Με την υπ’ αρ. 2166/2025 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Δ’) κρίθηκε ότι η κατάπτωση του παραβόλου, κατόπιν (νόμιμης) υποβολής παραίτησης από προδικαστική προσφυγή, ακόμη και μετά την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης, διατάχθηκε κατ’ εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 363 παρ. 5 περ. γ΄ του ν. 4412/2016, η οποία δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του άρθρου 1 της 89/665/ΕΟΚ και του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ και άρα είναι μη νόμιμη.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

Αριθμός 2166/2025

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2024, με την εξής σύνθεση: Ηλίας Μάζος, Aντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βασιλική Κίντζιου, Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλοι, Αντωνία Παπαϊωάννου, Αλεξάνδρα Γεωργαντοπούλου, Πάρεδροι.

Για να δικάσει την από 22 Ιουλίου 2024 αίτηση ακυρώσεως και αναστολής:

της ένωσης οικονομικών φορέων με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα (…), η οποία αποτελείται από: α) την εταιρεία με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στην Αθήνα (…) και β) την εταιρεία με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη (Α.Μ. 28288), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ), που εδρεύει στην Αθήνα (Δώρου 7-9), η οποία παρέστη με την Όλγα Τσιρκινίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα ένωση οικονομικών φορέων επιδιώκει να ακυρωθεί και να ανασταλεί η εκτέλεση του υπ’ αριθμ. … πρακτικού (όπως το έτος έκδοσης αυτού διορθώθηκε με το από 19.8.2024 υπόμνημα της αιτούσας) της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.) και κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Αντωνίας Παπαϊωάννου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας ένωσης οικονομικών φορέων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί παράβολο ύψους 2.500 ευρώ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 372 παρ. 5 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 (Α΄ 36) [βλ. …/…/17.7.2024 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ.) Αττικής].

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, ασκούμενη κατ’ επίκληση των διατάξεων του προαναφερθέντος άρθρου 372 του ν. 4412/2016, ζητείται η ακύρωση του … πρακτικού (όπως το έτος έκδοσης αυτού διορθώθηκε με το από 19.8.2024 υπόμνημα της αιτούσας) της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.), το οποίο εκδόθηκε μετά την παραίτηση της ήδη αιτούσας ένωσης εταιρειών από την προδικαστική προσφυγή που είχε ασκήσει στο πλαίσιο διαγωνισμού, προκηρυχθέντος από τον Δήμο …, για την ανάθεση σύμβασης με αντικείμενο …, συνολικής εκτιμώμενης αξίας, με τα δικαιώματα προαίρεσης, 33.528.960 ευρώ (χωρίς Φ.Π.Α. 24%). Η ακύρωση του προσβαλλόμενου πρακτικού ζητείται, ειδικότερα, κατά το μέρος αυτού με το οποίο διατάσσεται, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 363 παρ. 5 περ. γ΄ του ν. 4412/2016, η κατάπτωση του παραβόλου, ποσού 15.000 ευρώ, το οποίο είχε καταβάλει η αιτούσα για την άσκηση της ως άνω προδικαστικής προσφυγής.

3. Επειδή, ο ένδικος διαγωνισμός, ως εκ του αντικειμένου του και της εκτιμώμενης αξίας της υπό ανάθεση σύμβασης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΚ (L 94) και του ν. 4412/2016. Όπως δε έχει κριθεί (ΣτΕ 289/2024 επτ.), το πρακτικό που συντάσσεται από την Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. σε περίπτωση υποβολής παραίτησης από ασκηθείσα προδικαστική προσφυγή (βλ. κατωτέρω σκ. 6), καθ’ ο μέρος με αυτό διατάσσεται η κατάπτωση (ή η επιστροφή) του κατατεθέντος για την προδικαστική προσφυγή παραβόλου, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, κατά της οποίας χωρεί η άσκηση του ένδικου βοηθήματος της αίτησης αναστολής εκτέλεσης και ακυρώσεως του άρθρου 372 του ν. 4412/2016. Κατ’ ακολουθίαν, η ένδικη διαφορά, αναγόμενη στη νομιμότητα της ρήτρας του προσβαλλόμενου πρακτικού της Αρχής περί κατάπτωσης του παραβόλου της προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας, καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 και υπάγεται στην κατά την παρ. 3 του άρθρου αυτού εξαιρετική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενόψει της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης.

4. Επειδή, η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21.12.1989 «για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων» (ΕΕ L 395), όπως ισχύει, έχει ως αντικείμενο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 αυτής, να εξασφαλίσει την ύπαρξη στα κράτη μέλη αποτελεσματικών και όσο το δυνατόν ταχύτερων διαδικασιών προσφυγής, σε περιπτώσεις παραβίασης του ενωσιακού δικαίου που διέπει την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 2014/23/ΕΕ, ή παραβίασης των εθνικών κανόνων μεταφοράς του δικαίου αυτού στην εσωτερική έννομη τάξη. Η ανωτέρω οδηγία προσδιορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να πληρούν οι διαδικασίες προσφυγής που θεσπίζουν οι εθνικές έννομες τάξεις, ενώ κατά τα λοιπά καταλείπει στα κράτη μέλη ευχέρεια ως προς την επιλογή των δικονομικών εγγυήσεων που προβλέπει και των συναφών διατυπώσεων. Πάντως, οι θεσπιζόμενοι κατ’ ενάσκηση της ευχέρειας αυτής δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ (βλ. συναφώς, αποφάσεις Δ.Ε.Ε. της 5.4.2017, C – 391/15, Marina del Mediterráneo κ.λπ., σκ. 32-33, της 12.3.2015, C – 538/13, eVigilo Ltd, σκ. 39-40). Στο πλαίσιο, εξάλλου, αυτό, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν μέριμνα, ώστε να μη θίγεται το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής σε δικαστήριο και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) (βλ. απόφαση Δ.Ε.Ε. της 6.10.2015, C – 61/14, Orizzonte Salute, σκ. 48 – 49). Όπως γίνεται δε δεκτό, οι περιορισμοί του κατά το άρθρο 47 του ΧΘΔΕΕ δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου δικαιολογούνται, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 1 του Χάρτη, μόνο εφόσον προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το βασικό περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των τρίτων (βλ. Δ.Ε.Ε. απόφαση της 15.9.2016, C – 439/14 και C – 488/14, SC Star Storage S.A. κλπ., σκ. 49).

5. Επειδή, με τις διατάξεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 (άρθρα 345 – 374) ρυθμίζονται τα σχετικά με την παροχή έννομης προστασίας κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης των εμπιπτουσών στο πεδίο εφαρμογής του νόμου δημόσιων συμβάσεων, η εκτιμώμενη αξία των οποίων υπερβαίνει το καθοριζόμενο στην παράγραφο 1 του άρθρου 345 όριο. Ειδικότερα, στο άρθρο 346 του ν. 4412/2016 ορίζονται τα εξής: «1. [όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 107 παρ. 49 του ν. 4497/2017 (Α΄ 171)] Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί σύμβαση των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της ευρωπαϊκής ή εσωτερικής νομοθεσίας, έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ) [ήδη Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.) κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ν. 4912/2022 (Α´ 59)], σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 360 και να ζητήσει προσωρινή προστασία, σύμφωνα με το άρθρο 366, ακύρωση παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 367 ή ακύρωση σύμβασης η οποία έχει συναφθεί παράνομα, σύμφωνα με το άρθρο 368. 2. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από απόφαση της ΑΕΠΠ επί της προδικαστικής προσφυγής του άρθρου 360, μπορεί να ασκήσει αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης και αίτηση για την ακύρωση της απόφασής της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 372 …», στις δε παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 360 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Κάθε ενδιαφερόμενος ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση του νόμου αυτού και έχει ή είχε υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, υποχρεούται, πριν από την υποβολή των προβλεπόμενων στον Τίτλο 3 ένδικων βοηθημάτων, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της ΑΕΠΠ κατά της σχετικής πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής. 2. Η άσκηση της προδικαστικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων του Τίτλου 3 κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων των αναθετουσών αρχών». Εξάλλου, το άρθρο 365 του ν. 4412/2016, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 136 του ν. 4782/2021, διαλαμβάνει ρυθμίσεις αναφορικά με τη διαδικασία εξέτασης της προδικαστικής προσφυγής, ενώ στο άρθρο 367 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι η απόφαση της Αρχής επί της προδικαστικής προσφυγής εκδίδεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την ημέρα εξέτασης της προσφυγής.

6. Επειδή, εξάλλου, σε σχέση με την υποχρέωση καταβολής παραβόλου για την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής, το άρθρο 363 του ν. 4412/2016 στην αρχική μορφή του προέβλεπε τα εξής: «1. Για το παραδεκτό της άσκησης της προδικαστικής προσφυγής κατατίθεται παράβολο από τον προσφεύγοντα υπέρ του Δημοσίου, το ύψος του οποίου ανέρχεται σε ποσοστό 0,50 τοις εκατό (0,50%) της προϋπολογισθείσας αξίας (χωρίς Φ.Π.Α.) της σχετικής σύμβασης. Το ύψος του παραβόλου δεν μπορεί να είναι κατώτερο των εξακοσίων (600) ευρώ ούτε ανώτερο των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Αν [από] τα έγγραφα της σύμβασης δεν προκύπτει η προϋπολογισθείσα αξία της, για το παραδεκτό της άσκησης της προδικαστικής προσφυγής, κατατίθεται παράβολο ύψους εξακοσίων (600) ευρώ. 2. … 4. Με τον Κανονισμό Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών της παρ. 7 του άρθρου 365 ορίζεται ο τρόπος και ο χρόνος κατάθεσης και είσπραξης του παραβόλου και ο τρόπος απόδειξης της είσπραξής του. 5. Το παράβολο του παρόντος άρθρου επιστρέφεται στον προσφεύγοντα σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδοχής της προσφυγής του. Επίσης, επιστρέφεται στον προσφεύγοντα και στην περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή ανακαλεί την προσβαλλόμενη πράξη ή προβαίνει στην οφειλόμενη ενέργεια πριν από την έκδοση της απόφασης της ΑΕΠΠ επί της προσφυγής». Με το άρθρο 5 του π.δ. 39/2017 «Κανονισμός Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών ενώπιον της Α.Ε.Π.Π.» (Α΄ 64) επαναλήφθηκαν και εξειδικεύθηκαν οι ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 363 του ν. 4412/2016 σχετικά με το παράβολο της προδικαστικής προσφυγής. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 5 επαναλαμβάνεται η ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 363 του ν. 4412/2016, ενώ στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου του Κανονισμού ορίζονται τα εξής: «4. Το παράβολο καταβάλλεται κατά την κατάθεση της προδικαστικής προσφυγής. Η ως άνω κατάθεση του παραβόλου γίνεται ηλεκτρονικά μέσω της εφαρμογής e-παραβόλου στη διαδικτυακή πύλη της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ) και αποτελεί έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού … 5. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδοχής ή σιωπηρής απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής το παράβολο επιστρέφεται στον προσφεύγοντα με απόφαση του οικείου σχηματισμού της ΑΕΠΠ, που εξέτασε την προδικαστική προσφυγή. Επίσης επιστρέφεται στον προσφεύγοντα και στην περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή ανακαλεί την προσβαλλόμενη πράξη ή προβαίνει στην οφειλόμενη ενέργεια πριν από την έκδοση της απόφασης της ΑΕΠΠ επί της προσφυγής …». Περαιτέρω, με το άρθρο 16 του ιδίου ως άνω Κανονισμού ορίστηκε ότι: «1. Παραίτηση από την προδικαστική προσφυγή επιτρέπεται έως την έκδοση απόφασης από το σχηματισμό της ΑΕΠΠ ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η εξέτασή της. 2. Η παραίτηση γίνεται με ηλεκτρονική ή έγγραφη δήλωση που κατατίθεται στο γραμματέα. Αν υποβληθεί παραίτηση, συντάσσεται σχετικό πρακτικό, που υπογράφεται από τον προεδρεύοντα του οικείου σχηματισμού και το γραμματέα, και αποδίδεται το παράβολο στον προσφεύγοντα. Ανάκληση της παραίτησης δεν επιτρέπεται. 3. Η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα τη θέση της προσφυγής στο αρχείο». Ακολούθως, με το άρθρο 135 του ν. 4782/2021 τροποποιήθηκε η παράγραφος 5 του άρθρου 363 του ν. 4412/2016 και προστέθηκε παράγραφος 6. Κατόπιν δε των τροποποιήσεων αυτών, στις παραγράφους 5 και 6 του ως άνω άρθρου 363 ορίζονται τα εξής: «5. Το παράβολο του παρόντος άρθρου επιστρέφεται στον προσφεύγοντα: α) σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδοχής της προσφυγής του, β) όταν η αναθέτουσα αρχή ανακαλεί την προσβαλλόμενη πράξη ή προβαίνει στην οφειλόμενη ενέργεια πριν από την έκδοση της απόφασης της ΑΕΠΠ επί της προσφυγής, γ) σε περίπτωση παραίτησης του προσφεύγοντα από την προσφυγή του έως και δέκα (10) ημέρες από την κατάθεση της προσφυγής. 6. Σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής του προσφεύγοντος, το παράβολο αποδίδεται στο Δημόσιο, εφόσον: α) ο προσφεύγων δεν ασκήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 372 αίτηση αναστολής και ακύρωσης ή β) ο προσφεύγων παραιτηθεί από αυτήν ή γ) με την απόφαση του Δικαστηρίου απορριφθεί η αίτηση του προσφεύγοντος ή δ) σε κάθε περίπτωση που δεν διατάσσεται η ΑΕΠΠ να επιστρέψει το παράβολο στον προσφεύγοντα».

7. Επειδή, με τις διατάξεις του Βιβλίου ΙV του ν. 4412/2016 οργανώνεται το σύστημα παροχής έννομης προστασίας κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης των εμπιπτουσών στο πεδίο εφαρμογής του νόμου δημοσίων συμβάσεων με την πρόβλεψη της άσκησης, σε πρώτο στάδιο, προδικαστικής προσφυγής ενώπιον κεντρικής ανεξάρτητης διοικητικής αρχής (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.) κατά των πράξεων των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων και, εν συνεχεία, του ενδίκου βοηθήματος της αίτησης αναστολής εκτέλεσης και ακυρώσεως κατά των αποφάσεων της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. επί των ενώπιόν της ασκουμένων προδικαστικών προσφυγών. Δεδομένου δε ότι, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 346 και 360 του ν. 4412/2016, η άσκηση της προδικαστικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος του άρθρου 372 του ίδιου νόμου, οι όροι που θεσπίζονται στον νόμο για το παραδεκτό της προδικαστικής προσφυγής συνιστούν, ταυτοχρόνως, προϋποθέσεις για την πρόσβαση του ενδιαφερομένου στο δικαστήριο. Ειδικότερα, με το προπαρατεθέν άρθρο 363 του ν. 4412/2016 προβλέπεται αναλογικό παραβόλου επί της προϋπολογιζόμενης αξίας της σύμβασης, ως προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της προσφυγής. Όπως αναφέρεται δε στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, ο σκοπός θέσπισης του ανωτέρω αυξημένου ύψους παραβόλου συνίσταται στην αποτροπή της άσκησης αστήρικτων και παρελκυστικών προσφυγών. Σε συνάρτηση, εξάλλου, με τον σκοπό αυτό, ρυθμίζεται και η τύχη του παραβόλου ανάλογα με την έκβαση της προδικαστικής προσφυγής. Προβλέπεται, δηλαδή, ότι το παράβολο επιστρέφεται στον προσφεύγοντα, καταρχήν, σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδοχής της προσφυγής του, ενώ σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής, το παράβολο αποδίδεται στο Δημόσιο, αν ο προσφεύγων δεν ασκήσει το ένδικο βοήθημα της αίτησης αναστολής και ακύρωσης της απόφασης της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. ή αν ασκηθεί και απορριφθεί το ένδικο αυτό βοήθημα. Ως προς την περίπτωση της παραίτησης από την προδικαστική προσφυγή, αρχικώς ο νόμος δεν είχε διαλάβει ειδική πρόβλεψη, ενώ με το άρθρο 16 παρ. 2 του Κανονισμού Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (π.δ. 39/2017) είχε προβλεφθεί η απόδοση του παραβόλου στον προσφεύγοντα. Ωστόσο, μετά την τροποποίηση του άρθρου 363 του ν. 4412/2016 με το άρθρο 135 του ν. 4782/2021 προβλέπεται πλέον ότι το παράβολο επιστρέφεται μόνο αν η παραίτηση υποβληθεί έως και δέκα ημέρες από την κατάθεση της προσφυγής, επιδιώκεται δε με τη ρύθμιση αυτή η ταχεία εκκαθάριση των υποθέσεων για τις οποίες δεν υφίσταται πραγματικό ενδιαφέρον των προσφευγόντων, ώστε να αποτρέπεται η άσκοπη ενασχόληση της Αρχής με τις εν λόγω υποθέσεις. Όπως έχει ήδη κριθεί με την απόφαση 289/2024 της επταμελούς σύνθεσης του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο ανωτέρω σκοπός είναι, καταρχήν, θεμιτός, καθόσον συνάπτεται με την αποτελεσματική οργάνωση του συστήματος παροχής έννομης προστασίας και, συγκεκριμένα, την ορθολογική διαχείριση του μεγάλου αριθμού προσφυγών που κατατίθενται ενώπιον της Αρχής· η θέσπιση, όμως του συγκεκριμένου χρονικού ορίου σχετικά με την υποβολή της παραίτησης (δέκα ημέρες από την κατάθεση της προσφυγής), ως προϋπόθεσης προκειμένου να επιστραφεί στον προσφεύγοντα το ποσό του παραβόλου, περιορίζει τη δυνατότητα επιστροφής του ποσού αυτού σε βαθμό πέραν του αναγκαίου, επαγόμενη για τον προσφεύγοντα την οριστική απώλεια του καταβληθέντος ποσού σε περίπτωση υποβολής παραίτησης σε μεταγενέστερο χρόνο, χωρίς η δυσμενής αυτή έννομη συνέπεια να συνδέεται αναγκαίως με την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Και τούτο, διότι δεν προκύπτει ότι ο καθορισμός του ανωτέρω χρονικού ορίου συνδέεται με εκτιμήσεις σχετικές με τη λειτουργία του παραβόλου ως μέσου αποτροπής άσκησης προδήλως αβάσιμων ή καταχρηστικών προσφυγών. Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών που τάσσονται με τα άρθρα 365 παρ. 4 και 367 παρ. 1 του ν. 4412/2016 για την εξέταση και την έκδοση της απόφασης της Αρχής επί της προδικαστικής προσφυγής (σαράντα ημέρες από την κατάθεση της προσφυγής και είκοσι ημέρες από την εξέταση της προσφυγής, αντίστοιχα), καθώς και των λοιπών προθεσμιών που προβλέπονται στον νόμο για ενέργειες των εμπλεκομένων μερών κατά τη διαδικασία εξέτασης της προσφυγής (βλ., ιδίως, την κατ΄ άρθρο 365 παρ. 1 περ. β΄ προθεσμία για την αποστολή των στοιχείων του φακέλου και των απόψεων από την αναθέτουσα αρχή και την προθεσμία του άρθρου 362 παρ. 3 για την άσκηση παρέμβασης) δεν προκύπτει ότι το τασσόμενο χρονικό όριο των δέκα ημερών συνδέεται με συγκεκριμένο στάδιο προόδου της διαδικασίας ενώπιον της Αρχής, κατά το οποίο ο προσφεύγων αναμένεται να επανεκτιμήσει τις πιθανότητες ευδοκίμησης της προσφυγής του, αφού έχει σταθμίσει και τα στοιχεία και τους ισχυρισμούς που έχουν επικαλεσθεί η αναθέτουσα αρχή ή οι τυχόν παρεμβαίνοντες. Περαιτέρω, εν όψει του ότι το ως άνω χρονικό όριο δεν απέχει πολύ από την κατάθεση της προσφυγής, η εφαρμογή της επίμαχης διάταξης έχει ως συνέπεια να διατάσσεται η κατάπτωση του παραβόλου ακόμη και σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η υποβολή παραίτησης σε μεταγενέστερο χρόνο δεν οφείλεται σε παρελκυστική συμπεριφορά του προσφεύγοντος, αλλά σε γεγονότα που έχουν χωρήσει κατά την εξέλιξη της διαδικασίας και σε οψιγενή στοιχεία, τα οποία ευλόγως επηρεάζουν το ενδιαφέρον του για την εξέταση της προσφυγής του. Ενόψει των ανωτέρω, κατά τα ήδη κριθέντα με την προαναφερθείσα 289/2024 απόφαση του Τμήματος, με τη διάταξη του άρθρου 363 παρ. 5 περ. γ΄ του ν. 4412/2016, με την οποία προβλέπεται η κατάπτωση του παραβόλου της προδικαστικής προσφυγής σε περίπτωση υποβολής παραίτησης σε χρόνο πέραν των δέκα ημερών από την κατάθεση της προσφυγής, χωρίς η δυσμενής αυτή έννομη συνέπεια να συνδέεται αναγκαίως με τους σκοπούς για τους οποίους προβλέφθηκε η υποχρέωση καταβολής του παραβόλου, επιβάλλεται δυσανάλογος περιορισμός στο δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και, ως εκ τούτου, η επίμαχη ρύθμιση του νόμου δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του άρθρου 1 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ.

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την …/… διακήρυξη του Δήμου … προκηρύχθηκε ανοικτός διαγωνισμός για την ανάδειξη αναδόχου του έργου «…», συνολικής εκτιμώμενης αξίας 33.528.960 ευρώ (χωρίς Φ.Π.Α.), με κριτήριο ανάθεσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει της βέλτιστης σχέσης ποιότητας – τιμής με αξιολόγηση μελέτης. Στον διαγωνισμό συμμετείχαν, υποβάλλοντας προσφορά, η αιτούσα και η ένωση εταιρειών … . Με το από 30.4.2024 Πρακτικό Ι της Επιτροπής Διαγωνισμού κρίθηκαν πλήρη τα δικαιολογητικά συμμετοχής και σύμφωνες με τους όρους των συμβατικών τευχών οι τεχνικές προσφορές αμφότερων των διαγωνιζομένων, οι οποίες, στη συνέχεια, βαθμολογήθηκαν (με 92,5 βαθμούς η προσφορά της αιτούσας και με 100 βαθμούς εκείνη της προαναφερθείσας ένωσης οικονομικών φορέων … ). Το ανωτέρω Πρακτικό Ι εγκρίθηκε με την …/… απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής του Δήμου …, με την οποία αποφασίστηκε η συνέχιση της διαγωνιστικής διαδικασίας με την αποσφράγιση των οικονομικών προσφορών. Κατά της απόφασης αυτής η αιτούσα ένωση εταιρειών άσκησε την από 20.5.2024 προδικαστική προσφυγή (με ΓΑΚ/Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. …/…), με την οποία προέβαλε αιτιάσεις αναγόμενες στην αποδοχή και στη βαθμολόγηση της προσφοράς της ανταγωνίστριάς της. Ακολούθως, η αιτούσα παραιτήθηκε από την ασκηθείσα προδικαστική προσφυγή στις 28.6.2024 (ημερομηνία που είχε οριστεί για την εξέτασή της από την Αρχή), με την υποβολή σχετικής δήλωσης ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., ζητώντας και την επιστροφή του παραβόλου που είχε καταθέσει για την άσκησή της. Κατόπιν αυτού, με το προσβαλλόμενο …/… πρακτικό της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. η ανωτέρω προδικαστική προσφυγή τέθηκε στο αρχείο και διατάχθηκε η κατάπτωση του καταβληθέντος για την άσκησή της παραβόλου (ύψους 15.000 ευρώ), κατ’ επίκληση της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 363 παρ. 5 περ. γ΄ του ν. 4412/2016, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 εδ. β΄ του π.δ. 39/2017, καθ΄ ο μέρος οι διατάξεις αυτές «δεν εθίγησαν με την πιο πάνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με αριθμό 289/2024» (βλ. στοιχείο 5 του πρακτικού).

9. Επειδή, μη νομίμως διατάχθηκε με το προσβαλλόμενο …/… πρακτικό της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. η κατάπτωση του παραβόλου που είχε καταβάλει η αιτούσα ένωση εταιρειών για την άσκηση της από 20.5.2024 προδικαστικής προσφυγής της. Και τούτο, διότι η κατά τα ανωτέρω κατάπτωση του παραβόλου, κατόπιν (νόμιμης) υποβολής παραίτησης από την ως άνω ασκηθείσα προδικαστική προσφυγή, διατάχθηκε κατ’ εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 363 παρ. 5 περ. γ΄ του ν. 4412/2016, η οποία, κατά το μέρος που θεσπίζει το επίμαχο χρονικό όριο σε σχέση με την υποβολή της παραίτησης ως προϋπόθεση για την επιστροφή του παραβόλου, δεν είναι συμβατή, κατά τα γενόμενα δεκτά στην έβδομη σκέψη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 της 89/665/ΕΟΚ και του άρθρου 47 του ΧΘΕΕ. Για τον λόγο, επομένως, αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρακτικό κατά το πληττόμενο μέρος του.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.