ως ανυπόστατες[38]. Αντιστοίχως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι το άρθρο 19 παρ. 1 της ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του ΧΘΔΕΕ, επιβάλλουν την άσκηση ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων που έχουν θίξει θεμελιώδεις δικονομικές αρχές.
Αλλά και από τη συνταγματική σκοπιά, θα μπορούσε άραγε να χαρακτηριστεί ως υπόθεση ήσσονος σημασίας μια υπόθεση που ναι μεν η εφαρμοστέα νομοθεσία δεν την καθιστά σοβαρή, αλλά η πρωτόδικη απόφαση υπέπεσε σε σφάλμα τέτοιας φύσης που κατ’ ουσίαν στέρησε από τον διοικούμενο τη δικαστική προστασία, επηρεάζοντας τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και οδηγώντας σε αρνησιδικία[39];
VIΙI. Η ανάγκη μιας εναλλακτικής κατηγοριοποίησης υποθέσεων
Εκ της προηγηθείσης ανάλυσης ανακύπτει ο βασικός προβληματισμός. Η επιλεγείσα από τον νομοθέτη κατηγοριοποίηση των υποθέσεων σε εκκλητές και ανέκκλητες βάσει της εκάστοτε εφαρμοστέας νομοθεσίας δεν φαίνεται να είναι επαρκής για την κάλυψη όλων των περιπτώσεων που δικαιολογείται ο αποκλεισμός από τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κενά στη δικαστική προστασία.
Ο χαρακτηρισμός μιας υπόθεσης ως σοβαρής ή μη βάσει ενός μόνο κριτηρίου, όπως της εφαρμοστέας νομοθεσίας (στις ακυρωτικές διαφορές) ή της χρηματικής αξίας (στις διαφορές ουσίας), στερεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας τη δυνατότητα να επιληφθεί επί σοβαρών νομικών ζητημάτων και να θεσπίσει νομολογιακούς κανόνες ή να εξελίξει την υφιστάμενη νομολογία του. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η απόφαση σταθμός του ΔΕΚ που διακήρυξε την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου[40] προήλθε από την άρνηση ενός Ιταλού δικηγόρου να καταβάλει στον πάροχο ηλεκτρικού ρεύματος το τιμολόγιο ευτελούς αξίας 1.952 λιρών Ιταλίας, επειδή αντίκειτο στο Σύνταγμα και στη Συνθήκη της Ρώμης.
Στην αναιρετική δίκη η εφαρμογή ενός κατώτατου ορίου ratione valoris για την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποτελεί θεμιτή και εύλογη διαδικαστική απαίτηση λαμβανομένης υπόψη της ίδιας της ουσίας του ρόλου του Δικαστηρίου να ασχολείται μόνο με ζητήματα που έχουν την απαιτούμενη σημασία[41]. Στην ακυρωτική δίκη, ωστόσο, τα όρια του νομοθέτη να αποξενώνει το Συμβούλιο της Επικρατείας από συγκεκριμένες υποθέσεις τελεί υπό τον όρο ότι είναι ήσσονος σημασίας και ότι εφαρμόζεται η πάγια νομολογία του.
Η αποξένωση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην ακυρωτική δίκη από ορισμένες διαφορές που τίθενται νομικά ζητήματα μείζονος σημασίας φαίνεται να μην είναι σύμφωνη με τους σκοπούς του συνταγματικού νομοθέτη, όπως αποτυπώνονται στα Πρακτικά 4/2001 και 6/2000 της Ολομέλειας. Μετά την πάροδο άνω των 20 ετών από τη συνταγματική αναθεώρηση και την πρόβλεψη ανέκκλητων αποφάσεων, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν μπορεί να επιτελέσει πάντοτε τον ρόλο του εγγυητή της ενότητας της νομολογίας[42] με αποτέλεσμα να δημιουργείται ο κίνδυνος δημιουργίας αντιφατικής νομολογίας από τα Διοικητικά Εφετεία. Και όπως έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ η εξακολουθητική απόκλιση της νομολογίας μπορεί να δημιουργήσει μια κατάσταση νομικής αβεβαιότητας που μειώνει την εμπιστοσύνη του κοινού στο δικαστικό σύστημα, κάτι που διαρρηγνύει τον ιστό του κράτους δικαίου[43].
Και ναι μεν η λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών επιτάσσει την ελευθερία της δικαιοδοτικής κρίσης, ωστόσο η δέσμευση των κατώτερων δικαστικών σχηματισμών από ανώτατα δικαστήρια δεν θίγει τη δικαστική ανεξαρτησία[44]. Αντιθέτως, το κύρος της δικαιοσύνης θίγεται από αποφάσεις που χαρακτηρίζονται ως «αυθαίρετες» ή των οποίων τα συμπεράσματα είναι παράλογα, κατά την νομολογία του ΕΔΔΑ[45], οδηγώντας σε «αρνησιδικία» και σε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Άρα, η δυνατότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμόζοντας ένα αντίστοιχο κριτήριο, να επεμβαίνει σε δεύτερο βαθμό, όταν παραβιάζεται λχ η πάγια νομολογία του και εκδίδονται υπό την έννοια αυτή «αυθαίρετες» αποφάσεις, εξυπηρετεί τους σκοπούς των άρθρων 95 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Παράλληλα, και επειδή η νομολογία αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό που διαρκώς εξελίσσεται, με τη δυνατότητα άσκησης έφεσης κατά αποφάσεων που παρεκκλίνουν από την πάγια νομολογία, δίνεται η δυνατότητα στο Συμβούλιο της Επικρατείας να εξελίσσει ή ακόμη και να ανατρέπει πάγια νομολογία του, προτάσσοντας την ορθή ερμηνεία του δικαίου από την προσκόλληση σε παρωχημένες ή και εσφαλμένες αντιλήψεις. Άλλωστε, η νομολογία συνδιαμορφώνεται με τους λοιπούς παράγοντες της κάθε δίκης βάσει των προβαλλόμενων επιχειρημάτων, τα οποία μπορεί να προβληθούν σε επόμενη δίκη[46]. Και τούτο, διότι η αντίθεση σε πάγια νομολογία μπορεί μεν να οδηγεί στην τυπική αποδοχή της έφεσης, δεν προδικάζει όμως, ούτε συνεπάγεται υποχρεωτικά και την ουσιαστική αποδοχή αυτής. Η αναγνώριση, επομένως, δικαιώματος έφεσης σε αυτές τις περιπτώσεις δεν οδηγεί σε στεγανοποίηση της νομολογίας, όπως ίσως θα μπορούσε εκ πρώτης να αντιτείνει κάποιος, αλλά αντιθέτως ενισχύει τη διαλογική σχέση μεταξύ των διοικητικών δικαστών και εν τέλει ευνοεί τη δυναμική εξέλιξη της νομολογίας.
Ο θεσμός της πρότυπης δίκης του άρθρου 1 του Ν. 3900/2010 δεν είναι επαρκής για την κάλυψη του κενού που δημιουργείται από το, άνευ ετέρου, ανέκκλητο στις ακυρωτικές διαφορές, αφού κατά κανόνα το Συμβούλιο της Επικρατείας αντιμετωπίζει συσταλτικά, επί τη βάσει ποσοτικών και όχι ποιοτικών κριτηρίων, την προϋπόθεση να «τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες σε ευρύτερο κύκλο προσώπων», αναζητώντας πολλές εκκρεμείς υποθέσεις για να χαρακτηρίσει μια υπόθεση ως ευρύτερου ενδιαφέροντος. Ο σκοπός της ενότητας της νομολογίας της εν λόγω διάταξης[47] παραμένει κενό γράμμα σε αρκετές περιπτώσεις και ζητήματα μείζονος νομικής αξίας παραμένουν ορφανά από νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ούτε η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3900/2010, που προβλέπει κατ’ εξαίρεσιν την άσκηση ενδίκου μέσου κατά απόφασης που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου ως αντικείμενη στο Σύνταγμα ή σε υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, φαίνεται να επαρκεί για την κάλυψη των κενών. Διότι ναι μεν μια τέτοια περίπτωση που αμφισβητείται μια διάταξη νόμου είναι εξ ορισμού μείζονος σημασίας, ωστόσο η δυνατότητα ή μη προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας εξαρτάται από την έκβαση της δίκης. Μόνο αν το Δικαστήριο ουσίας δεν εφαρμόσει τον νόμο, ο ηττηθείς διάδικος μπορεί να ασκήσει ένδικο μέσο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση ο διάδικος που τον αμφισβητεί δεν έχει δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Η εν λόγω διάταξη δημιουργεί ζητήματα συμβατότητας με υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις όσον αφορά στην ισότητα των όπλων, φέροντας σε υπέρτερη θέση τον υπερασπιστή του νόμου (κατά κανόνα το Δημόσιο) έναντι αυτού που τον αμφισβητεί (κατά κανόνα ο διοικούμενος), όχι μόνο επειδή αναγνωρίζεται εκ των προτέρων δικαίωμα ενδίκου μέσου σε έναν μόνο διάδικο, αλλά και επειδή προκαταβάλλεται το πρωτόδικο δικαστήριο υπέρ της «νομιμότητας» του νόμου, προκειμένου να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η κρίση του.
Εντέλει, κατά την άποψη του γράφοντος, ως διαφορά που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ήσσονος σημασίας ώστε να επιτρέπεται το ανέκκλητο θα πρέπει να νοείται κάθε περίπτωση που τίθενται ζητήματα συμφωνίας διατάξεων με το Σύνταγμα ή υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις ή που παραβιάζεται η δίκαιη δίκη ή που οι κυρώσεις είναι τέτοιας φύσης που έχουν ποινικό χαρακτήρα.
IX. Οι απαντήσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας στην 419/2025 απόφαση
Πολλοί από τους προβληματισμούς που αναπτύχθηκαν ανωτέρω τέθηκαν υπ’ όψιν του Συμβουλίου της Επικρατείας σε υπόθεση που ασκήθηκε έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Εφετείου που εκδόθηκε επί διαφοράς που αφορά το στάδιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων. Με την απόφασή του το Διοικητικό Εφετείου, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 363 παρ. 1 του Ν. 4412/2016 έκρινε ότι ασκήθηκε απαραδέκτως προδικαστική προσφυγή, επειδή δεν είχε υπολογιστεί στην προϋπολογισθείσα αξία της σύμβασης το πριμ του άρθρου 149 του Ν. 4412/2016. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση υπέρ του νόμου από το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος επικαλούμενος την αντίστοιχη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τα δικαιώματα προαίρεσης, προέβαλε ότι το πριμ δεν περιλαμβάνεται στην προϋπολογισθείσα αξία και συνακόλουθα δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν για τον υπολογισμοό του παραβόλου που καταβάλλεται για την άσκηση προδικαστικής προσφυγής. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την υπ’ αριθ. 420/2025 απόφαση του Δ’ Τμήματος, έκανε δεκτή την έφεση υπέρ του νόμου, καταλήγοντας σε κρίση ότι ως βάση για τον υπολογισμό του παραβόλου λαμβάνεται υπόψη η προϋπολογισθείσα αξία της σύμβασης, στην ανάθεση της οποίας αποβλέπει πράγματι η διαγωνιστική διαδικασία, και όχι η αξία δαπανών που είναι αβέβαιο εάν θα καταβληθούν, όπως το πριμ.
Παράλληλα με την έφεση υπέρ του νόμου, ο θιγόμενος οικονομικός φορέας άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, προβάλλοντας ότι το άρθρο 372 του Ν. 4412/2016 δεν θεσπίζει ανέκκλητο και ότι πάντως η πλημμέλεια της εκκαλούμενης είναι τέτοιας βαρύτητας που οδήγησε σε σοβαρό περιορισμό του δικαιώματος στην έννομη προστασία, γεγονός που έπρεπε να δικαιολογήσει την άσκηση ενδίκου μέσου, διότι η υπόθεση αυτή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ήσσονος σημασίας, κατά την έννοια του άρθρου 95 παρ. 3 του Συντάγματος.
Με την υπ’ αριθ. 419/2025 απόφαση του Δ’ Τμήματος απορρίφθηκε η έφεση με το εξής σκεπτικό: Το Συμβούλιο της Επικρατείας αφού επανέλαβε τον νομολογιακά διαμορφωθέντα κανόνα κατά τον οποίο κατ’ άρθρο 372 παρ. 3 του Ν. 4412/2016 δεν επιτρέπεται έφεση κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων, έκρινε ότι το ανέκκλητο καταλαμβάνει, κατά νόμο, αδιακρίτως όλες τις διαφορές που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη κατηγορία χωρίς να ασκεί επιρροή ο χαρακτήρας ή η βαρύτητα της πλημμέλειας που προσάπτεται στην απόφαση του εφετείου. Το Σύνταγμα (20 παρ.1), η ΕΣΔΑ (6 και 13) και η δικονομική οδηγία 89/665/ΕΟΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ, δεν κατοχυρώνουν δικαίωμα σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κρίθηκαν, επίσης, αβάσιμοι οι ισχυρισμοί ότι πρέπει να θεωρηθεί κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή η έφεση όταν η πρωτόδικη κρίση είναι αντίθετη με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και στερεί τον ενδιαφερόμενο του δικαιώματος έννομης προστασίας, προκειμένου να είναι δυνατή η αποκατάσταση της τρωθείσας δίκαιης δίκης, της ασφάλειας δικαίου και της ενότητας της νομολογίας, διότι το ενδεχόμενο έκδοσης εσφαλμένων (ανέκκλητων) δικαστικών αποφάσεων αποτελεί εγγενή αδυναμία του θεσμού του ανεκκλήτου που δεν τον καθιστά αντίθετο με τις ανωτέρω υπέρτερης ισχύος διατάξεις. Κρίθηκε, τέλος, όταν μόνο όταν υφίσταται κενό δικαίου καταλείπεται περιθώριο στο Δικαστήριο διάπλασης εξαιρετικού νομολογιακού κανόνα.
Η ως άνω κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας ισορροπεί στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αφού αναγνωρίζει διαπλαστικό ρόλο στο Ανώτατο Ακυρωτικό μόνο σε περιπτώσεις κενού δικαίου, χωρίς να παραβιάζονται η υπερνομοθετικής ισχύος αρχές της δίκαιης δίκης από την πρόβλεψη ενός συστήματος δικαστικής προστασίας που δεν επιτρέπει την άρση των συνεπειών μιας πρωτόδικης κρίσης που παραβιάζει τη δίκαιη δίκη. Αν και δεν είναι εύκολος ο εντοπισμός των κενών δικαίου, αφού σε άλλες περιπτώσεις κρίθηκαν παραδεκτά ένδικα μέσα που κατά τον νόμο χαρακτηρίζονταν απαράδεκτα, είναι σαφές ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας απέφυγε το ρόλο του δικονομικού ακτιβιστή σε υποθέσεις που είναι δυσδιάκριτο να εντοπιστεί το βάρος της πλημμέλειας, ανοίγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα παράθυρο για την άσκηση εφέσεων κατά «παράλογων» αποφάσεων.
Παραμένουν, ωστόσο, αναπάντητα ερωτήματα κατά πόσον σε συγκεκριμένες περιπτώσεις πλημμελειών, όπως λχ η παραβίαση της αρχής του φυσικού δικαστή, ή σε συγκεκριμένες υποθέσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ποινικής φύσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας θα εντόπιζε νομοθετικό κενό, διαπλάθοντας δικονομικό κανόνα που να επιτρέπει την άσκηση κατ’ εξαίρεσιν έφεσης.
Χ. Μία πρόταση νομοθετικής ρύθμισης
Για την κάλυψη των κενών αυτών δικαστικής προστασίας και δεδομένου ότι τα δικαιοπλαστικά όρια του δικαστή είναι περιορισμένα είναι αναγκαία η επέμβαση του νομοθέτη, με τη θέσπιση μιας συμπληρωματικής κατηγοριοποίησης υποθέσεων, βάσει των νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν στην πρωτόδικη απόφαση, εισάγοντας μια διάταξη αντίστοιχη με αυτήν του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.
Θα μπορούσε, λοιπόν, να προβλεφθεί ότι επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση κατά αποφάσεων που εκ του νόμου χαρακτηρίζονται ανέκκλητες και ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989, στις εξής περιπτώσεις: α) Αν οι συνέπειες της απόφασης της διοικητικής αρχής που αποτέλεσε αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είναι τέτοιες που έχει η κύρωση ποινικό χαρακτήρα. β) Αν τίθεται ζήτημα συμβατότητας διάταξης νόμου ή κανονιστικής ισχύος διάταξης με το Σύνταγμα ή με διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος, η ερμηνεία της οποία έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν το δικαστήριο παραβίασε την υποχρέωση αποστολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. γ) Αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση. δ) Αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα. ε) Αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας ή παραβιάστηκε η αρχή της αντιμωλίας. στ) Σε περίπτωση παραβίασης της δίκαιης δίκης που είχε ως συνέπεια την απώλεια δικονομικού δικαιώματος εξαιτίας πρόδηλου σφάλματος του δικαστηρίου. ζ) Αν η απόφαση είναι αντίθετη σε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το ζήτημα που επιλύθηκε επί πιλοτικής δίκης ή δίκης κατόπιν υποβολής προδικαστικού ερωτήματος διοικητικού δικαστηρίου ή κατόπιν έφεσης ή αναίρεσης υπέρ του νόμου ή σε απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή σε πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. η) Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η πρώτη των ως άνω περιπτώσεων αφορά εν γένει τη φύση της υπόθεσης και άρα, με την επιφύλαξη επαλήθευσης του ποινικού χαρακτήρα της κύρωσης, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως οι λοιπές εφέσεις. Οι άλλες περιπτώσεις αφορούν συγκεκριμένα νομικά ζητήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το πρωτόδικο δικαστήριο ή συγκεκριμένες πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης. Στην πραγματικότητα, στις περιπτώσεις αυτές η δυνατότητα άσκησης έφεσης αφορά συγκεκριμένους λόγους, κατ’ αντιστοιχία με ό,τι ισχύει στην άσκηση αναίρεσης επί αποφάσεων μικροδιαφορών κατ’ άρθρο 560 του ΚΠολΔ.
Η έφεση θα εξετάζεται εκ πρώτης όψεως εν συμβουλίω από Επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας του άρθρου 34Γ του π.δ. 18/1989, η οποία θα ερευνά αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο ή αν το ένδικο μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο. Η κρίση της Επιτροπής αποκτά έναν ρόλο άδειας άσκησης του ενδίκου μέσου, σε αντιστοιχία με μοντέλα που έχουν υιοθετηθεί από άλλες χώρες[48] και έχουν προταθεί στο παρελθόν[49].
Με τη θέσπιση ενός μοντέλου κατ’ εξαίρεσιν επιτρεπτής άσκησης έφεσης διασφαλίζεται η ενότητα της νομολογίας, η ασφάλεια δικαίου, εγκαθιδρύεται η εμπιστοσύνη του πολίτη στη δικαιοσύνη, αφού αποφεύγονται αντιφατικές ή παράλογες αποφάσεις, και τελικά, η διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας θα συνεισφέρει στην ταχύτητα κατά την απονομή της δικαιοσύνης.
ΧΙ. Επίλογος
Η καθιέρωση των ανέκκλητων αποφάσεων αν και στόχευσε στην αποσυμφόρηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκ του αποτελέσματος δεν αποτέλεσε μέτρο ικανό να συμβάλει ριζικά στην επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης, αφού οι ρυθμοί παραμένουν αργοί. Αντιθέτως, η απόλυτη απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων σε συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, χωρίς να εξετάζεται η σοβαρότητα των νομικών ζητημάτων που τέθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο, συμβάλει στην ανασφάλεια δικαίου, εκ του κινδύνου δημιουργίας αντιφατικής νομολογίας, και εντέλει αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που κλονίζει την εμπιστοσύνη του πολίτη προς τη δικαιοσύνη.
Η λήψη νομοθετικών μέτρων για την πρόβλεψη ειδικών περιπτώσεων που επιτρέπεται η άσκηση έφεσης κατά ανέκκλητων αποφάσεων ή η θέσπιση συγκεκριμένων λόγων έφεσης, θα συνέβαλε στον σκοπό της βελτίωσης του συστήματος παροχής δικαστικής προστασίας, δημιουργώντας συνθήκες ασφάλειας δικαίου.
Επειδή, όμως, ο δικονομικός νομοθέτης δεν ενεργεί πάντοτε, αν δεν έχει την ώθηση ή την παρότρυνση από τους λειτουργούς της δικαιοσύνης, ίσως θα πρέπει το Συμβούλιο της Επικρατείας, διαφυλάττοντας και εκπληρώνοντας τον συνταγματικό ρόλο του, να διαπλάσσει δικονομικούς κανόνες προς την κατεύθυνση της διασφάλισης της δίκαιης δίκης, τουλάχιστον σε οριακές περιπτώσεις που θα μπορούσε να εντοπιστεί κενό δικαίου, υπενθυμίζοντας στον νομοθέτη το καθήκον του να προβλέπει ένδικα μέσα σε υποθέσεις που εκ της φύσεώς τους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ήσσονος σημασίας.
[1] ΣτΕ Ολ 1639 και 1641/2024, με τις οποίες κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι στερείται εννόμου συμφέροντος ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών για την ακύρωση αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης περί διορισμού του Αντιπροέδρου, Αναπληρωτή Αντιπροέδρου και μελών των Ανεξάρτητων Αρχών.
[2] Απόφαση ΕΔΔΑ της 19.11.2024, Τσιώλης κατά Ελλάδας (αριθμ. προσφ. 51774/17).
[3] ΣτΕ Ολ 874, 875/2024, με τις οποίες κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι η έρευνα της συνδρομής των προϋποθέσεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως μετά τον Ν. 3900/2010 και ήδη ισχύουν, για το παραδεκτό αίτησης αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προηγείται της έρευνας κάθε ζητήματος που ανάγεται στον έλεγχο του βασίμου του ενδίκου μέσου, ακόμη και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου ή δημοσίας τάξεως, με την εξαίρεση των ζητημάτων που αφορούν τη δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου, καθώς και των συναπτόμενων με τη φύση της διαφοράς ως ουσίας ή ακυρωτικής, καθιστώντας τον θεσμό του φυσικού δικαστή ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας στην αναιρετική δίκη.
[4] ΣτΕ 1710, 1711/2023.
[5] Υπό αυτή την έννοια απόφαση ΔΕΕ της 17ης Ιανουαρίου 2024, CROSS Zlín a.s., C-303/22.
[6] Βλ. Α. Σιαπέρα, Οι αντιφατικές δικαστικές κρίσεις στο δίκαιο δημόσιων συμβάσεων, ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 8-9/2024, σελ. 767 – 772.
[7] ΣτΕ 7μ 147/2022.
[8] ΣτΕ 7μ 2614/2021, βλ. και μειοψηφία στη ΣτΕ 7μ 665/2022 σχετικά με την αντίθεση σε απόφαση που έχει εκδοθεί κατόπιν αναίρεσης υπέρ του νόμου.
[9] Με το άρθρο 26 του Ν. 5119/2024 (Α’ 103) τροποποιήθηκε το άρθρο 1 του Ν. 3900/2010, στην παράγραφο 6 του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου, ανεξαρτήτως των προϋποθέσεων παραδεκτού, αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη σε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το ζήτημα που επιλύθηκε επί πιλοτικής δίκης ή δίκης κατόπιν υποβολής προδικαστικού ερωτήματος διοικητικού δικαστηρίου.
[10] ΣτΕ 7μ 636/2021.
[11]Βλ. Ε. Πρεβεδούρου, Η νομολογιακή διάπλαση των κανόνων του γαλλικού διοικητικού δικονομικού δικαίου (CE, Ass., 23 juillet 2016, B. [387763]), σε www.prevedourou.gr.
[12] Βλ. Β. Τσιγαρίδα, Νομολογιακές δικονομικές μεταρρυθμίσεις, ΘΠΔΔ 11/2023, σ. 1225 έως 1228.
[13] Απόφαση ΔΕΕ της 15ης Οκτωβρίου 2024, C‑144/23, KUBERA, σκέψη 56.
[14] ΣτΕ 7μ 147/2022, σύμφωνα με την οποία όταν κατ’ ενάσκηση της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης ή της Βουλής πρόκειται να εισαχθούν προς ψήφιση διατάξεις, οι οποίες αφορούν την οργάνωση και λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων -όπως είναι κατ’ εξοχήν οι δικονομικές διατάξεις- ή την κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, αφενός, και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφετέρου, από λόγους δεοντολογίας, αλλά και προς επίτευξη των σκοπών της καλής νομοθέτησης [βλ. ήδη άρθρα 57 επ. του ν. 4622/2019 (Α΄ 133)], επιβάλλεται να ακούγονται οι απόψεις του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της συνταγματικότητας και επί της σκοπιμότητας των προτεινόμενων ρυθμίσεων, πριν κατατεθεί το σχέδιο ή η πρόταση νόμου προς ψήφιση στη Βουλή, προκειμένου το Δικαστήριο να εκτιμήσει και να επισημάνει στα όργανα που, κατά το Σύνταγμα, έχουν την νομοθετική πρωτοβουλία την ύπαρξη ή μη πραγματικής ανάγκης για τη θέσπιση από τον νομοθέτη των νέων ρυθμίσεων, καθώς και τα τυχόν ανακύπτοντα ζητήματα συνταγματικότητας ή αντίθεσης των ρυθμίσεων προς άλλες υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις.
[15] ΣτΕ Ολ 3919/2010, Ολ 693/2013.
[16] ΣτΕ 7μ 1405/2007, με παραπομπή σε Πρακτικά Ολομέλειας ΣτΕ 4/2001, 6/2000 και εισηγητική έκθεση του Ν. 2944/2001, ΣτΕ 534/2020, πρβλ. ΣτΕ 1077/2016 7μ, 1405/2018, 2737/2017, 515/2015, 637/2014, ΣτΕ σε συμβ. 2901, 2821/2014, ΣτΕ 120/2004, 1405/2007 7μ, 1805-6/2009 7μ κ.ά.
[17] ΣτΕ 7μ 633/2023.
[18] Βλ. Ελένη Θεοχαροπούλου, Η επέκταση δικονομικών εγγυήσεων για την προστασία του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της φορολογικής διαδικασίας, Δεκέμβριος 2024, σε www.nomarchia.gr.
[19] Απόφαση ΔΕΕ της 2ης Φεβρουαρίου 2021, C-481/2019, DB, σκέψη 40.
[20] Απόφαση ΕΔΔΑ της 30.06.2020, Saquetti Iglesias κατά Ισπανίας, αρ. προσφ. 50514/13.
[21] ΣτΕ Ολ 3796/1999, 1923/2002 κ.ά.
[22] Απόφαση ΔΕΕ της 21ης Δεκεμβρίου 2023, C-66/22, Infraestruturas de Portugal SA, σκέψεις 68 έως 72.
[23] Απόφαση ΔΕΕ της 30ής Μαΐου 2024, Vialto Consulting κατά Επιτροπής, C‑130/23 P, σκέψη 31.
[24] Απόφαση ΔΕΕ της 2ας Φεβρουαρίου 2024, C-481/19, DB, σκέψη 43.
[25] Αποφάσεις ΕΔΔΑ της 10.2.2009 Zolotukhin κατά Ρωσίας και της 25.09.2009 Maresti κατά Κροατίας (αριθμ. προσφ. 55759/07).
[26] Απόφαση ΕΔΔΑ της 16.06.2022, Γουλανδρής και Βαρδινογιάννη κατά Ελλάδος, αρ. προσφ. 1735/13.
[27] Στην περίπτωση της υπόθεσης Saquetti Iglesias v. Ισπανία με αρ. προσφ. 50514/13, το ΕΔΔΑ χαρακτηρίστηκε ως κύρωση με ποινικό χαρακτήρα πρόστιμο αξίας 153.800 ευρώ.
[28] ΕΔΔΑ, αποφάσεις Zolotukhin κατά Ρωσίας και Maresti κατά Κροατίας, ό.π.
[29] Αποφάσεις ΔΕΕ της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ., C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, σκέψη 217, της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων), C‑192/18, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 2ας Μαρτίου 2021, A. B. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές), C‑824/18, σκέψη 108.
[30] Απόφαση ΔΕΕ της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ., C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, σκέψη 219.
[31] Απόφαση ΔΕΕ της 15ης Οκτωβρίου 2024, C‑144/23, KUBERA, σκέψη 32.
[32] Αποφάσεις ΔΕΕ της 15ης Μαρτίου 2017, Aquino, C‑3/16, σκέψη 49, της 17ης Μαρτίου 2016, Bensada Benallal, C‑161/15, σκέψη 25.
[33] Απόφαση ΔΕΕ της 6ης Οκτωβρίου 2021, C‑561/19, Consorzio Italian Management e Catania Multiservizi και Catania Multiservizi, σκέψη 63.
[34] Απόφαση ΔΕΕ της 12ης Δεκεμβρίου 2024, C-118/23, Getin Holding κ.λπ., σκέψη 102.
[35] Απόφαση ΔΕΕ της 11ης Ιουλίου 2024, C-554/21, Hann-Invest.
[36] Απόφαση ΔΕΕ της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C‑64/16.
[37] Απόφαση ΔΕΕ της 15ης Οκτωβρίου 2024, C‑144/23, KUBERA.
[38] Βλ. από 10.4.2025 Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΕ D. Spielmann, C‑225/22, AW «T».
[39] Απόφαση ΕΔΔΑ της 14.01.2020, Lazarević κατά Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (αριθ. προσφ. 29422/17).
[40] Απόφαση ΔΕΚ της 15ης Ιουλίου 1964, 6/24, Flaminio Costa κατά ENEL.
[41] Απόφαση ΕΔΔΑ της 14.01.2020, Lazarević κατά Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (αριθ. προσφ. 29422/17).
[42] ΣτΕ 1370/2019.
[43] Απόφαση ΕΔΔΑ της 23.06.2019, ΣΙΝΕ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ Α.Ε.Ε. κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 17257/13).
[44] Απόφαση ΔΕΕ της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ., C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, σκέψη 230.
[45] Απόφαση ΕΔΔΑ της 14.01.2020, Lazarević κατά Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (αριθ. προσφ. 29422/17), όπου εφαρμόστηκε προδήλως εσφαλμένως η νομοθεσία και η νομολογία, απόφαση ΕΔΔΑ της 10.09.2024, Παλιούρας κ.α. κατά Ελλάδας (αρ. προσφ. 51031/16 και 2 άλλες), όπου διαπιστώθηκε η έλλειψη οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των πραγματικών περιστατικών, του εφαρμοστέου δικαίου και του αποτελέσματος.
[46] Βλ. από 23.9.2021 Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΕ Michal Bobek, C‑205/20, Bezirkshauptmannschaft Hartberg-Fürstenfeld, (Effet direct), σημείο 103 «…καίτοι δεν είναι ευχάριστο το γεγονός ότι το νομολογιακό προηγούμενο που πρόκειται να ανατραπεί είναι σχετικώς πρόσφατο, εντούτοις, δεν έχει τελικώς καμία σημασία. Η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης υπερισχύει τέτοιων ζητημάτων…».
[47] Βλ. αιτιολογική έκθεση του άρθρου 1 του Ν. 3900/2010.
[48] Κατά το αγγλοσαξωνικό πρότυπο, το πρότυπο της Γερμανίας, της Σλοβενίας.
[49] Βλ. Πρακτικό με αριθμό 363α/17.12.2009 του Γ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο δεν υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια ούτε από τον νομοθέτη που επέλεξε το μοντέλο των φίλτρων του Ν. 3900/2010.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 4/2025, σελ. 360-368.