Επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης από τους ΟΤΑ Α’ βαθμού με εταιρείες που δεν είναι αδειοδοτημένες σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 1665/1986.

  1. Ο ν. 1665/1986 (Α’ 194) «Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης» ορίζει, στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3483/2006, Α’ 169), ότι: «Με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 2 εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση πράγματος, κινητού ή ακινήτου, (…), που προορίζεται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση του αντισυμβαλλομένου, παρέχοντας στον αντισυμβαλλόμενό του συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να ορίσουν ότι το δικαίωμα αγοράς μπορεί να ασκηθεί και πριν από τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης», στο άρθρο 2 (όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 2 του ν. 3483/2006, 11 του ν. 2367/1995 και 92 του ν. 3601/ 2007), ότι: «1. Α. Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορούν να συνάπτουν ως εκμισθωτές μόνο: (α) οι ανώνυμες εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, οι οποίες συνιστώνται με σκοπό τη διενέργεια εργασιών του άρθρου 1 του νόμου αυτού, (β) τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια της περίπτωσης α’ του στοιχείου 1 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α’, όπως ισχύει), τα οποία έχουν συσταθεί και λειτουργούν στην Ελλάδα, (γ) τα πιστωτικά ιδρύματα, κατά την παραπάνω έννοια, τα οποία εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.ΟΧ.) και εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ή παρέχουν στην Ελλάδα διασυνοριακώς υπηρεσίες (…), καθώς και πιστωτικά ιδρύματα, κατά την παραπάνω έννοια, που εδρεύουν σε τρίτο κράτος και εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, (δ) τα χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια του στοιχείου 6 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992, τα οποία εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ε.Ο.Χ. και εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ή παρέχουν στην Ελλάδα διασυνοριακώς υπηρεσίες, (…), (ε) τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία εδρεύουν στην αλλοδαπή και εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος και δεν εμπίπτουν στην περίπτωση (δ) του παρόντος εδαφίου. Β. Απαιτείται ειδική άδεια λειτουργίας της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως: (α) για τη σύσταση και λειτουργία στην Ελλάδα ανωνύμων εταιρειών χρηματοδοτικής μίσθωσης, (β) για τη μετατροπή υφιστάμενης ανώνυμης εταιρείας σε ανώνυμη εταιρεία με σκοπό τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης και (γ) για την εγκατάσταση και λειτουργία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων αλλοδαπών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, της περίπτωσης (ε) του εδαφίου Α της παραγράφου αυτής, προκειμένου να ασκήσουν στην Ελλάδα τη δραστηριότητα της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Γ. Για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας η Τράπεζα της Ελλάδος ζητεί και αξιολογεί τα αντίστοιχα στοιχεία και πληροφορίες που προβλέπονται από το ν. 2076/1992 για την παροχή άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα (…) 2. … 5. Οι μετοχές των ανώνυμων εταιριών χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι ονομαστικές. 6. Ελεγκτές των ανώνυμων εταιριών χρηματοδοτικής μίσθωσης ορίζονται μέλη του Σώματος Ορκωτών Λογιστών. 7. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί εποπτεία και έλεγχο στις επιχειρήσεις του άρθρου αυτού και μπορεί να ζητεί από αυτές οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία (…)».
  2. Περαιτέρω, στο άρθρο 21 του ν. 3775/2009 (Α’ 122) υπό τον τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων χρηματοδοτικής μίσθωσης» ορίζεται ότι: «1. Το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, τα Ν,Π.Δ.Δ. και οι ανώνυμες εταιρίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα δύνανται να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε εξοπλισμό, ιδίως μηχανοργάνωσης, ιατρικό, νοσοκομειακό, μηχανοκινήτων οχημάτων παντός τύπου, πυροσβεστικών αεροσκαφών και ελικόπτερων, καθώς και ελικοπτέρων διακομιδής και διάσωσης, με συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και κυρίως με συμβάσεις λειτουργικής χρηματοδοτικής μίσθωσης, με τις οποίες, κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, παρέχεται στα ως άνω πρόσωπα το δικαίωμα της αγοράς ή της ανανέωσης της μίσθωσης. 2. Με τις συμβάσεις της παραγράφου 1, που καταρτίζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες και τους όρους του π.δ. 60/2007 (ΦΕΚ 64 Α’) και των οικείων διατάξεων περί προμηθειών των ανωτέρω νομικών προσώπων, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι ο εκμισθωτής, εκτός από την παραχώρηση της χρήσης των πραγμάτων στον μισθωτή, θα παρέχει είτε απευθείας είτε μέσω τρίτων και πρόσθετες υπηρεσίες άμεσα σχετιζόμενες με το μίσθιο πράγμα, που αφορούν ιδίως στην ασφάλιση, συντήρηση και επισκευή του εξοπλισμού, στην παροχή αναλωσίμων, καθώς και στην κάλυψη συναφών δαπανών, στα πλαίσια της λειτουργικής μίσθωσης. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης. Η διάταξη αυτή κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης, που ρυθμίζει διαφορετικά τη λειτουργική χρηματοδοτική μίσθωση».
  3. Από τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος περί οικονομικής ελευθερίας και των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου περί ελεύθερου ανταγωνισμού, ίσης μεταχείρισης και αποφυγής των διακρίσεων, συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ο νομοθέτης, με τις διατάξεις του ν. 1665/1986, αφού με αυτές ο νομοθέτης θεσπίζει αποκλειστικώς και μόνο το νομοθετικό πλαίσιο της κατηγορίας αυτής των εταιρειών, των οποίων ο κύριος σκοπός και βασικό αντικείμενο των δραστηριοτήτων τους είναι η σύναψη, ως εκμισθωτών, συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing). Ενόψει δε ότι εγγενές χαρακτηριστικό των συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing), πέραν της παραχώρησης-μίσθωσης του πράγματος, είναι η λειτουργία τους ως χρηματοδοτικού μηχανισμού, οι εν λόγω εταιρείες ιδρύονται και λειτουργούν κατόπιν άδειας από την Τράπεζα της Ελλάδος, εποπτεύονται δε από την τελευταία κατ’ ανάλογο τρόπο προς τα πιστωτικά ιδρύματα. Από το γεγονός όμως ότι η κατ’ αποκλειστικό αντικείμενο σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης πρέπει να ασκείται μόνο από εταιρείες ειδικού σκοπού εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος, ουδόλως έχει την έννοια ότι απαγορεύεται σε όλους τους άλλους οικονομικούς φορείς να συνάπτουν ευκαιριακά ή με μεμονωμένες πράξεις, ως εκμισθωτές, αντίστοιχες συμβάσεις. Η ανωτέρω απαγόρευση δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις του ν. 1665/1986, ενόψει του ότι θα περιόριζε την οικονομική ελευθερία των πολιτών, έπρεπε ρητώς να ρυθμίζεται ή σαφώς να προκύπτει. Η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι δηλαδή θεσπίζεται απαγόρευση συνάψεως συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης (ως εκμισθωτών από οποιονδήποτε άλλο οικονομικό φορέα και ότι έχει συσταθεί αποκλειστικό προνόμιο υπέρ μόνο των ως άνω εταιρειών ειδικού σκοπού (πρωτίστως των θυγατρικών των πιστωτικών ιδρυμάτων), σε κάθε περίπτωση θα αντίκειτο, προδήλως, προς τις ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις περί οικονομικής ελευθερίας και των αρχών του ελεύθερου και υγιούς ανταγωνισμού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 3775/2009, αναγνωρίζεται στο Δημόσιο και στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, η δυνατότητα να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε μηχανοκίνητα οχήματα παντός τύπου και εξοπλισμού, με τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης και, πρωτίστως, με συμβάσεις λειτουργικής χρηματοδοτικής μίσθωσης (operational leasing). Κατά τα λοιπά, οι ανωτέρω διατάξεις, ως προς την κατάρτιση και τη διαδικασία συνάψεως των οικείων συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, παραπέμπουν στις περί δημοσίων συμβάσεων σχετικές διατάξεις (π.δ. 60/2007 και ήδη ν. 4412/2016), χωρίς ουδεμία αναφορά ή παραπομπή στις διατάξεις του ν. 1665/1986, ενώ ρητώς διαλαμβάνεται ότι οι σχετικές ρυθμίσεις κατισχύουν «κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, που ρυθμίζει διαφορετικά τη λειτουργική χρηματοδοτική μίσθωση». Κατά τη γνώμη, όμως, της εισηγήτριας Συμβούλου ……….., με τις ανωτέρω διατάξεις παρέχεται στους φορείς του δημόσιου τομέα, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα ν.π.δ.δ., η δυνατότητα να καλύπτουν τις ανάγκες τους, μεταξύ άλλων, σε μηχανοκίνητα οχήματα παντός τύπου και εξοπλισμό, με τη μέθοδο της χρηματοδοτικής μίσθωσης (financial leasing) και, συνήθως, με τη μέθοδο της λειτουργικής («επιχειρησιακής») χρηματοδοτικής μίσθωσης (operational leasing). Ειδικότερα, 1) η πρώτη σύμβαση (γνήσια χρηματοδοτική μίσθωση- financial leasing) είναι μια σύμβαση μεταξύ εταιρείας ειδικού σκοπού ή πιστωτικού ιδρύματος (εκμισθωτή) και ενός οικονομικού φορέα (μισθωτή), με την οποία ο πρώτος παραχωρεί για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος στον δεύτερο τη χρήση, μεταξύ άλλων, κινητών αγαθών επιχειρησιακού εξοπλισμού, παρέχοντάς του συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο (δικαίωμα προαίρεσης). Στη σύμβαση αυτή προέχει ο χρηματοδοτικός χαρακτήρας της συναλλαγής (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 1665/1986). Πρόκειται για σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, η οποία εμπεριέχει στοιχεία α) μίσθωσης, παραλλαγμένης αυτής του Αστικού Κώδικα, β) εντολής, γ) εκχώρησης και δ) συμφώνου προαίρεσης (ΑΠ 646/2012, 731/2007, ΕφΑθ 660/2012, 4148/2007). Με τα μισθώματα επέρχεται η ολοκληρωτική απόσβεση της επένδυσης. 2) Η δεύτερη σύμβαση είναι η λειτουργική (χρηματοδοτική) μίσθωση (operational leasing), η οποία ναι μεν αποκαλείται σύμβαση «leasing», αλλά πρόκειται για απλή μίσθωση, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη θεωρία (βλ. Α. Γεωργιάδη «Νέες μορφές συμβάσεων της σύγχρονης οικονομίας» 2008, Π. Μάζη «Η χρηματοδοτική μίσθωση leasing» 2010). Η σύμβαση αυτή συνίσταται στην παραχώρηση εκ μέρους του εκμισθωτή της χρήσης των οχημάτων και του εξοπλισμού στο μισθωτή, αλλά, επιπρόσθετα, είτε απευθείας είτε μέσω τρίτων και πρόσθετων υπηρεσιών που αφορούν ιδίως στην ασφάλιση, συντήρηση και επισκευή αυτών στην παροχή αναλωσίμων, καθώς και στην κάλυψη συναφών δαπανών, ενώ η περιέλευση του μισθίου στο μισθωτή, μετά τη λήξη της σύμβασης, καταλείπεται από τα μέρη αρρύθμιστη. Ο μισθωτής, στην περίπτωση αυτή, δεν εξοφλεί με το σύνολο των μισθωμάτων στη διάρκεια της σύμβασης ολόκληρη την αξία -ή έστω το μεγαλύτερο μέρος της- του μίσθιου πράγματος ούτε και αναλαμβάνει όλους τους κινδύνους, βάρη και δαπάνες ούτε, τέλος, έχει και καμιά επιλογή απόκτησης του πράγματος σε αντίθεση με όσα ισχύουν στην πρώτη περίπτωση της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Ενόψει, δε, του προδήλως προαναφερθέντος διαφορετικού σκοπού των συμβάσεων γνήσιας (financial leasing) και λειτουργικής χρηματοδοτικής μίσθωσης (operational leasing), ο οποίος στην τελευταία περίπτωση συνίσταται στην, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, επιβάρυνση του εκμισθωτή με τις κυριότερες δαπάνες λειτουργίας του μισθίου, καθώς και της εξαιρετικής διάταξης της παραγράφου 3 του ν. 3775/2009, με την οποία εισάγεται. μόνο ως προς τις συμβάσεις «operational leasing» απόκλιση από κάθε άλλη σχετική γενική ή ειδική ρύθμιση, δεν εφαρμόζονται σε αυτές οι περιορισμοί των διατάξεων του ν. 1665/1986, οι οποίοι, ωστόσο, ισχύουν για τις γνήσιες συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης (financial leasing). Η γνώμη, όμως, αυτή δεν κράτησε.
  4. Από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την … απόφαση της … εγκρίθηκε η διενέργεια ηλεκτρονικού ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού για την προμήθεια, μέσω μίσθωσης (leasing), διάρκειας πέντε (5) ετών, μηχανολογικού εξοπλισμού (τριών (3) οχημάτων τύπου hooklift, οκτώ (8) κλειστού τύπου container, ενός (1) μικρού κλειστού φορτηγού τύπου BAN και ενός (1) μικρού ανοιχτού ημιφορτηγού τύπου αγροτικού), για το πρόγραμμα ανακύκλωσης χαρτιού του Συνδέσμου, καθώς και την τακτική συντήρησή του, για την ως άνω πενταετία, συμπεριλαμβανομένου και των ασφαλίστρων. Σύμφωνα με την οικεία Τεχνική Έκθεση (Α.Μ. 9/2016), η πενταετής τεχνική υποστήριξη του υπό προμήθεια εξοπλισμού περιλαμβάνει: 1) τη συντήρηση (σέρβις) των οχημάτων και απορριμματοκιβωτίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των απαραίτητων ανταλλακτικών, 2) την αποκατάσταση πάσης φύσης βλαβών που θα προκύψουν κατά τη λειτουργία του προς προμήθεια εξοπλισμού μέσα σε διάστημα πέντε ετών (εργασία και υλικά, ετήσια αντικατάσταση επισώτρων), πλην των βλαβών που θα οφείλονται σε τροχαία ατυχήματα (τρακάρισμα όχημα με όχημα ή όχημα με σταθερό), εκτός αν το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του προμηθευτή, 3) όλα τα αναλώσιμα υλικά, συμπεριλαμβανομένων ελαιολιπαντικών και φίλτρων και ετήσιας αντικατάστασης επισώτρων και 4) τη μεταφορά προς /από τα συνεργεία, τον τεχνικό έλεγχο των οχημάτων, τον έλεγχο καυσαερίου, την ασφαλιστική κάλυψη του εξοπλισμού και την έκδοση των αντίστοιχων πιστοποιητικών. Περαιτέρω, στη διακήρυξη του διαγωνισμού ορίστηκε, στο άρθρο 4, ότι δικαίωμα συμμετοχής έχουν α) φυσικά ή νομικά πρόσωπα, β) ενώσεις επαγγελματιών που υποβάλλουν κοινή προσφορά, γ) συνεταιρισμοί, δ) κοινοπραξίες που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στο αντικείμενο της διακήρυξης και, στο άρθρο 5.Β, ότι αποκλείεται ο προσφέρων που δεν αποδεικνύει την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας συναφούς με το αντικείμενο της προμήθειας και συντήρησης απορριμματοφόρων ή φορτηγών βαρέος τύπου. Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι, στην περίπτωση που ανάδοχος ανακηρυχθεί προμηθευτής και όχι εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, «επιτρέπεται κατά τη φάση της ταξινόμησης των οχημάτων στην αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Μεταφορών – να προηγηθεί της τελικής μίσθωσης των οχημάτων από την ανάδοχο προμηθεύτρια εταιρεία προς την Αναθέτουσα Αρχή, η αντίστοιχη μίσθωση των οχημάτων από εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης προς την ανάδοχη προμηθεύτρια εταιρεία, έτσι ώστε να είναι δυνατή η έκδοση – από την τελευταία προς την Αναθέτουσα αρχή – των απαιτούμενων από τη νομοθεσία για την υλοποίηση της σύμβασης παραστατικών για την είσπραξη των μισθωμάτω». Κατά την ημερομηνία διενέργειας του διαγωνισμού προσφορά για τμήμα του διαγωνισμού (Ομάδα Α’) υπέβαλε μόνον η εταιρεία …, στην οποία κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού έναντι συνολικού τιμήματος 1.259.000,00 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ).
  5. Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η ελεγχόμενη σύμβαση αποτελεί κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό λειτουργική χρηματοδοτική μίσθωση (operational leasing), ως τέτοια, δε, εμπίπτει στις διατάξεις του ν. 1665/1986, με την αιτιολογία ότι συνιστά μια μορφή leasing που εξυπηρετεί τους ίδιους χρηματοδοτικούς σκοπούς με τη γνήσια σύμβαση leasing. Ως εκ τούτου, το άρθρο 4 της οικείας διακήρυξης, βάσει του οποίου επιτράπηκε η αδιάκριτη συμμετοχή στο διαγωνισμό κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, ένωσης ή κοινοπραξίας, αντίκειται στις διατάξεις του ν. 1665/1986, που επιτρέπει τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης αποκλειστικά με τους φορείς που ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. ΙΑ του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η ανάδοχος εταιρεία … Επαλλήλως, το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε ότι ο όρος 5.Β της διακήρυξης, κατά το μέρος που προβλέπει τη σύμπραξη του αναδόχου με εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης στη φάση της ταξινόμησης των οχημάτων, ήτοι μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού και κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, αντίκειται στις αρχές της διαφάνειας και του ανταγωνισμού, καθόσον τα δικαιολογητικά, η καταλληλότητα και η φερεγγυότητα της εταιρείας leasing, που εκ των υστέρων συμμετέχει στην εκτέλεση της σύμβασης, δεν ελέγχονται ούτε αξιολογούνται από την αναθέτουσα αρχή κατά τη διαγωνιστική διαδικασία.
  6. Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα κρίνει ότι, ανεξαρτήτως του αν η κρινόμενη σύμβαση αποτελεί γνήσια ή λειτουργική χρηματοδοτική μίσθωση, σε κάθε περίπτωση δεν εφαρμόζονται οι περιορισμοί των διατάξεων του ν. 1665/1986. Τούτο διότι, κατά τα προεκτεθέντα, με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου θεσπίζονται οι όροι ιδρύσεως, λειτουργίας και εποπτείας των εταιρειών ειδικού σκοπού με αποκλειστικό αντικείμενο τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, χωρίς βεβαίως να εισάγεται οποιαδήποτε απαγόρευση σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να συνάπτουν τέτοιας μορφής συμβάσεις. Παρόμοια απαγόρευση, άλλωστε, θα ήταν αντίθετη σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Πέραν δε των ανωτέρω, οι συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, που συνάπτονται από δημόσια νομικά πρόσωπα, ρυθμίζονται αποκλειστικά από τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 3775/2009, με τις οποίες, κατά τα λοιπά, γίνεται παραπομπή στις περί δημοσίων συμβάσεων διατάξεις. Εάν ο νομοθέτης ήθελε, έστω και ανεπιτρέπτως ενόψει των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, την εκδοχή που υιοθετείται από την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, δεν θα αγνοούσε, ως προς την κατάρτιση τέτοιας μορφής συμβάσεων από δημόσια νομικά πρόσωπα, τις διατάξεις του βασικού νόμου για τη χρηματοδοτική μίσθωση, ήτοι το ν. 1665/1986, στον οποίο κατά τα λοιπά θα παρέπεμπε. Τέλος, ως προς την καταλληλότητα, την χρηματοοικονομική επάρκεια οικονομικών φορέων προνοούν οι διατάξεις των άρθρων 73 επ. του ν. 4412/2016 περί δημοσίων συμβάσεων και, συναφώς, η εκδοθείσα σχετικώς οικεία διακήρυξη, με αποτέλεσμα ο αποκλεισμός φορέα με μοναδικό λόγο ότι δεν εντάσσεται στους φορείς του άρθρου 2 του ν. 1665/1986, να συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας και θέσπιση αδικαιολόγητων διακρίσεων. Κατά τη γνώμη, όμως, της Συμβούλου …, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται, η ελεγχόμενη σύμβαση αποτελεί λειτουργική (χρηματοδοτική) μίσθωση (operational leasing), ως τέτοια, δε, ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 3775/2009, με αποτέλεσμα να μπορεί αυτοτελώς να υπογράψει ως εκμισθώτρια και φορέας εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 2 του ν. 1665/1986. Κατά λογική δε ακολουθία, ο φορέας αυτός δύναται και να εκδώσει νομίμως τα παραστατικά για την είσπραξη των μισθωμάτων, επομένως ο όρος 5.Β. της διακήρυξης, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται να προηγηθεί της τελικής μίσθωσης των οχημάτων από την ανάδοχο προμηθεύτρια εταιρεία προς την Αναθέτουσα Αρχή, η αντίστοιχη μίσθωση των οχημάτων από εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης προς την ανάδοχο προμηθεύτρια εταιρεία, έτσι ώστε να είναι δυνατή η έκδοση – από την τελευταία προς την Αναθέτουσα αρχή – των απαιτούμενων από τη νομοθεσία για την υλοποίηση της σύμβασης παραστατικών για την είσπραξη των μισθωμάτων, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι ένδικες αιτήσεις πρέπει να γίνουν δεκτές και να αναθεωρηθεί η 336/2018 απόφαση του VI Τμήματος.