Οι προσφεύγουσες είναι δύο λιθουανικές εταιρείες. Η πρώτη είναι εταιρεία βιοτεχνολογίας και φαρμακευτικών, ενώ η δεύτερη εταιρεία λιανικής πώλησης ιατρικών ειδών που ιδρύθηκε στις 18 Μαρτίου 2020.

Τον Φεβρουάριο 2020 κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη Λιθουανία λόγω της πανδημίας COVID-19. Στις 18 Μαρτίου 2020, η Διευθύνουσα Σύμβουλος της πρώτης απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Υφυπουργό Υγείας με ενημερωτικό φυλλάδιο για ταχέα τεστ COVID-19, χωρίς αναφορά τιμής ή κατασκευαστή. Η Υφυπουργός προώθησε το μήνυμα στο Εθνικό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας (NVSPL) με εντολή να «συντονίσει μια παραγγελία».

Στις 19 Μαρτίου 2020 η πρώτη προσφεύγουσα υπέβαλε δύο εναλλακτικές προσφορές και η NVSPL αποδέχθηκε τη δεύτερη για αγορά 510.000 ταχέων τεστ έναντι 6.050.000 ευρώ. Η σύμβαση ανέφερε την πρώτη προσφεύγουσα ως κατασκευαστή των τεστ. Την ίδια ημέρα, η πρώτη προσφεύγουσα υπέγραψε σύμβαση με τη δεύτερη προσφεύγουσα για αγορά των ίδιων τεστ έναντι 5.904.800 ευρώ, χωρίς προσδιορισμό κατασκευαστή. Η δεύτερη προσφεύγουσα αγόρασε τελικά τα τεστ από αυστριακή εταιρεία (εταιρεία A) έναντι 1.135.360 ευρώ.

Τον Μάιο 2020 άνοιξε προανάκριση. Διαπιστώθηκε ότι άλλη εταιρεία (εταιρεία P) είχε προσφέρει την ίδια ημέρα τεστ του ίδιου κατασκευαστή (εταιρεία A) για 3,65-3,99 ευρώ ανά τεστ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, έναντι 10,71-19,36 ευρώ της πρώτης προσφεύγουσας.

Τον Δεκέμβριο 2020, ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε αγωγή δημοσίου συμφέροντος ζητώντας την ακύρωση των συμβάσεων και την επιστροφή ποσών. Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Βίλνιους απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι παρά τις παραβάσεις της διαδικασίας δημοσίων συμβάσεων, δεν μπορούσε να μετακυλιστεί στις ιδιωτικές εταιρείες η ευθύνη του Κράτους για ορθή χρήση δημοσίων πόρων.

Το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση. Έκρινε ότι η πρώτη προσφεύγουσα είχε παράσχει ανακριβείς πληροφορίες για τον κατασκευαστή, είχε προτείνει υπέρμετρη τιμή, και οι δύο εταιρείες είχαν συμπράξει για να επωφεληθούν από την έκτακτη κατάσταση και να αποκομίσουν αδικαιολόγητο κέρδος κατά κακή πίστη. Διέταξε την πρώτη προσφεύγουσα να επιστρέψει 145.200 ευρώ και τη δεύτερη 3.997.400 ευρώ.

Το ΕΔΔΑ εξέτασε την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Αναγνώρισε ότι τα ποσά που έλαβαν οι προσφεύγουσες αποτελούσαν «περιουσία» και ότι η διαταγή επιστροφής συνιστούσε επέμβαση. Η επέμβαση είχε νομική βάση στον Αστικό Κώδικα και στον Νόμο περί Δημοσίων Συμβάσεων και επεδίωκε θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος.

Ως προς την αναλογικότητα, το Δικαστήριο τόνισε το ευρύ περιθώριο εκτίμησης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων. Αποδέχθηκε τα πορίσματα του Εφετείου ότι οι προσφεύγουσες ενήργησαν με κακή πίστη, παρέχοντας ανακριβείς πληροφορίες και επιδιώκοντας υπέρμετρο κέρδος κατά τη διάρκεια έκτακτης κατάστασης δημόσιας υγείας. Η μη συμμόρφωση των αρχών με τις διοικητικές υποχρεώσεις τους δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την απαλλαγή των προσφευγουσών από την παραβίαση των υποχρεώσεων που τους επέβαλε το αστικό δίκαιο.

Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και για τις δύο προσφεύγουσες εταιρείες.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 1 Π.Π.Π. – Επέμβαση στην περιουσία

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα ποσά που έλαβαν οι προσφεύγουσες βάσει των συμβάσεων αποτελούσαν «περιουσία» τους και ότι η διαταγή επιστροφής μέρους αυτών συνιστούσε επέμβαση στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης.

Η επέμβαση προβλεπόταν από το νόμο – συγκεκριμένα τα άρθρα 1.80 και 1.81 του Αστικού Κώδικα (ακυρότητα δικαιοπραξιών αντίθετων σε αναγκαστικούς κανόνες δικαίου ή στα χρηστά ήθη) και τον Νόμο περί Δημοσίων Συμβάσεων. Επεδίωκε θεμιτούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος: πρόληψη συμπαιγνιακών πρακτικών και προστασία δημοσίων πόρων.

Αναλογικότητα

Το Δικαστήριο υπογράμμισε το ευρύ περιθώριο εκτίμησης των Κρατών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους συμμετέχοντες και τις συνέπειες μη τήρησής τους.

Δέχθηκε τα πορίσματα των εθνικών δικαστηρίων ότι η διαδικασία δημοσίων συμβάσεων δεν διεξήχθη σύμφωνα με τον νόμο, παρά το δικαίωμα της NVSPL να προσφύγει σε διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση λόγω έκτακτης ανάγκης. Η αρχή της διαφάνειας και της ορθολογικής χρήσης δημοσίων πόρων είχε παραβιαστεί.

Ωστόσο, το λιθουανικό αστικό δίκαιο επιβάλλει υποχρεώσεις και στους προμηθευτές στο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι: α) Η πρώτη προσφεύγουσα παρείχε ανακριβείς πληροφορίες για τον κατασκευαστή, β) πρότεινε τιμή που υπερέβαινε σημαντικά την τιμή αγοράς, γ) οι δύο εταιρείες συνέπραξαν για να αποκομίσουν αδικαιολόγητο κέρδος και δ) επεδίωξαν να εκμεταλλευτούν την έκτακτη κατάσταση δημόσιας υγείας.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η καλή πίστη των μερών μιας σύμβασης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα κατά τον καθορισμό αποζημίωσης μετά από ακύρωση. Η μη συμμόρφωση των αρχών με τις διοικητικές υποχρεώσεις τους δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την απαλλαγή των προσφευγουσών, ώστε να διατηρήσουν το υπέρμετρο κέρδος σε βάρος του δημοσίου ταμείου.

Οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ προμηθευτών και αναθετουσών αρχών δεν μπορούν να εξομοιωθούν με καταστάσεις όπου οι δημόσιες αρχές ασκούν διοικητικές εξουσίες έναντι προσώπων σε θέση εξάρτησης. Οι προμηθευτές είναι οικονομικοί φορείς που επιδιώκουν ενεργά τα εμπορικά τους συμφέροντα.

Η απουσία οικονομικών συνεπειών για τη NVSPL δεν αρκούσε από μόνη της για να καταστήσει δυσανάλογη την επέμβαση.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ομόφωνα μη παραβίαση του άρθρου 1 Π.Π.Π.

 

Πηγή: www.caselaw.com