Το έννομο συμφέρον στις δημόσιες συμβάσεις – Νομολογιακές εξελίξεις, αντιφάσεις, παλινδρομήσεις και προβληματισμοί

Ι. Εισαγωγή

Το έννομο συμφέρον ενός οικονομικού φορέα αποτελεί διαχρονικά έναν από τους μεγάλους γρίφους στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων. Η ιδιότητα του ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα και ο σκοπός άσκησης μιας προσφυγής, συνιστάμενος στην ανάθεση μιας δημόσιας σύμβασης, δημιουργεί πολλές φορές προβληματισμούς ως προς τον σαφή καθορισμό των ορίων του. Η νομολογία αδυνατεί να κατασταλάξει σε αρκετά ζητήματα και συνεχώς παρατηρούνται παλινδρομήσεις μεταξύ εκ διαμέτρου αντίθετων απόψεων. Η διττή επιρροή του εθνικού και ενωσιακού δικαίου σε ζητήματα δικονομικής φύσης δημιουργεί μια εύθραυστη ισορροπία που έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν στο σκοτάδι σημαντικές πτυχές του εννόμου συμφέροντος.

Στο παρόν άρθρο εξετάζονται ειδικά ζητήματα σχετικά με το έννομο συμφέρον στο προσυμβατικό στάδιο, τα οποία απασχολούν το Συμβούλιο της Επικρατείας, και αναμένεται με ενδιαφέρον η προσέγγιση του Ανώτατου Ακυρωτικού. Αν θα επιλύσει οριστικά τα ζητήματα φωτίζοντας τα σκοτεινά σημεία των δυσερμήνευτων εννοιών ή αν θα διατηρηθεί η αμφιβολία ως προς την ορθή οριοθέτηση του εννόμου συμφέροντος.

ΙΙ. Τα χρονικά σημεία συνδρομής του εννόμου συμφέροντος – Μια επιβεβλημένη εξαίρεση από τον κανόνα

Κατά την πάγια νομολογία, το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει σωρευτικά σε τρία χρονικά σημεία: i) κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, ii) κατά την άσκηση της αίτησης ακύρωσης, δηλαδή κατά την κατάθεσή της, και iii) κατά τη συζήτηση της υπόθεσης[1]. Κατά την εθνική νομολογία, ο κανόνας αυτός, ο οποίος συνάγεται, κατά τα παγίως κριθέντα, από το άρθρο 47 του π.δ. 18/1989, εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων[2], συμπεριλαμβανομένων και των συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ[3].

Ωστόσο, η εφαρμογή του κανόνα αυτού σε όλες τις περιπτώσεις θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της δικονομικής οδηγίας. Ιδίως στην περίπτωση προσβολής διακήρυξης, η παράκαμψη του κανόνα των τριών σημείων είναι επιβεβλημένη. Η δικονομική οδηγία συνδέει το έννομο συμφέρον με την έννοια του ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση ο οικονομικός φορέας να βλάπτεται, σε περίπτωση κανονιστικής πράξης, κατά τον χρόνο έκδοσής της. Επιπλέον, η αρχή του επίκαιρου επιβάλλει την ευθεία προσβολή και των κανονιστικών πράξεων, αποκλειομένου του παρεμπίπτοντος ελέγχου[4].

Έτσι, ένας οικονομικός φορέας που δεν πληροί τα προσόντα συμμετοχής κατά την ημερομηνία δημοσίευσης μιας προκήρυξης, αλλά κατά την προετοιμασία της προσφοράς επιτυγχάνει να τα καλύψει, είτε αυτοτελώς είτε στηριζόμενος στις ικανότητες τρίτων, νομιμοποιείται να προσβάλει τη διακήρυξη εφόσον περιλαμβάνει βλαπτικούς όρους. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι νεοσύστατες επιχειρήσεις δεν έχουν δικαίωμα να προσβάλλουν διακηρύξεις με μόνο το σκεπτικό ότι, παρά το γεγονός ότι ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν σε διαγωνισμό, ιδρύθηκαν μετά τη δημοσίευση της προκήρυξης, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από τη διαγωνιστική διαδικασία. Μια τέτοια οπτική παραβιάζει προδήλως τη δικονομική οδηγία, αφού προφανώς ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας κατά την έννοιά της μπορεί να είναι και μια νεοσύστατη επιχείρηση.

Εξάλλου, η αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών δεν μπορεί να δικαιολογεί διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που καθιστούν αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης[5]. Ιδίως ως προς το έννομο συμφέρον υποψηφίων στο πλαίσιο διαγωνιστικών διαδικασιών, έχει κριθεί ότι από το άρθρο 1, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, και παράγραφος 3, της Οδηγίας 89/665, προκύπτει ότι υποψήφιος ασκήσας προσφυγή δεν μπορεί, βάσει εθνικών δικονομικών κανόνων ή σχετικών νομολογιακών πρακτικών, να στερηθεί το δικαίωμά του να εξετασθεί επί της ουσίας η προσφυγή αυτή[6].

Δοθέντος ότι το έννομο συμφέρον στις δημόσιες συμβάσεις εξετάζεται και υπό το πρίσμα της δικονομικής οδηγίας, η ανάγκη ενιαίας ερμηνείας των διατάξεων της Ένωσης ενδεχομένως θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κοινή αντιμετώπισή του, με τον ίδιο τρόπο που το αντιμετωπίζει το ΔΕΕ. Κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος πρέπει, υπό το πρίσμα του αντικειμένου της προσφυγής, να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, άλλως η προσφυγή είναι απαράδεκτη, πρέπει δε να διατηρείται μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως παρέλκει η έκδοση αποφάσεως[7]. Στην περίπτωση προσβολής διακήρυξης, η κάμψη του εθνικού νομολογιακού κανόνα, που πηγάζει από τα άρθρα 47 και 77 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, και η υποχώρησή του έναντι του ενωσιακού κανόνα είναι επιβεβλημένη, ώστε να μην απαιτείται να συντρέχει το έννομο συμφέρον κατά την έκδοση της κανονιστικής πράξης, αλλά κατά την προσβολή της. Άλλωστε, οι διατάξεις του π.δ. 18/1989 εφαρμόζονται αναλογικά στις διαφορές περί δημοσίων συμβάσεων και άρα ο εθνικός δικαστής έχει την ευχέρεια να μην τις εφαρμόσει πλήρως, όταν η εφαρμογή τους θα έθιγε την αποτελεσματικότητα της δικονομικής οδηγίας.

ΙΙΙ. Το εύρος του εννόμου συμφέροντος – Νομολογιακές αποκλίσεις ως προς την προσβολή της διακήρυξης

Προβληματισμοί ανακύπτουν και ως προς το εύρος του εννόμου συμφέροντος, δηλαδή ως προς το περιεχόμενο των λόγων που μπορεί να προβληθούν όταν οι οικονομικοί φορείς αμφισβητούν την νομιμότητα διακηρύξεων. Κατά την πάγια νομολογία το έννομο συμφέρον περιορίζεται στην προβολή συγκεκριμένων ισχυρισμών σχετικά με την αδυναμία ή δυσχέρεια υποβολής προσφοράς στις περιπτώσεις των αιτήσεων προσωρινής δικαστικής προστασίας[8] και στις περιπτώσεις εκπνοής της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής προσφορών χωρίς ο προσφεύγων να υποβάλει προσφορά[9].

Μετά την τροποποίηση του άρθρου 372 του Ν. 4412/2016, με το άρθρο 138 του Ν. 4782/2021, και την ενοποίηση της προσωρινής και οριστικής δικαστικής προστασίας σε ένα ένδικο βοήθημα, όπου η προσωρινή προστασία έχει παραγκωνισθεί υπέρ της οριστικής, τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος αμφισβήτησης όρων που δεν καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή την υποβολή προσφοράς.

Κατά την αρχική προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το έννομο συμφέρον παρίσταται διευρυμένο σε σχέση με τα γενόμενα δεκτά επί αιτήσεων αναστολής, εκτείνεται δε και στις περιπτώσεις εκείνες που ο ενδιαφερόμενος να του ανατεθεί σύμβαση του Ν. 4412/2016, δεν υφίσταται μεν άμεση και ενεστώσα βλάβη από την πράξη ή την παράλειψη της αναθέτουσας αρχής, ενδέχεται όμως να υποστεί ζημία από αυτές στη συνέχεια της διαγωνιστικής διαδικασίας[10].

Η διευρυμένη αυτή αντίληψη περιορίστηκε στη συνέχεια, αφού κρίθηκε ότι δεν αρκεί για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος η κατά γενικό τρόπο επίκληση της παρανομίας της διακήρυξης, λόγω παράβασης του εθνικού ή του ενωσιακού δικαίου, με αναφορά σε υποθετικούς μελλοντικούς κινδύνους από τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου στη μη νόμιμη, κατά τους ισχυρισμούς του, διαγωνιστική διαδικασία, όπως η ανώμαλη εξέλιξη της συμβατικής σχέσης και οι ανυπέρβλητες δυσχέρειες που θα ανακύψουν κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης ή η διαπίστωση κωλύματος υπογραφής της σύμβασης από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση προληπτικού ελέγχου[11].

Το ζήτημα των ορίων του εννόμου συμφέροντος απασχόλησε εκ νέου τη μείζονα σύνθεση του Δ’ Τμήματος, το οποίο προσέγγισε εκ νέου το ζήτημα με διασταλτική οπτική, καταλήγοντας ότι συντρέχει έννομο συμφέρον προσβολής διακήρυξης όχι μόνο όταν προβάλλεται ότι καθίσταται ουσιωδώς δυσχερής η συμμετοχή στον διαγωνισμό, αλλά και όταν προβάλλεται ότι το κανονιστικό πλαίσιο του διαγωνισμού δεν διασφαλίζει τις θεμελιώδεις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας και του υγιούς ανταγωνισμού[12]. Στην περίπτωση αυτή, μεταξύ άλλων, εξετάστηκαν όροι που διεύρυναν τη συμμετοχή, που θέσπιζαν διαδικαστικούς κανόνες καθώς και όροι εκτέλεσης της σύμβασης.

Έτσι, ενώ το ζήτημα φάνηκε ότι επιλύθηκε οριστικά, σε μια λογική έγκαιρης προβολής όλων των λόγων που αφορούν το κανονιστικό πλαίσιο στην αρχή, μια πρόσφατη απόφαση τάραξε εκ νέου τα νερά, περιορίζοντας εκ νέου το έννομο συμφέρον. Με την υπ’ αριθμ. 1113/2025 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι οικονομικός φορέας έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει έννομη προστασία κατά της διακήρυξης διαγωνισμού, εφόσον περιλαμβάνεται κατ’ αρχήν στον κύκλο των οικονομικών φορέων που δικαιούνται να μετάσχουν στον διαγωνισμό και επικαλείται, κατά τρόπο συγκεκριμένο, άμεση βλάβη από όρους που παραβιάζουν, κατά την άποψή του, τους κανόνες που διέπουν τις προϋποθέσεις συμμετοχής, τη διαδικασία επιλογής ή τα εφαρμοστέα για την ανάδειξή του ως αναδόχου κριτήρια, σε σημείο που να αποκλείεται ή να καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής η συμμετοχή του στον διαγωνισμό. Άλλοις λόγοις, κατά την προσέγγιση αυτή, το έννομο συμφέρον προσωρινής και οριστικής δικαστικής προστασίας είναι ταυτόσημο.

Η απόφαση αυτή της πενταμελούς σύνθεσης, με την εύθραυστη πλειοψηφία, αφού υποστηρίχθηκαν 3 διαφορετικές απόψεις και τα τρία μέλη της σύνθεσης τάχθηκαν υπέρ του διευρυμένου εννόμου συμφέροντος, προβληματίζει για δύο λόγους. Αρχικώς προκαλεί εντύπωση για ποιον λόγο σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, που υποστηρίχθηκαν διαφορετικές απόψεις, το Δικαστήριο δεν παρέπεμψε την υπόθεση σε μείζονα σύνθεση ή ακόμη και στην Ολομέλεια. Δεδομένου ότι, ένα έτος πριν, η Επταμελής Σύνθεση είχε καταλήξει σε εκ διαμέτρου αντίθετη κρίση, η νέα αυτή απόφαση δημιουργεί νομολογιακές αποκλίσεις εντός των κόλπων του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου[13] και δημιουργεί σύγχυση στους εμπλεκόμενους στις δημόσιες συμβάσεις.

Αλλά και επί της ουσίας, η συσταλτική προσέγγιση δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους δημιουργίας κενών στη δικαστική προστασία. Το διευρυμένο έννομο συμφέρον εδράζεται στην αρχή του επίκαιρου, κατά την οποία η απόλυτη εκπλήρωση του επιδιωκόμενου με την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ σκοπού θα διακυβευόταν αν οι υποψήφιοι και οι υποβαλλόντες προσφορές μπορούσαν νομίμως να επικαλεστούν, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διεξαγωγής του διαγωνισμού, παραβάσεις των κανόνων συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, υποχρεώνοντας με τον τρόπο αυτόν την αναθέτουσα αρχή να επαναλάβει ολόκληρη τη διαδικασία προς θεραπεία των παραβάσεων αυτών. Για τον λόγο αυτό, κυρώσεις όπως η απώλεια δικαιώματος προσφυγής, αποτελούν εγγύηση ότι οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών, αφ’ ης στιγμής γνωστοποιηθούν στους ενδιαφερομένους, καταγγέλλονται και διορθώνονται το συντομότερο δυνατόν, σύμφωνα προς τους σκοπούς της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου[14]. Στο δικονομικό μας σύστημα η αρχή του επίκαιρου αποτελεί τον κανόνα που σπάνια κάμπτεται[15].

Άρα, λοιπόν, ένας διαγωνιζόμενος όχι μόνο δύναται να προσβάλει έναν παράνομο όρο διακήρυξης ανεξάρτητα από το αν καθιστά δύσκολη τη συμμετοχή του, αλλά επιβάλλεται να το πράξει στον κατάλληλο χρόνο, ήτοι κατά τον χρόνο που λαμβάνει γνώση αυτού, άλλως δεν μπορεί να επικαλεστεί μεταγενεστέρως την παρανομία του, επ’ αφορμής προσβολής ατομικής διοικητικής πράξης. Έτσι, η παρανομία διορθώνεται εγκαίρως χωρίς να υποχρεωθεί η αναθέτουσα αρχή να επαναλάβει τη διαγωνιστική διαδικασία εξ αρχής.

Μοναδικός όρος που τίθεται για την αναγνώριση εννόμου συμφέροντος προσβολής ενός παράνομου όρου διακήρυξης είναι η διαπίστωση ότι ο όρος αυτός ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στον προσφεύγοντα κατά την εξέλιξη της διαγωνιστικής διαδικασίας ή την εκτέλεση της σύμβασης. Ο προσφεύγων δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι όντως θα επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, ότι δηλαδή θα επιδράσει η παρανομία στην περαιτέρω εξέλιξη, αρκεί να υφίσταται η πιθανότητα να συμβεί[16].

Υπό αυτή την έννοια, κάθε ουσιώδης παρανομία των εγγράφων της σύμβασης, η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διευκρίνισης, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, εφόσον ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στον προσφεύγοντα. Η πλημμέλεια, δε, για να είναι ουσιώδης θα πρέπει να μπορεί να αποτελέσει λόγο ματαίωσης της διαγωνιστικής διαδικασίας, δηλαδή αν αποτελεί σφάλμα ή παράλειψη, κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 106 του Ν. 4412/2016. Διότι, όταν εμφιλοχωρήσει μία τέτοια πλημμέλεια, αρκεί για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος η πιθανότητα η αναθέτουσα αρχή να ματαιώσει τον διαγωνισμό, επικαλούμενη αυτήν την πλημμέλεια, η οποία ματαίωση καθιστά την υποβολή της προσφοράς άνευ αντικειμένου και εντέλει δυσχεραίνει την υποβολή λυσιτελούς προσφοράς.

Πόσω μάλλον στην περίπτωση θέσπισης όρων που διευρύνουν παρανόμως το δικαίωμα συμμετοχής, ο θιγόμενος οικονομικός φορέας υφίσταται βλάβη, η οποία συνίσταται στη μείωση των πιθανοτήτων να του ανατεθεί η σύμβαση, εξαιτίας της υποβολής προσφοράς από έναν διαγωνιζόμενο που δεν θα έπρεπε να έχει δικαίωμα συμμετοχής. Μόνο στο στάδιο αυτό δύναται ένας οικονομικός φορέας να αμφισβητήσει τη συμμετοχή του ανθυποψηφίου του.

Εξάλλου, η έγκαιρη προσβολή όρων που αφορούν στη διαδικασία και στο δικαίωμα συμμετοχής επιβάλλεται και από τη σκοπιά της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας. Κατά την πάγια νομολογία, οι όροι και τρόποι διεξαγωγής της διαδικασίας αναθέσεως πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς αμφισημία στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, κατά τρόπο ώστε, πρώτον, να παρέχουν σε όλους τους ευλόγως ενημερωμένους και κανονικά επιμελείς προσφέροντες τη δυνατότητα να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενό τους και να τους ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο και, δεύτερον, να καθιστούν δυνατό τον εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής αποτελεσματικό έλεγχο του αν οι προσφορές των διαγωνιζομένων ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν την εν λόγω σύμβαση[17]. Ένας όρος ο οποίος τελεί υπό την αίρεση της μελλοντικής αμφισβήτησής του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαφής, αφού δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων αν ισχύει ή όχι.

Και πάντως, δεν είναι επιτρεπτή καθ’ οιονδήποτε τρόπο η τροποποίηση όρων που επιδρούν στο δικαίωμα συμμετοχής, ενώ σε κάθε περίπτωση ακόμη και ως προς τις επιτρεπτές τροποποιήσεις, αυτές πρέπει να λαμβάνουν τη δέουσα δημοσιότητα και δεν μπορούν να επέρχονται μετά την υποβολή προσφορών[18]. Άρα, τυχόν αποδοχή προσφυγής που ασκείται εκ των υστέρων από προσφέροντα που επιδιώκει να αποκλείσει ανταγωνιστή του, οδηγεί υποχρεωτικά σε ματαίωση του διαγωνισμού με συνέπεια το αποτέλεσμα της θετικής γι’ αυτόν έκβασης να επιδρά αρνητικά για τον ίδιο, αφού δεν μπορεί να του ανατεθεί η σύμβαση. Μία τέτοια οπτική φαίνεται να παραβιάζει την αρχή της αποτελεσματικής προστασίας.

Τέλος, για να διασφαλίζονται η πρακτική αποτελεσματικότητα και οι σκοποί που επιδιώκουν οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, οι εν λόγω αρχές εφαρμόζονται και στο στάδιο εκτέλεσης, με συνέπεια η αναθέτουσα αρχή να μην επιτρέπεται να τροποποιεί όρο σύμβασης ο οποίος δεν είναι σαφής[19]. Τυχόν αποδοχή μιας προσφυγής στο στάδιο εκτέλεσης κατά ενός όρου που δεν προσβλήθηκε μεν, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα, αλλά για τον οποίο διατυπώθηκε επιφύλαξη από τον οικονομικό φορέα, θα υποχρέωνε την αναθέτουσα αρχή να τροποποιήσει τους όρους των εγγράφων της σύμβασης. Ωστόσο, μια τέτοια τροποποίηση σαφούς, αλλά παράνομου, όρου στο στάδιο εκτέλεσης, είναι ικανή να θίξει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, αφού ο διαγωνισμός διεξήχθη υπό συγκεκριμένους όρους, η δε τροποποίησή του μετά την υποβολή προσφοράς δεν μπορεί να αποκλειστεί να θεωρηθεί ουσιώδης. Άρα, οι όροι της διακήρυξης για να προσβληθούν λυσιτελώς πρέπει να αμφισβητηθούν εξ αρχής, πριν την υποβολή προσφορών.

Ως αντίλογος στα ανωτέρω θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι γεγενημένο και ενεστώς[20], υπό την έννοια ότι η βλάβη που προκαλείται στον ενδιαφερόμενο πρέπει να έχει ήδη επέλθει ή να είναι βέβαιο ότι θα επέλθει κατά τον χρόνο που κατατίθεται η αίτηση ακυρώσεως[21] και άρα δεν αρκεί το υποθετικό έννομο συμφέρον[22].

Ωστόσο, όπως έχει αναφέρει ο Γενικός Εισαγγελέας Michal Bobek[23], για να αποδειχθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος δεν απαιτείται όλα τα σχετικά μελλοντικά γεγονότα να είναι βέβαια, αρκεί η αποδοχή της προσφυγής να δημιουργεί μια πιθανότητα ή μια ευκαιρία, ακόμη και αν το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο. Με την περιστροφή της ρουλέτας δημιουργείται μια μικρή πιθανότητα μεγάλου κέρδους, πλην όμως αυτό δεν είναι εγγυημένο. Αντιστοίχως, με την αποδοχή της προσφυγής κατά βλαπτικού όρου διακήρυξης αποφεύγεται μια πιθανότητα, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια της ευκαιρίας. Όπως ο προσφεύγων ο οποίος βάλλει κατά της αναθέσεως συμβάσεως σε ανταγωνιστή του δεν έχει καμία εγγύηση ότι, αν ευδοκιμήσει η προσφυγή του, η σύμβαση θα ανατεθεί στον ίδιο, αρκεί η ύπαρξη μίας έστω πιθανότητας να συμβεί, έτσι και ο προσφεύγων που αμφισβητεί όρο που διευρύνει το δικαίωμα συμμετοχής, δεν είναι βέβαιο ότι θα υποστεί βλάβη, ότι δηλαδή θα συμμετάσχει ένας οικονομικός φορέας που δεν θα έπρεπε, αλλά αρκεί μια πιθανότητα συμμετοχής, η οποία είναι ικανή να επιδράσει αρνητικά στο μέλλον.

Συμπερασματικά, η άποψη περί διευρυμένου εννόμου συμφέροντος στην οριστική προστασία φαίνεται πιο συνεπής προς την αποτελεσματική δικαστική προστασία, καλύπτοντας κάθε κενό. Εν αντιθέσει με την προσωρινή προστασία που ο οικονομικός φορέας επιδιώκει την αποτροπή άμεσης βλάβης, στην οριστική προστασία επιδιώκει να ξεκαθαρίσει το τοπίο πριν την υποβολή της προσφοράς, προκειμένου όλοι οι κανόνες του παιχνιδιού να είναι εξ αρχής γνωστοί[24].

ΙV. Η πλήρωση των προϋποθέσεων συμμετοχής ως όρος για την αμφισβήτηση της διακήρυξης

Κατά την πάγια νομολογία, ο ενδιαφερόμενος για την ανάθεση δημόσιας σύμβασης οικονομικός φορέας πρέπει, για τη μετ’ εννόμου συμφέροντος άσκηση προδικαστικής προσφυγής κατά της διακήρυξης, να περιλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, στον κύκλο των οικονομικών φορέων που δικαιούνται, κατά τη διακήρυξη, να μετάσχουν στην οικεία διαγωνιστική διαδικασία. Και ναι μεν ο ενδιαφερόμενος να μετάσχει σε διαδικασία ανάθεσης δεν υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποδείξει την εκ μέρους του πλήρωση των προϋποθέσεων συμμετοχής που τίθενται από τους μη προσβαλλόμενους με την προδικαστική προσφυγή όρους της διακήρυξης, στην περίπτωση, όμως, που η αναθέτουσα αρχή αμφισβητεί, κατά την ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ διαδικασία, την εκ μέρους του προσφεύγοντος πλήρωση μίας ή περισσότερων από τις προϋποθέσεις αυτές, ο τελευταίος πρέπει, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του, να αποδείξει ότι πληροί τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ότι, ως εκ τούτου, περιλαμβάνεται στον κύκλο των δυναμένων να μετάσχουν στη διαδικασία ανάθεσης οικονομικών φορέων[25].

Ωστόσο, εφόσον ο οικονομικός φορέας δεν καλύπτει αυτοτελώς τις προϋποθέσεις συμμετοχής, με έννομο συμφέρον ασκεί προδικαστική προσφυγή κατά της διακήρυξης, εφόσον μπορούσε να καλύψει τη σχετική απαίτηση στηριζόμενος στις ικανότητες τρίτων φορέων. Σε μια τέτοια περίπτωση ο οικονομικός φορέας δεν απαιτείται να αποδείξει ότι διαθέτει ο ίδιος την απαιτούμενη εμπειρία, προκειμένου να θεμελιώσει ότι περιλαμβάνεται στον κύκλο των δικαιουμένων να μετάσχουν στον διαγωνισμό οικονομικών φορέων[26]. Με την τελευταία αυτή απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε ένα βήμα προς τον διαμορφωθέντα κανόνα περί υποχρέωσης απόδειξης της πλήρωσης των προϋποθέσεων συμμετοχής, παρέχοντας την ευχέρεια να γίνει γενική επίκληση της στήριξης στις ικανότητες τρίτων.

Ωστόσο, η γενική αυτή επίκληση κατέστη ειδική από τη διοικητική νομολογία, αφού η ΕΑΔΗΣΥ, σε μια, μάλλον αυστηρή, απόφασή της έκρινε ότι ο οικονομικός φορέας δεν αρκούσε να επικαλεστεί ότι θα στηριχθεί στις ικανότητες τρίτων, αλλά όφειλε να κατονομάσει τον τρίτο φορέα στις ικανότητες του οποίου θα στηριχθεί[27]. Η προσέγγιση αυτή δεν φαίνεται να είναι συνεπής με την προαναφερθείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο αρκέστηκε σε μια γενική επίκληση της δυνατότητας στήριξης στις ικανότητες τρίτων.

Υπέρ της αυστηρής άποψης συνηγορεί το γεγονός ότι, υπό τον μανδύα της στήριξης στις ικανότητες τρίτων, διευρύνεται πλασματικά το έννομο συμφέρον αμφισβήτησης μιας διακήρυξης, με κίνδυνο την άσκηση παρελκυστικών προσφυγών. Από την άλλη, όμως, η απαίτηση να αποδεικνύει ο οικονομικός φορέας ότι πληροί όλες τις απαιτήσεις συμμετοχής σε χρόνο κατά τον οποίο προετοιμάζεται για την υποβολή της προσφοράς, θέτει ένα σοβαρό εμπόδιο στην αποτελεσματική άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων. Διότι ένας οικονομικός φορέας που πράγματι ενδιαφέρεται να συμμετάσχει και βρίσκεται στην αναζήτηση συνεργατών, στερείται του δικαιώματος προσβολής μιας διακήρυξης με μόνη την αιτιολογία ότι δεν έχει πετύχει ακόμη να βρει όλους τους συνεργάτες. Επίσης, στο βωμό της επίκαιρης προσβολής της διακήρυξης, υποχρεούται να αποκαλύψει βασικά στοιχεία της προσφοράς του έναντι των ανταγωνιστών του, ενώ οι λοιπές προσφορές δεν έχουν υποβληθεί ή δεν έχουν αποσφραγιστεί, οπότε σε κάθε περίπτωση βάλλεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων. Το στάδιο ελέγχου των προϋποθέσεων παραδεκτού της προδικαστικής προσφυγής δεν μπορεί να μετατρέπεται σε στάδιο ελέγχου προϋποθέσεων συμμετοχής. Ιδίως, δε, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η προθεσμία προσβολής της διακήρυξης είναι συντομότερη από την προθεσμία υποβολής των προσφορών[28], με την υιοθέτηση της αυστηρής άποψης οδηγούμαστε εμμέσως και σε καταστρατήγηση των προθεσμιών υποβολής προσφορών, αφού απαιτείται από έναν οικονομικό φορέα να έχει προετοιμάσει την προσφορά του σε πρωθύστερο χρόνο.

Προς επίρρωση των πλείστων όσων θεμάτων αναφύονται από την συγκεκριμένη προσέγγιση θεμελίωσης εννόμου συμφέροντος, γεννάται, μεταξύ άλλων, το ερώτημα πόσο δεσμευτικές είναι για την συμμετοχή του στη διαγωνιστική διαδικασία οι δηλώσεις του οικονομικού φορέα επ΄ευκαιρίας και με σκοπό την θεμελίωση εννόμου συμφέροντος για την προσβολή όρου διακήρυξης.

V. Η υποβολή προσφοράς ως Δούρειος Ίππος μιας διαγωνιστικής διαδικασίας

Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος του μη οριστικώς αποκλεισθέντος οικονομικού φορέα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των προσφορών των ανθυποψηφίων του έχει απασχολήσει επανειλημμένως τη νομολογία και δέκα (10) αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσαν την εντύπωση ότι έκλεισαν οριστικά το ζήτημα. Ωστόσο, η συζήτηση άνοιξε εκ νέου, αρχικώς με την υπ’ αριθ. 539/2025 απόφαση του Στ’ Τμήματος και εν συνεχεία με την υπ’ αριθμ. 14/2025 Πράξη της Τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 του Ν. 3900/2010, με την οποία εισήχθη υπόθεση σε πιλοτική δίκη με αντικείμενο το έννομο συμφέρον του μη οριστικώς αποκλεισθέντος.

Η βασική επιχειρηματολογία στην πρότυπη δίκη συνίσταται στο ότι η υποβολή προσφοράς και μόνο δεν αρκεί για να νομιμοποιήσει έναν οικονομικό φορέα στη διαδικασία[29]. Και ότι από τη συνδυαστική εξέταση του άρθρου 2α παρ. 2 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ με το άρθρο 55 παρ. 2 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ προκύπτει ότι προϋπόθεση για να αναγνωριστεί έννομο συμφέρον σε διαγωνιζόμενο είναι να έχει υποβάλει παραδεκτή προσφορά, ως τέτοιας νοούμενης αυτής που έχει υποβληθεί από οικονομικό φορέα που πληροί τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, δηλαδή δεν συντρέχουν σε βάρος του λόγοι αποκλεισμού και καλύπτει τα κριτήρια επιλογής[30].

Ειδικότερα, ένας οικονομικός φορέας που δεν πληροί τα ως άνω κριτήρια δεν εντάσσεται στον κύκλο των οικονομικών φορέων που δικαιούνται να μετάσχουν στον διαγωνισμό[31]. Τα άρθρα 73, 75 και 82 του Ν. 4412/2016, που καθορίζουν τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, είναι αυτά που ρυθμίζουν το ζήτημα του δικαιώματος συμμετοχής και άρα του εννόμου συμφέροντος ή της νομιμοποίησης[32] και όχι το άρθρο 25 του Ν. 4412/2016, το οποίο, ερμηνευόμενο υπό το φως της αντίστοιχης διάταξης της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, ρυθμίζει μόνο το ζήτημα της ισότιμης πρόσβασης των οικονομικών φορέων τρίτων χωρών εκτός ΕΕ[33].

Τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής που ελέγχονται στον φάκελο δικαιολογητικών συμμετοχής αφορούν στο πρόσωπο του υποψηφίου, δηλαδή στο δικαίωμά του να συμμετάσχει στη διαγωνιστική διαδικασία, και άρα επιδρούν στην ενεργητική νομιμοποίησή του[34], ενώ η προσφορά αφορά στο πράγμα, δηλαδή στο προσφερόμενο είδος από κατάλληλο οικονομικό φορέα, και συνεπώς δεν επιδρά κατ’ αρχήν στην ενεργητική νομιμοποίηση, εκτός αν η απόρριψή της καταστεί οριστική. Στην πρώτη περίπτωση απόρριψης, δεν δίνεται στον οικονομικό φορέα δυνατότητα συμμετοχής στον διαγωνισμό, δηλαδή στην ανταγωνιστική αξιολόγηση των προσφορών, έχοντας σε εκείνο το χρονικό σημείο περιορισμένο δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικά την εισαγωγή στον διαγωνισμό, ενώ στη δεύτερη αποβάλλεται ο οικονομικός φορέας από τον διαγωνισμό, έχοντας μέχρι το σημείο της οριστικής αποβολής πλήρη δικαιώματα.

Έτσι, εν όψει της αρχής του επίκαιρου, ένας οικονομικός φορέας που δεν πληροί τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, υποχρεούται να αμφισβητήσει τη διακήρυξη επικαίρως, προκειμένου να αμφισβητήσει παραδεκτώς την απαγόρευση συμμετοχής του, και άρα η ανεπίκαιρη προσβολή του βλαπτικού όρου που του περιορίζει το δικαίωμα συμμετοχής καθιστά απαράδεκτη την αμφισβήτηση του αποκλεισμού του. Η παραδεκτή προσβολή του αποκλεισμού συνιστά προϋπόθεση για την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προσφοράς των ανθυποψηφίων του.

Όπως λοιπόν ένας οικονομικός φορέας που δεν συμμετέχει σε έναν διαγωνισμό δεν νομιμοποιείται να προσβάλει την απόφαση ανάθεσης[35], έτσι και ένας που δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής στερείται κατ’ αρχήν ενεργητικής νομιμοποίησης. Για να ενταχθεί στον κύκλο των προσώπων προς τα οποία απευθύνεται η διακήρυξη και να αποκτήσει έννομο συμφέρον αμφισβήτησης των λοιπών προσφορών δεν αρκεί μια προσωρινή ανατροπή του αποκλεισμού του, αλλά απαιτείται μια κρίση της αναθέτουσας αρχής ότι πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής, είτε η κρίση αυτή εκφέρεται εξ αρχής είτε μεταγενεστέρως σε συμμόρφωση με απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ ή με δικαστική απόφαση.

Στο ως άνω συμπέρασμα καταλήγουμε και από τη συνδυαστική επισκόπηση των διατάξεων του άρθρου 2α παρ. 2 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και του άρθρου 55 παρ. 2 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ από τις οποίες προκύπτει ότι οι ενδιαφερόμενοι κατά το στάδιο ανάθεσης οικονομικοί φορείς έχουν μεν δικαίωμα να λάβουν γνώση της απόφασης ανάθεσης, αλλά ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται έχουν διαβαθμισμένη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες, με το δικαίωμα πλήρους πρόσβασης στο σύνολο των πληροφοριών να επιφυλάσσεται αποκλειστικά υπέρ όσων υπέβαλαν παραδεκτή προσφορά. Το δικαίωμα πρόσβασης σε συγκεκριμένες πληροφορίες συνδέεται αυτονοήτως με το δικαίωμα προσβολής της απόφασης και εν γένει με το δικαίωμα στη δικαστική προστασία που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του ΧΘΔΕΕ[36].

Κρίσιμο, λοιπόν, είναι να προσδιοριστεί η έννοια της παραδεκτής προσφοράς, αυτής δηλαδή που καθορίζει το δικαίωμα πλήρους πρόσβασης σε πληροφορίες. Το δικαίωμα πρόσβασης σε πληροφορίες ρυθμιζόταν και στις προγενέστερες Οδηγίες της 2004/18/ΕΚ, που προβλεπόταν η γνωστοποίηση των στοιχείων του αναδόχου σε κάθε υποψήφιο που έχει υποβάλει προσφορά[37]. Η προσθήκη της λέξης «παραδεκτή» έλαβε χώρα με το άρθρο 41 παρ. 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ. Άρα, η προσθήκη της λέξης αυτής δεν είναι άμοιρη νομικής επιρροής.

Λόγω των αποκλίσεων στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του συγκεκριμένου όρου, η γραμματική ερμηνεία του όρου ως αντίθετου της έννοιας της «απαράδεκτης», κατ’ άρθρο 26 παρ. 4 περ. β’ της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, δεν είναι ασφαλής.

Το πιο ασφαλές εργαλείο για τον εντοπισμό της έννοιας της παραδεκτής προσφοράς είναι να εξετασθεί το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται (context) και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος[38]. Και η συγκριτική εξέταση των αντίστοιχων διατάξεων των δημοσιονομικών κανονισμών της ΕΕ σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων των οργάνων της, εν όψει των κοινών στόχων που επιδιώκουν με τις Οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων, μπορεί να οδηγήσει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Ειδικότερα, οι δημοσιονομικοί κανονισμοί περιέχουν διατάξεις αντίστοιχες με αυτήν του άρθρου 55 παρ. 2 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ σχετικά με τη διαβαθμισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο οικονομικός φορέας.

Από τη διαχρονική εξέλιξη των δημοσιονομικών κανονισμών προκύπτει ότι αρχικώς προβλεπόταν η κοινοποίηση των στοιχείων των προσφορών σε κάθε προσφέροντα που έχει υποβάλει «παραδεκτή προσφορά»[39], η οποία αντικαταστάθηκε εν συνεχεία με τη φράση «σε κάθε προσφέροντα ο οποίος πληροί τα κριτήρια αποκλεισμού και επιλογής»[40]. Στον ισχύοντα Κανονισμό, η φράση έχει διαμορφωθεί ως εξής: 2018/1046, και δη στο άρθρο 170 παρ. 3 αυτού επήλθε εκ νέου μεταβολή στην ορολογία με χρήση της εξής φράσης: «Η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει κάθε προσφέροντα που δεν βρίσκεται σε κατάσταση αποκλεισμού που αναφέρεται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 και που δεν απορρίπτεται βάσει του άρθρου 141, του οποίου η προσφορά είναι σύμφωνη με τα έγγραφα της προμήθειας…».

Παρά την ουσιώδη διαφοροποίηση της διάταξης, το ΔΕΕ, ερμηνεύοντάς την, έκρινε ότι δικαίωμα πρόσβασης στην αιτιολογία αποδοχής προσφοράς ανθυποψηφίου έχει ο απορριφθείς προσφέρων, ο οποίος δεν βρίσκεται σε κατάσταση αποκλεισμού και πληροί τα κριτήρια επιλογής[41]. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται πως επιβεβαίωσε ότι κατά τη διαχρονική ερμηνεία των διατάξεων, οι προσφορές που δεν είναι παραδεκτές είναι αυτές που δεν πληρούν τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής.

Εκ των ως άνω προκύπτει ότι η προσθήκη της λέξης «παραδεκτή» στο κείμενο των Οδηγιών αποδεικνύει τη βούληση του νομοθέτη να μην αρκεί η απλή υποβολή προσφοράς για την πλήρη νομιμοποίηση των οικονομικών φορέων. Η ερμηνεία ότι ένας οικονομικός φορέας που δεν απέδειξε ότι πληροί τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, έχει κατ’ αρχήν δικαίωμα να αμφισβητήσει μόνο τον αποκλεισμό του, είναι απολύτως εύλογη, αφού δεν απέδειξε ότι έχει δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία. Παραδεκτή είναι η προσφορά με την οποία έγινε δεκτή η συμμετοχή στη διαδικασία και άρα αξιολογήθηκε.

Με άλλα λόγια, με την υποβολή προσφοράς ο οικονομικός φορέας «χτυπάει την πόρτα» της αναθέτουσας αρχής για να εισέλθει/συμμετάσχει στον διαγωνισμό, ήτοι για να περιληφθεί σε έναν συγκεκριμένο κύκλο προσώπων που αφορά η σύμβαση. Πριν τον έλεγχο των προϋποθέσεων συμμετοχής, ο οικονομικός φορέας δεν έχει εισέλθει στη διαγωνιστική διαδικασία, ήτοι στη συγκριτική αξιολόγηση των προσφορών. Με την αποδοχή της κατά το σκέλος των κριτηρίων ποιοτικής επιλογής, η αναθέτουσα αρχή «ανοίγει την πόρτα» στον οικονομικό φορέα, ο οποίος εντάσσεται πλέον στον κύκλο προσώπων. Σε εκείνο το χρονικό σημείο κρίνεται η προσφορά ως παραδεκτή, δηλαδή γίνεται αποδεκτή για περαιτέρω αξιολόγηση.

Η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται και από την κοινή λογική, η οποία δεν αποτελεί πηγή δικαίου, ωστόσο θα πρέπει να καθοδηγεί την ερμηνεία του[42]. Διότι δεν είναι δυνατόν η βούληση του ενωσιακού νομοθέτη, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ, περί διεύρυνσης εννόμου συμφέροντος να φθάνει στο σημείο να νομιμοποιείται σε διαγωνισμό με αντικείμενο την προμήθεια μήλων κάποιος που δραστηριοποιείται και προμηθεύει πορτοκάλια, απλώς επειδή υπέβαλε προσφορά.

Η παραδεκτή προσφορά αποτελεί το μέσο για την οριοθέτηση των νομιμοποιούμενων στη διαδικασία. Η ως άνω ερμηνεία δεν συρρικνώνει το έννομο συμφέρον ούτε αποτελεί ανατροπή της νομολογίας του ΔΕΕ, αλλά εξέλιξη/συμπλήρωσή της, στηριζόμενη σε πρόσφατη νομολογία του επί συναφών ζητημάτων, σε μια λογική ορθής οριοθέτησης του εννόμου συμφέροντος, με σαφείς κανόνες και με σκοπό την προστασία αυτών που εντάσσονται στον κύκλο προσώπων προς τα οποία απευθύνεται η διακήρυξη. Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η αναθέτουσα αρχή από τους «καμικάζι» οικονομικούς φορείς, που εισέρχονται σκοπίμως λάθρα στη διαγωνιστική διαδικασία, με στόχο να αποκτήσουν πρόσβαση σε στοιχεία ως άλλοι «κατάσκοποι», να υποκλέψουν μια ανάθεση ή να την τορπιλίσουν. Απομένει να δούμε αν το Συμβούλιο της Επικρατείας θα συμμεριστεί την άποψη αυτή ή αν θα διατηρήσει τον κανόνα ότι αρκεί η υποβολή μιας προσφοράς για τη νομιμοποίηση αμφισβήτησης των προσφορών των ανταγωνιστών, με μόνη προστασία την καταχρηστική άσκηση δικονομικού δικαιώματος[43].

VΙ. Η επίδραση της ματαίωσης του διαγωνισμού σε εκκρεμείς δίκες

Ένα ακόμη ζήτημα που απασχολεί τη νομολογία είναι η επίδραση μιας απόφασης ματαίωσης, που έπεται του αποκλεισμού όλων των οικονομικών φορέων, στη δίκη στην οποία οι αποκλεισθέντες οικονομικοί φορείς αμφισβητούν τη νομιμότητα του αποκλεισμού τους. Αν η απόφαση αυτή ματαίωσης πρέπει να προσβάλλεται αυτοτελώς ή αποτελεί αμιγώς συμμορφωτική πράξη και αν εντέλει επιδρά στο έννομο συμφέρον των οικονομικών φορέων η τυχόν παράλειψη αυτοτελούς αμφισβήτησής της ή αν απαιτείται η επίκληση ιδιαίτερου εννόμου συμφέροντος προκειμένου να μην καταργηθεί η δίκη.

Επί του ζητήματος αυτού έχει κριθεί ότι η απόφαση περί ματαίωσης διαγωνιστικής διαδικασίας σε συμμόρφωση με αποφάσεις της ΕΑΔΗΣΥ με την οποία ακυρώνεται διακήρυξη, δεν αποτελεί απλή συμμόρφωση για την οποία θα αρκούσε η προσωρινή αναστολή της διαδικασίας του επίδικου διαγωνισμού εν αναμονή της αποφάσεως επί του ενδίκου βοηθήματος κατά της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ, αλλά συνιστά νέα αυτοτελή πράξη, με την οποία, διά της ματαιώσεως του διαγωνισμού, ανακαλείται στην ουσία η επίδικη διακήρυξη και αποφασίζεται η επαναπροκήρυξή του, με συνέπεια το ένδικο βοήθημα κατά της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ να μην έχει πλέον αντικείμενο και να είναι απορριπτέο, ενώ είναι απορριπτέο και κατά το σκέλος που στρέφεται κατά της απόφασης περί ματαίωσης του διαγωνισμού, διότι κατ’ αυτής δεν προβάλλεται αυτοτελής λόγος. Και τούτο ανεξαρτήτως αν κατά της απόφασης ματαίωσης η αιτούσα όφειλε να ασκήσει αυτοτελή προδικαστική προσφυγή[44].

Η νομολογία της Επιτροπής Αναστολών αυτή φαίνεται να στηρίχθηκε στο γεγονός ότι, εκτός της ματαίωσης, αποφασίστηκε η επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού σε νέο πλαίσιο διαγωνιστικών όρων και με νέα νομοθεσία ισχύουσα κατά τη στιγμή της προκήρυξής του[45]. Τα Διοικητικά Εφετεία επέκτειναν τη νομολογία και σε περιπτώσεις ματαίωσης και επαναπροκήρυξης ανεξαρτήτως μεταβολής των όρων[46], καθώς και σε περιπτώσεις απλής ματαίωσης[47]. Επεκτάθηκε, επίσης, η νομολογία σε περίπτωση ματαίωσης και επαναπροκήρυξης με τους ίδιους όρους σε συμμόρφωση με απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ που κρίνει όλες τις προσφορές μη αποδεκτές[48]. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις τέθηκε ζήτημα κατάργησης της δίκης. Σε άλλη περίπτωση, πάντως, ματαίωσης, συνεπεία απόρριψης όλων των προσφορών, αν και κρίθηκε ότι η απόφαση ματαίωσης είναι αυτοτελής πράξη και δεν αποτελεί συμπροσβαλλόμενη, πάντως δεν τέθηκε ζήτημα κατάργησης της δίκης[49].

Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή της νομολογίας δεν είναι ανεπίδεκτη κριτικής. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, εξετάζοντας περίπτωση που η απόφαση ματαίωσης εκδόθηκε ταυτόχρονα με την απόφαση αποκλεισμού, έκρινε ότι η ακύρωση της απόφασης περί αποκλεισμού έχει ως αυτόθροη συνέπεια την ακύρωση της απόφασης ματαίωσης[50], ενώ, σε περίπτωση παράλληλης άσκησης δύο αιτήσεων ακύρωσης κατά αποκλεισμού και ματαίωσης, κατέληξε σε κρίση ότι η πρώτη αίτηση ακύρωσης διατηρεί το αντικείμενό της διότι από την έκβασή της εξαρτάται η κρίση επί της δεύτερης αιτήσεως[51]. Μόνο αν ο αιτών επιλέξει να ασκήσει διακριτά ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων, αυτές δεν συνιστούν συμπροσβαλλόμενες[52], και, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση κατά του αποκλεισμού, γίνεται δεκτή και η αίτηση που στρέφεται κατά της συμμορφωτικής απόφασης, η οποία χάνει αναδρομικά το νόμιμο έρεισμά της[53]. Κατά την ως άνω προσέγγιση, φαίνεται ότι η συμμορφωτική απόφαση είναι κατ’ αρχήν συμπροσβαλλόμενη, εκτός αν ο οικονομικός φορέας επιλέξει να την προσβάλει με ξεχωριστή αίτηση αναστολής – ακύρωσης.

Εν όψει της ως άνω νομολογίας, δημιουργείται σύγχυση ως προς το αν η ματαίωση συνεπεία απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ αποτελεί πράξη συμμόρφωσης και ως προς την επίδρασή της στην εκκρεμή δίκη κατά της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ. Η σύγχυση αυτή οδήγησε, ως αναμενόταν, και σε αντίθετη αντιμετώπιση εκ μέρους της ΕΑΔΗΣΥ, η οποία, εξετάζοντας αντίστοιχους λόγους προσφυγής που στρέφονταν κατά απόφασης ματαίωσης, που εκδόθηκε κατόπιν απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ με την οποία κρίθηκαν όλες οι προσφορές απορριφθείσες, στη μια περίπτωση έκρινε παραδεκτή και βάσιμη την προσφυγή, καταλήγοντας ότι ένας διαγωνισμός δεν κηρύσσεται νομίμως ως άγονος πριν την οριστικοποίηση του αποκλεισμού των οικονομικών φορέων[54], ενώ στην άλλη περίπτωση έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή, επειδή στρεφόταν κατά αμιγώς συμμορφωτικής πράξης[55].

Κατά την άποψη του γράφοντος, από το πλέγμα των διατάξεων της δικονομικής οδηγίας και του άρθρου 372 παρ. 1 του Ν. 4412/2016, η απόφαση περί ματαίωσης του διαγωνισμού συνιστά συμπροσβαλλόμενη πράξη και δεν απαιτείται η άσκηση νέας προδικαστικής προσφυγής. Ειδικότερα, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 εδ. δ’ του Ν. 4412/2016, με την απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ λογίζονται ως συμπροσβαλλόμενες και όλες οι συναφείς προς την εν λόγω απόφαση πράξεις ή παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής, εφόσον έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί, αντιστοίχως, έως τη συζήτηση της αίτησης. Κατά τον προφανή σκοπό του εθνικού νομοθέτη, σκοπός της ειδικής αυτής ρύθμισης ήταν η, χάριν ταχείας επίλυσης των διαφορών, ακύρωση όχι μόνο της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ, αλλά και αυτών των αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής που έχουν ως έρεισμα την απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ, ανεξάρτητα αν αποτελούν απλή συμμόρφωση με αυτήν ή συνέπεια αυτής. Η τελολογική αυτή ερμηνεία της διάταξης εξυπηρετεί προεχόντως την όλη οικονομία των διατάξεων του Βιβλίου IV του Ν. 4412/2016 περί έννομης προστασίας κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες αποβλέπουν στην ταχεία επίλυση των σχετικών διαφορών[56].

Η απόφαση ματαίωσης της διαγωνιστικής διαδικασίας σε συμμόρφωση με απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ αποτελεί τη διοικητική πράξη που τερματίζει τη διαγωνιστική διαδικασία, εφόσον ανακαλείται δι’ αυτής η διακήρυξη. Μοναδικό αιτιολογικό έρεισμα της απόφασης ματαίωσης είναι οι κρίσεις της ΕΑΔΗΣΥ και άρα η συνάφεια των αποφάσεων προκύπτει εξ ορισμού[57]. Το γεγονός, δε, ότι με την απόφαση ματαίωσης περατώνεται ο διαγωνισμός είναι νομικά αδιάφορο, εφόσον η τυχόν ακύρωση της απόφασης περί αποκλεισμού επιδρά αναπόφευκτα και στο κύρος της ματαίωσης[58]. Η απόλυτη αυτή συνάφεια της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ με την απόφαση ματαίωσης, της δεύτερης ούσης αυτόθροης συνέπειας της πρώτης, καθιστά τη δεύτερη απόφαση συμπροσβαλλόμενη της πρώτης.

Εξάλλου, και από απόψεως ενωσιακού δικαίου, η ερμηνεία αυτή είναι η πλέον συμβατή με τη δικονομική οδηγία, εφόσον με την προσέγγιση αυτή: α) επιτυγχάνεται η ταχύτερη επίλυση των διαφορών με την άπαξ ακύρωση δύο διοικητικών πράξεων που έχουν το ίδιο αιτιολογικό έρεισμα, β) αποφεύγονται τα πρόσθετα και άνευ ουσιαστικού λόγου, λόγω της ταυτότητας της αιτιολογίας, έξοδα σε βάρος του αιτούντα, τα οποία προστιθέμενα με τα αρχικά κόστη καθιστούν έτι πιο αποτρεπτική (και άρα αντίθετη με τη δικονομική οδηγία) την προσφυγή στη δικαιοσύνη[59] και γ) αποφεύγεται το πρόσθετο βάρος διοικητικών και δικαστικών αρχών που καλούνται να κρίνουν επί των ίδιων ζητημάτων και η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων για λόγους πρωτίστως ασφάλειας δικαίου. Εντέλει, η προσέγγιση αυτή είναι η πλέον σύμφωνη με την αρχή της αποτελεσματικότητας της δικονομικής οδηγίας.

Επιπλέον, εν όψει της νομολογίας του ΔΕΕ περί οριστικού αποκλεισμού, και ιδίως την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ ως προς την έννοια της «συγκεκριμένης σύμβασης»[60], η οποία αφορά ακόμη και την ενδεχόμενη κίνηση νέας διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης[61], θα μπορούσε να υποστηριχθεί και η άποψη ότι η νέα αυτή διαδικασία, που κατατείνει στη σύναψη της δημόσιας σύμβασης, αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, άλλως αναβίωση αυτής. Με δεδομένο ότι ο ενωσιακός νομοθέτης συνέδεσε το έννομο συμφέρον με τη σύναψη «συγκεκριμένης σύμβασης» και όχι με τη διενέργεια συγκεκριμένης διαδικασίας ανάθεσης, δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης του αντικειμένου της δίκης και απώλειας εννόμου συμφέροντος ή υποχρέωσης απόδειξης ειδικού εννόμου συμφέροντος εκ του γεγονότος ότι η αναθέτουσα αρχή αποφάσισε να ματαιώσει διαγωνιστική διαδικασία ή/και να την επαναπροκηρύξει, εφόσον ο οικονομικός φορέας που αμφισβητεί τον αποκλεισμό του, εξακολουθεί να συνδέεται με τη «συγκεκριμένη σύμβαση» και άρα διατηρεί ενεργό το έννομο συμφέρον του να του ανατεθεί, ακυρώνοντας τον αποκλεισμό του, ακύρωση η οποία επιδρά αναδρομικά στη νομιμότητα όλων των μεταγενεστέρως εκδοθεισών πράξεων.

Η κατάργηση της δίκης ισοδυναμεί με κατάργηση του δικαιώματος στην παροχή δικαστικής προστασίας και για τον λόγο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά το πεδίο εφαρμογής της. Το ζήτημα αυτό, ήτοι κατά πόσον επιδρά η απόφαση ματαίωσης του αναθέτοντος φορέα στην παρούσα δίκη, πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως υπό το πρίσμα των διατάξεων της δικονομικής οδηγίας. Η δικονομική αυτονομία των κρατών-μελών τελεί υπό τον όρο σεβασμού της αποτελεσματικότητας της δικονομικής οδηγίας. Εθνικές διατάξεις ή νομολογιακές πρακτικές περί κατάργησης της δίκης, ως έχουσες άμεση σχέση με το δικαίωμα του οικονομικού φορέα να επιδιώκει την ακύρωση της παράνομης κατ’ αυτόν απόφασης, πρέπει να εξεταστούν υπό μια διαφορετική οπτική[62].

Κατά την πάγια νομολογία[63], κάθε πράξη μιας αναθέτουσας αρχής, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαγωνιστικής διαδικασίας, πρέπει να είναι δεκτική προσφυγής. Η εξέλιξη του διαγωνισμού, η ανάθεση της σύμβασης, η ματαίωση αυτής, αλλά ακόμη και η εκτέλεσή της, δεν πρέπει να αποτελούν πρόσκομμα στο δικαίωμα του οικονομικού φορέα να ακυρώσει την παράνομη απόφαση. Το γεγονός ότι μια πράξη εξάντλησε το ρυθμιστικό της περιεχόμενο, είτε επειδή ματαιώθηκε ο διαγωνισμός είτε επειδή συνήφθη και εκτελέστηκε η σύμβαση, δεν επιδρά στην έννοια του ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα, ο οποίος εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον να ακυρωθεί η παράνομη απόφαση, ανεξάρτητα από το αν δύναται να αναλάβει την εκτέλεση της σύμβασης ή έχει δικαίωμα αποζημίωσης.

Είναι άλλο το ζήτημα του κατά πόσο η ακύρωση αυτή θα έχει άμεσα ευεργετικά αποτελέσματα υπέρ του οικονομικού φορέα, υπό την έννοια ότι θα ανατραπεί μια διαμορφωμένη κατάσταση και θα μπορέσει να επιδιώξει την ανάθεση της σύμβασης, ή ότι η ακύρωση θα έχει «πλατωνικό» χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν θα ανατρέπει το κύρος της σύμβασης, αλλά θα αποτελεί τη βάση για αποζημιωτικές αξιώσεις του οικονομικού φορέα.

Το αδιαπραγμάτευτο και άνευ όρων και αιρέσεων, άνευ καταργήσεων δικών ή απώλειας εννόμου συμφέροντος, δικαίωμα του οικονομικού φορέα να προσβάλει κάθε βλαπτική γι’ αυτόν απόφαση, χωρίς να επιδρά η εξέλιξη του διαγωνισμού ή ακόμη και η πρόθεση της αναθέτουσας αρχής να μην επαναπροκηρύξει διαγωνισμό, αποτελεί μεν έναν περιορισμό στη δικονομική αυτονομία, πηγάζει ωστόσο από μια προσεκτική ανάγνωση της νομολογίας του ΔΕΕ. Διότι, σε διαφορετική περίπτωση, η απόφαση ματαίωσης λειτουργεί ως εργαλείο για να αποφεύγεται συστηματικά η τήρηση των διατάξεων της δικονομικής οδηγίας, που επιτάσσουν την ακύρωση των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών[64].

Αλλά και από συνταγματικής σκοπιάς, δεν θα ήταν συμβατή προς τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 1 εδάφιο α΄ του Συντάγματος η κατάργηση μιας δίκης στην περίπτωση που η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, εκδίδοντας νέα πράξη, επιδιώκει –ούσα διάδικος σε υπόθεση– να ανακαλέσει μια κανονιστική πράξη, όχι απλώς για να αποκαταστήσει την πλημμέλεια της αρχικής πράξης, οπότε στην περίπτωση αυτή αποκαθίσταται η νομιμότητα, αλλά για να ματαιώσει τη δικαστική προστασία του αντιδίκου της, καθιστώντας απρόσβλητη την πράξη που φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου[65].

Συμπερασματικά, ως πιο συνεπής με την αποτελεσματικότητα της δικονομικής οδηγίας λύση προκρίνεται αυτή κατά την οποία η ματαίωση ενός διαγωνισμού με μοναδικό αιτιολογικό έρεισμα την απόρριψη όλων των προσφορών συνιστά συμπροσβαλλόμενη με την απόφαση του αποκλεισμού πράξη και δεν απαιτείται αυτοτελής αμφισβήτησή της, αφού αποτελεί αυτόθροη συνέπεια του αποκλεισμού και η τυχόν ανατροπή του αποκλεισμού οδηγεί σε ανατροπή της ματαίωσης.

VΙI. Επίλογος

Όπως προαναφέρθηκε, όλα τα παραπάνω ζητήματα απασχολούν το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο καλείται να επιλύσει δυσεπίλυτους γρίφους. Από τη μια η τάση διεύρυνσης του εννόμου συμφέροντος, η οποία απαντάται στη νομολογία του ΔΕΕ περί οριστικού αποκλεισμού, και από την άλλη μια αμφιταλαντευόμενη τάση ως προς τα όρια προσβολής μιας διακήρυξης και τις προϋποθέσεις απόδειξης εννόμου συμφέροντος. Η κατάσταση αυτή υποδηλώνει τη σύγκρουση δύο νομικών κοσμοθεωριών. Από τη μια η τάση προς «αντικειμενικοποίηση» της αίτησης ακύρωσης, που στοχεύει στην αντικειμενική νομιμότητα της διοικητικής δράσης, και από την άλλη η αντίρροπη τάση προς «υποκειμενικοποίηση» του ακυρωτικού ελέγχου, στην οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν η ιδιαίτερη κατάσταση των φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και τα δικαιώματα που αντλούν από την έννομη τάξη, προκειμένου να συναχθούν νομικές και, κυρίως, δικονομικές συνέπειες[66].

Η επίδραση του ενωσιακού δικαίου, ιδίως στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων που η δικονομική οδηγία περιέχει λεπτομερείς διατάξεις που προβλέπουν συνεκτικό σύστημα διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων[67], επιβάλει μια σύγκλιση των διαφορετικών τάσεων, μια «σχετικοποίηση» του ακυρωτικού ελέγχου. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο υποψήφιος επιδρά μεν στα δικαιώματά του[68], αλλά, εφόσον βρίσκεται στην κατάλληλη κατάσταση, πρέπει να διαθέτει όλα τα μέσα για να ακυρώσει κάθε πράξη, ακόμη και αν αυτή δεν τον επηρεάζει άμεσα, αλλά ενδέχεται να τον επηρεάσει στο μέλλον.

Και επειδή η σύγκλιση δεν επιτυγχάνεται με μεμονωμένη προσέγγιση των ζητημάτων, εντός των συνόρων, ίσως θα πρέπει το Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά και τα Διοικητικά Εφετεία ως δικαστήρια τελευταίου βαθμού[69], να προσανατολιστούν προς τη λύση υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, προκειμένου αυτό, με έναν συνεκτικό τρόπο, να δώσει φως στα σκοτεινά σημεία του εννόμου συμφέροντος.

 

Βασίλης Χατζηγιαννάκης, Δικηγόρος

 

[1] ΣτΕ Ολ 280/1996, 4496/2009, 328/2011, 4964/2012, 7μ 4112/2013, 1537, 2572, 4786/2014, 2391/2016.

[2] ΣτΕ 7μ 800/2016, 213/2011.

[3] ΣτΕ 7μ 880/2016, 1844/2013.

[4] ΣτΕ 675/2023, σκέψη 11, 2515/2022, 1656/2023.

[5] Απόφαση ΔΕΕ της 11ης Απριλίου 2019, PORR Építési Kft., C-691/17, EU:C:2019:327, σκέψη 39, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.

[6] Απόφαση ΔΕΕ της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Lombardi Srl, C-333/18, σκέψη 33.

[7] Αποφάσεις ΔΕΕ, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 61, καθώς και Cañas κατά Επιτροπής, C‑269/12 P, EU:C:2013:415, σκέψη 15.

[8] ΣτΕ ΕΑ 86/2018, Ολ 12-15/2018, Ολ 146-148/2016.

[9] ΣτΕ 2631/2020.

[10] ΣτΕ 900/2022.

[11] ΣτΕ 232/2024.

[12] ΣτΕ 7μ 1147/2024.

[13] Απόφαση ΕΔΔΑ της 23ης Μαΐου 2019, Σινέ Τσαγκαράκη Α.Ε.Ε. κατά Ελλάδας, αριθμ. προσφ. 17257/13.

[14] Αποφάσεις ΔΕΚ της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/99, Universale Bau, EU:C:2002:746, σκέψη 78, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‐327/00, Santex, EU:C:2003:109, σκέψεις 50, 51 και 52 και της 11ης Οκτωβρίου 2007, C‐241/06, Lämmerzahl, EU:C:2007:597, σκέψη 50.

[15] Β. Χατζηγιαννάκης, Έλεγχοι νομιμότητας στις δημόσιες συμβάσεις, Νομική Βιβλιοθήκη, 2023, σ. 5.

[16] Υπό αυτή την έννοια αποφάσεις ΔΕΕ της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, C-721/19, Sisal, EU:C:2021:672, σκέψη 63, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Lombardi, C-333/18, EU:C:2019:675, σκέψη 29.

[17] Απόφαση ΔΕΕ της 6ης Νοεμβρίου 2014, C–42/13, Cartiera dell’ Adda SpA, EU:C:2014:2345, σκέψη 44.

[18] Απόφαση ΔΕΕ της 5ης Απριλίου 2017, C–298/15, Borta UAB EU:C:2017:266, σκέψεις 74 έως 76.

[19] Απόφαση ΔΕΕ της 5ης Ιουνίου 2025, C‑82/24, Veolia Water Technologies sp. z o.o., EU:C:2025:396, σκέψεις 36, 38 και 39.

[20] Διάταξη ΔΕΚ της 5ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή κατά Provincia di Imperia, C‑183/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:136, σκέψη 26.

[21] ΣτΕ 1087/2020.

[22] Απόφαση ΔΕΚ της 21ης Ιανουαρίου 1987, Στρογγύλη κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 204/85, EU:C:1987:21, σκέψη 11.

[23] Προτάσεις 25ης Απριλίου 2017, C‑596/15 P και C‑597/15 P, Bionorica SE και Diapharm GmbH & Co. KG κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημεία 54 και 55.

[24] ΣτΕ Ολ 1415/2000.

[25] ΣτΕ 288/2024, 1116/2022, Ε.Α. 233/2021, καθώς και ΣτΕ 2631/2020, 308/2020.

[26] ΣτΕ 288/2024.

[27] ΕΑΔΗΣΥ 1350/2025.

[28] Η προθεσμία προσβολής της διακήρυξης είναι πλέον 15 ημέρες από τη δημοσίευσή της στο ΚΗΜΔΗΣ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1Α του Ν. 4412/2016, ενώ η ελάχιστη προθεσμία υποβολής προσφορών στους διεθνείς ανοιχτούς διαγωνισμούς που διενεργούνται με ηλεκτρονικά μέσα είναι 30 ημέρες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 και 4 του Ν. 4412/2016

[29] Β. Χατζηγιαννάκη, Το έννομο συμφέρον στο στάδιο αξιολόγησης των προσφορών – Μία αχτίδα φωτός στο τούνελ του οριστικού αποκλεισμού, ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 11/2024, σ. 1008 – 1012.

[30] Β. Χατζηγιαννάκη, Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 539/2025 – Η απαρχή μιας νέας νομολογιακής προσέγγισης στο ζήτημα του οριστικού αποκλεισμού, ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 6/2025, σ. 558 – 562.

[31] ΣτΕ 288/2024, 1162/2022, ΕΑ ΣτΕ 233/2021.

[32] ΣτΕ 2096/2022, ΕΑ 36/2003.

[33] Απόφαση ΔΕΕ της 22ας Οκτωβρίου 2024, C-652/22, Kolin Inşaat Turizm Sanayi ve Ticaret AȘ, ECLI:EU:C:2024:910.

[34] Κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, το έννομο συμφέρον και η ενεργητική νομιμοποίηση αποτελούν δύο διαφορετικές προϋποθέσεις του παραδεκτού τις οποίες πρέπει να πληροί σωρευτικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο προκειμένου να ασκήσει παραδεκτώς την προσφυγή ακυρώσεως (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑132/12 P, EU:C:2014:100, σκέψεις 67 και 68, καθώς και Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑133/12 P, EU:C:2014:105, σκέψεις 54 και 55).

[35] Απόφαση ΔΕΕ της 9ης Φεβρουαρίου 2023, VZ, C-53/22, EU:C:2023:88, σκέψεις 39 και 40.

[36] Απόφαση ΔΕΕ της 11ης Μαΐου 2023, C-101/22 P, Επιτροπή κατά Sopra Steria Benelux, EU:C:2023:396, σκέψη 83.

[37] Βλ. άρθρα 7 παρ. 1 της Οδηγίας 93/36/ΕΟΚ, 7 παρ. 1 της Οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και 12 παρ. 1 της Οδηγίας 92/50/ΕΟΚ.

[38] Απόφαση ΔΕΕ της 18ης Ιανουαρίου 2024, C‑303/22, CROSS Zlín a.s., σκέψη 51.

[39] Άρθρο 100 παρ. 2 του Κανονισμού 1605/2002.

[40] Άρθρο 113 παρ. 2 του Κανονισμού 966/2012.

[41] Απόφαση ΔΕΕ της 11ης Μαΐου 2023, C-101/22 P, Επιτροπή κατά Sopra Steria Benelux, EU:C:2023:396, σκέψη 80.

[42] Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Michal Bobek, της 26ης Ιανουαρίου 2017, C‑13/16, Rīgas satiksme, σημείο 99.

[43] ΣτΕ 539/2025.

[44] ΣτΕ ΕΑ 132/2021.

[45] ΣτΕ 319/2024.

[46] ΔΕφΙωανν 23/2023.

[47] ΔΕφΑθ 2207/2024.

[48] ΔΕφΠειρ 359, 362 και 363/2025.

[49] ΔΕφΑθ 1267/2025.

[50] ΣτΕ ΕΑ 57/2020.

[51] ΣτΕ 56/2020.

[52] ΣτΕ 515/2024.

[53] ΣτΕ 516/2024.

[54] ΕΑΔΗΣΥ 1492, 1493/2025.

[55] ΕΑΔΗΣΥ 1691/2025.

[56] ΣτΕ 1792/2024, σκέψη 12.

[57] ΣτΕ 56/2020.

[58] Ό.π.

[59] Απόφαση ΔΕΕ της 6ης Οκτωβρίου 2015, C‑61/14, Orizzonte Salute, κατά την οποία όταν το αντικείμενο των προσφυγών είναι το ίδιο, το Δικαστήριο οφείλει να απαλλάσσει το διάδικο από τα πολλαπλά παράβολα.

[60] ΣτΕ 539/2025.

[61] Απόφαση ΔΕΕ της 11ης Μαΐου 2017, C‑131/16, Archus sp. z o.o., EU:C:2017:358, σκέψεις 58 και 59.

[62] Απόφαση ΔΕΕ της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Lombardi Srl, C-333/18, σκέψη 33.

[63] Απόφαση ΔΕΚ της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-81/98, Alcatel Austria AG κ.λπ., σκέψη 43, βλ. και τις από 21ης Μαρτίου 2017 προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona, C-76/2016, INGSTEEL και Metrostav, σημείο 70.

[64] Απόφαση ΔΕΚ της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-81/98, Alcatel Austria AG κ.λπ., σκέψεις 38 και 40.

[65] Υπ’ αυτή την έννοια, ΣτΕ Ολ 4754-5/2012, Ολ 2307/2014, Ολ 522-4/2015, Ολ 685/2019, Ολ 1530/2023.

[66] Ευ. Πρεβεδούρου, Εξελίξεις στην αίτηση ακυρώσεως υπό το πρίσμα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (2018) 3 ΘΠΔΔ 289 επ.

[67] Απόφαση ΔΕΕ της 18ης Ιανουαρίου 2024, CROSS Zlín a.s., C-303/22, EU:C:2024:60, σκέψη 46.

[68] Βλ. Richer L. et Lichère F., Droit des contrats administratifs, sept. 2024, LGDJ, 9782275157290, par. 357-358 « Le référé précontractuel en matière de contrats soumis à publicité préalable et concurrence».

[69] ΣτΕ 419/2025.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στη ΘΠΔΔ 12/2025, σελ. 1139-1147.