ΣτΕ Γ’ 426/2020
Στο άρθρο 43 του Κώδικα Δικηγόρων περί πρόσληψης δικηγόρων με έμμισθη εντολή σε φορείς του δημοσίου τομέα δεν επαναλαμβάνεται η διάταξη που περιλαμβανόταν στο άρθρο 11 του ν. 1649/1986 και προέβλεπε ότι “υποψήφιοι μπορούν να είναι δικηγόροι, μέλη του δικηγορικού συλλόγου του τόπου, όπου πρόκειται να παρασχεθούν οι υπηρεσίες”, αλλά αντιθέτως ορίζεται ότι “η προκήρυξη … απευθύνεται προς τα μέλη των δικηγορικών συλλόγων”. Η διάταξη αυτή είναι ερμηνευτέα σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Κώδικα Δικηγόρων που καθιερώνουν, ως έκφανση της συνταγματικά κατοχυρωμένης επαγγελματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.), το δικαίωμα κάθε δικηγόρου, ανεξαρτήτως σε ποιον δικηγορικό σύλλογο είναι εγγεγραμμένος, να ασκεί το λειτούργημά του σε ολόκληρη την επικράτεια, χωρίς να υπόκειται σε γεωγραφικούς περιορισμούς, οι οποίοι καταργήθηκαν με τον ν. 3919/2011, λόγω του ότι επιβαρύνουν την οικονομία και εμποδίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό (πρβλ. ΑΠ Ολ. 6/2018). Υπό τα δεδομένα αυτά, το γεγονός ότι ορισμένος δικηγόρος δεν είναι μέλος του δικηγορικού συλλόγου του τόπου, όπου πρόκειται να παρασχεθούν οι υπηρεσίες του έμμισθου δικηγόρου, δεν αποτελεί κατ’ αρχήν κώλυμα για τη συμμετοχή του σε σχετική προκήρυξη για την επιλογή αυτού. Επομένως, βασίμως με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως τέθηκε ως όρος της προσβαλλόμενης προκήρυξης οι υποψήφιοι για τη θέση του εμμίσθου δικηγόρου του καθ’ ου Συνδέσμου να είναι αποκλειστικά και μόνο δικηγόροι, μέλη του δικηγορικού συλλόγου Πειραιά, διότι υπό το καθεστώς του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων, η προκήρυξη για την πλήρωση θέσης εμμίσθου δικηγόρου, αναλόγως σε ποια βαθμίδα δικαστηρίου ζητείται να είναι διορισμένος (Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειο Πάγο), απευθύνεται αδιακρίτως στα μέλη όλων των δικηγορικών συλλόγων αντίστοιχης βαθμίδας, ο δε κανονιστικός νομοθέτης καθορίζει την έδρα που θα έχει, μετά την πρόσληψή του, ο δικηγόρος που θα επιλεγεί.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2019, με την εξής σύνθεση: Δ. Σκαλτσούνης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος, Δ. Μακρής, Μ. Τριπολιτσιώτη, Σύμβουλοι, Ε. Μελισσαρίδης, Β. Γκέρτσος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Βασιλόπουλος.
Για να δικάσει την από 14 Νοεμβρίου 2016 αίτηση: της … του …, κατοίκου Αθηνών (…), η οποία παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. …), και η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της,
κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Σύνδεσμος Δήμων Πειραιά και Δυτ. Αττικής, για την Ίδρυση Κοινού Νεκροταφείου», που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής (Λεωφ. Σχιστού 102-104), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη (Α.Μ. 28285), που τον διόρισε με απόφαση του Προέδρου και της Εκτελεστικής του Επιτροπής,
και κατά του παρεμβαίνοντος Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά (Λεωφ. Ηρώων Πολυτεχνείου 47), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Αθανασόπουλο (Α.Μ. 1538 Δ.Σ. Πειραιά), που τον διόρισε με απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου και ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της παρεμβάσεως.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν: 1. η υπ’ αριθμ. 312/2016 με αριθμ. πρωτ. 3582/2.8.2016 απόφαση του Προέδρου του Συνδέσμου Δήμων Πειραιά και Δυτ. Αττικής, 2. η υπ’ αριθμ. 3586/2.8.2016 προκήρυξη του ιδίου ως άνω Προέδρου και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Ο πληρεξούσιος του καθ’ ού Ν.Π.Δ.Δ. δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Β. Γκέρτσου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (έντυπο 1418201/2016 και διπλότυπο είσπραξης Δ.Ο.Υ. Δ΄ Αθηνών σειράς Θ 1137373/2016).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση των ακολούθων πράξεων του Προέδρου του Δ.Σ. του καθ’ ου Συνδέσμου Δήμων Πειραιά και Δυτικής Αττικής: α) της 312/3582/2.8.2016 απόφασης περί τροποποίησης της 2117/18.5.2016 προκήρυξης για την πλήρωση με επιλογή μιας θέσης δικηγόρου με μηνιαία αντιμισθία και β) της 3586/2.8.2016 προκήρυξης για την πλήρωση της θέσης αυτής.
- Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Ο καθ’ ου η αίτηση Σύνδεσμος που συστάθηκε με την 8608/1.11.1984 απόφαση του τότε Νομάρχη Αττικής (Β’ 805), κατ’ επίκληση του άρθρου 138 του τότε ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 1065/1980, Α’ 168), αποτελεί ν.π.δ.δ. με έδρα τον Πειραιά και σκοπό την ίδρυση και λειτουργία κοινού νεκροταφείου των Δήμων περιοχών διαμερισμάτων Πειραιώς και Δυτικής Αττικής (Πειραιά, Νίκαιας, Κερατσινίου, Μοσχάτου, Δραπετσώνας, Αγίου Ιωάννη Ρέντη, Περάματος και Κορυδαλλού). Με την 2117/18.5.2016 προκήρυξη του Προέδρου του Δ.Σ. του καθ’ ου Συνδέσμου προκηρύχθηκε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων, Α’ 208), η πλήρωση μιας θέσης δικηγόρου με έμμισθη εντολή, προβλεπομένης στον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας του εν λόγω Συνδέσμου (βλ. αρ. 3 παρ. 1 της 07/ΔΤΑ/8659/13.8.2007 – Β’ 1681 εγκριτικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής). Στην προκήρυξη ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: “Το αντικείμενο της απασχόλησής του [δικηγόρου] θα είναι η έκδοση γνωμοδοτήσεων επί νομικών υποθέσεων που χρήζουν επιλύσεως προς τις υπηρεσίες του Συνδέσμου. Θα παρέχει κάλυψη των γενικών νομικών θεμάτων των υπηρεσιών του Συνδέσμου και την υπεράσπιση των συμφερόντων του Συνδέσμου, ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλων αρχών σε όλες τις υποθέσεις του. Θα έχει έδρα στις εγκαταστάσεις του Συνδέσμου στο Σχιστό και οι παραπάνω υπηρεσίες θα παρέχονται στο γραφείο της νομικής υπηρεσίας του Συνδέσμου και στα αρμόδια δικαστήρια τηρουμένων πάντοτε των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων” (παρ. 1) και “οι υποψήφιοι για την πιο πάνω θέση πρέπει να είναι δικηγόροι μέλη Δικηγορικών Συλλόγων με δικαίωμα παράστασης στον Άρειο Πάγο και στο Εφετείο” (παρ. 4 εδ. α’). Η αιτούσα δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, υπέβαλε την …/4.7.2016 αίτηση υποψηφιότητας για την παραπάνω θέση. Με τα 1431/1.7.2016 και 1495/12.7.2016 κοινά έγγραφά τους προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του καθ’ ου Συνδέσμου, ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά ζήτησαν την άμεση απόσυρση και την ορθή επανάληψη της παραπάνω προκήρυξης με παροχή νέας προθεσμίας προς υποβολή υποψηφιοτήτων μόνον από μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, ενόψει του ότι η έδρα του Συνδέσμου, σύμφωνα με τη συστατική του πράξη (8608/1.11.1984 απόφαση του Νομάρχη Αττικής) ευρίσκεται στον Πειραιά. Κατόπιν τούτου, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του καθ’ ου Συνδέσμου, με την 312/3582/2.8.2016 πράξη, προέβη στην τροποποίηση της 2117/18.5.2016 προκήρυξης, ορίζοντας ότι “η στελέχωση της Επιτροπής του άρθρου 43 του ν. 4194/2013 θα αποτελείται από μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά και θα γίνονται δεκτές υποψηφιότητες μόνο από μέλη του δικηγορικού συλλόγου Πειραιά”. Στη συνέχεια, εξέδωσε την 3586/2.8.2016 νέα προκήρυξη, στην οποία επαναλήφθηκαν οι όροι της αρχικής, πλην των διατάξεων της παρ. 4 εδ. α΄, στην οποία ορίσθηκε ότι “οι υποψήφιοι για την πιο πάνω θέση πρέπει να είναι δικηγόροι μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά με δικαίωμα παράστασης στον Άρειο Πάγο και στο Εφετείο” και της παρ. 8, στην οποία ορίσθηκε ότι “Η επιλογή θα γίνει από Πενταμελή Επιτροπή που αποτελείται από: α) … β) τρεις δικηγόρους … που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου Πειραιά, ως μέλη. γ) ….”.
- Επειδή, η ως άνω 312/3582/2.8.2016 πράξη του Προέδρου του Δ.Σ. του καθ’ ου Συνδέσμου έχει παύσει να ισχύει, διότι αντικαταστάθηκε από την 3586/2.8.2016 νέα προκήρυξη για την πλήρωση της επίμαχης θέσης εμμίσθου δικηγόρου. Συνεπώς, καθ’ ο μέρος η κρινόμενη αίτηση στρέφεται κατά της πράξης αυτής, η δίκη πρέπει να καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).
- Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης ασκήθηκε από τον Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά η από 14.3.2017 παρέμβαση, από την οποία παραιτήθηκε, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο, ένας εκ των δύο πληρεξουσίων δικηγόρων που υπέγραψαν το δικόγραφο της παρέμβασης. Ως εκ τούτου, η παρέμβαση αυτή δεν είναι εξεταστέα.
- Επειδή, υπό το καθεστώς του προϊσχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, Α’ 235) ίσχυαν γεωγραφικοί περιορισμοί στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Ειδικότερα, στο άρθρο 44 οριζόταν ότι: “Ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα ν’ ασκή το λειτούργημα αυτού εν τη περιφερεία του Συλλόγου ούτινος είναι μέλος, μη υποκείμενος εις ουδεμίαν και καθ’ οιονδήποτε τρόπον προηγουμένην άδειαν ασκήσεως οιασδήποτε αρχής, απαγορεύεται όμως αυτώ να δικηγορή εις δικαστήρια εκτός της περιφερείας του Συλλόγου εδρεύοντα, πλην των ρητών εν άρθροις 56 και 57 εξαιρέσεων” στο δε άρθρο 54, η παράγραφος 3 του οποίου συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 723/1977 (Α΄ 300), ότι: «1. … 2. Ο παρά Πρωτοδικείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον του παρ’ ω διατελεί Πρωτοδικείου και των εν τη περιφερεία αυτού Ειρηνοδικείων εκτός εάν εν τω αυτώ Ειρηνοδικείω έχουν διορισθή ειδικώς τουλάχιστον 4 Δικηγόροι. … 3. Ο παρ’ Εφετείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον του παρ’ ω διατελεί Εφετείου, ενώπιον του εν τη έδρα αυτού Πρωτοδικείου και ενώπιον των εν τη περιφερεία του Πρωτοδικείου τούτου Ειρηνοδικείων, υπό την επιφύλαξιν της παραγρ. 2 του παρόντος άρθρου. Εξαιρετικώς ο παρ’ Εφετείω Αθηνών Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς και ενώπιον των εν τη περιφερεία τούτων Ειρηνοδικείων, υπό την επιφύλαξιν της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, άπαντες δε οι Δικηγόροι παρ’ Εφετείω δικαιούνται να παρίστανται ενώπιον οιουδήποτε Πρωτοδικείου ή Ειρηνοδικείου, της περιφερείας του παρ’ ω διατελούσιν Εφετείου, ως και ενώπιον οιουδήποτε Εφετείου του Κράτους, εν συμπράξει όμως πάντοτε μετά Δικηγόρου διατελούντος παρά τοις Δικαστηρίοις τούτοις. Ο παρ’ Εφετείω δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή διαδικαστικάς πράξεις και ενώπιον του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου. 4. … 5. Δικηγόροι διωρισμένοι εις την περιφέρειαν του Πρωτοδικείου Πειραιώς δικαιούνται να παρίστανται και ενεργώσι τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον των εν Αθήναις Δικαστηρίων εφ’ όσον έχουσι τα κατά το άρθρον 36 παρ. 2 νόμιμα προσόντα, οι δε Δικηγόροι οι διωρισμένοι παρά τη περιφερεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαιούνται επίσης να παρίστανται και να ενεργώσι τας αυτάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον των Δικαστηρίων Πειραιώς. 6. …».
- Επειδή, περαιτέρω, η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία σε νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα προβλέφθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149). Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, όπως ορισμένες εξ αυτών αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 1868/1989 (Α΄ 230) ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η διαδικασία επιλογής των υποψηφίων γίνεται μέσω προκήρυξης, η οποία “πρέπει να περιέχει … την έδρα … του δικηγόρου” (παρ. 1 εδ. δ’), ότι “η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή που αποτελείται από: α) έναν πρόεδρο πρωτοδικών του πρωτοδικείου της έδρας του δικηγορικού συλλόγου, β) τρεις δικηγόρους … που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. γ) …” (παρ. 2 εδ. α’) και ότι “Υποψήφιοι μπορούν να είναι οι δικηγόροι μέλη του δικηγορικού συλλόγου του τόπου όπου πρόκειται να παρασχεθούν οι υπηρεσίες” (παρ. 2 εδ. γ’). Η τελευταία αυτή διάταξη, περιορίζοντας τη δυνατότητα υποψηφιότητας για τη κατάληψη θέσης έμμισθου δικηγόρου μόνον υπέρ όσων ήταν εγγεγραμμένοι στον δικηγορικό σύλλογο του τόπου όπου πρόκειται να παρασχεθούν οι υπηρεσίες, βρισκόταν σε αρμονία με τους τότε ισχύοντες, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων, γεωγραφικούς περιορισμούς στην εν γένει άσκηση της δικηγορίας.
- Επειδή, ακολούθως, με τον ν. 3919/2011 (Α’ 32) σκοπήθηκε, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, η κατ’ εφαρμογή του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας κατάργηση αφενός απαιτήσεων προηγούμενης διοικητικής άδειας που αποτελούν αδικαιολόγητη διαδικασία, η οποία επιβαρύνει με διοικητικό κόστος την άσκηση ενός επαγγέλματος, αφετέρου περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων, με σοβαρό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα. Με την αιτιολογική έκθεση διαπιστώθηκε, ειδικότερα ως προς τους δικηγόρους, ότι οι προβλεπόμενοι από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) γεωγραφικοί περιορισμοί επιβαρύνουν την οικονομία και εμποδίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, υποβάλλοντας συγχρόνως σε πρόσθετα έξοδα τους αποδέκτες των υπηρεσιών αυτών και περιορίζοντας τις επιλογές τους. Ως εκ τούτου, με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του νόμου αυτού αντικαταστάθηκαν οι προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 44 και 54 παρ. 2 έως 4 και 7 του Κώδικα Δικηγόρων που προέβλεπαν τους γεωγραφικούς περιορισμούς στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος και ορίσθηκαν τα εξής: στο μεν άρθρο 44 ότι “Ο δικηγόρος, τόσο όταν ασκεί ατομικά τη δικηγορία όσο και όταν είναι μέλος δικηγορικής εταιρείας, έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου του οποίου είναι μέλος, καθώς και σε περιφέρειες άλλων δικηγορικών συλλόγων”, στο δε άρθρο 54 ότι: “2. Ο παρά Πρωτοδικείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας. Κατ’ εξαίρεση, Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω δικαιούται να συμπαρίσταται και ενώπιον Εφετείου με Δικηγόρο παρ’ Εφετείω, κατά τη συζήτηση εφέσεως κατ’ αποφάσεως Πρωτοδικείου, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου έλαβε μέρος. Επίσης, Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω, εφόσον έχει δεκαετή δικηγορική υπηρεσία, δικαιούται να παρίσταται ενώπιον Εφετείου κατά τη συζήτηση εφέσεως κατ’ αποφάσεως Πρωτοδικείου, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου έλαβε μέρος. 3. Ο παρ’ Εφετείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και ενώπιον όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας. 4. Ο παρ’ Αρείω Πάγω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, καθώς και ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, και όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας. 7. Δικηγόρος παρ’ Εφετείω δικαιούται, εφόσον ασκεί το λειτούργημα για δέκα (10) έτη από τα οποία έξι παρ’ Εφετείω, να συμπαρίσταται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, με δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω, επί αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε υπόθεση, την οποία χειρίσθηκε πρωτοδίκως ή κατ’ έφεση”.
- Επειδή, στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν. 4194/2013 “Κώδικας Δικηγόρων”, ο οποίος κατήργησε με το άρθρο 166 παρ. 2 τον μέχρι τότε ισχύοντα Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και περιέλαβε στο άρθρο 43 ειδικές και πλήρεις ρυθμίσεις για την πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στους φορείς του δημοσίου τομέα, αντικαθιστώντας τις αντίστοιχες διατάξεις του προεκτεθέντος άρθρου 11 του ν. 1649/1986. Ειδικότερα, στο άρθρο 43, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση ορισμένων διατάξεών του με την παρ. 7 του άρθρου 60 του ν. 4370/2016 (Α΄ 37) ορίζονται τα εξής: “1. … 2. Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται … Ειδικότερα για τους εμμίσθους δικηγόρους: α) Η προκήρυξη πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της απασχόλησης του δικηγόρου, τις τυχόν ειδικές ανάγκες του νομικού προσώπου, την έδρα και τους όρους αμοιβής και υπηρεσιακής εξέλιξης του δικηγόρου και απευθύνεται προς τα μέλη των δικηγορικών συλλόγων. Η προκήρυξη καθορίζει προθεσμία για την υποβολή των υποψηφιοτήτων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 30 ούτε μεγαλύτερη από 60 ημέρες από την τελευταία δημοσίευση της. β) Η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή που συνέρχεται στην έδρα του δικηγορικού συλλόγου και αποτελείται από: αα) Μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με βαθμό τουλάχιστον Δικαστικού Πληρεξουσίου Α΄ Τάξεως ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ββ) τρεις δικηγόρους, από τους οποίους ο ένας με 15ετή τουλάχιστον ευδόκιμη δικηγορική υπηρεσία, που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου για κάθε συγκεκριμένη προκήρυξη, γγ) έναν εκπρόσωπο του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου. Καθήκοντα Προέδρου της Επιτροπής ασκεί το μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή ο νόμιμος αναπληρωτής του και καθήκοντα γραμματέα υπάλληλος του νομικού προσώπου. γ) Η προκήρυξη για την πρόσληψη δικηγόρου κοινοποιείται με επιμέλεια του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου στον Πρόεδρο της Επιτροπής και στον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο επιμελείται την τοιχοκόλληση της προκήρυξης στο κατάστημα του πρωτοδικείου και στα γραφεία των Δικηγορικών Συλλόγων αντίστοιχα. Επίσης, η προκήρυξη δημοσιεύεται με πρόσκληση για την υποβολή υποψηφιοτήτων σε μία τουλάχιστον εφημερίδα, που εκδίδεται στην έδρα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, κατά προτίμηση ημερήσια. Μαζί με τις κοινοποιήσεις γνωστοποιείται και ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου που θα μετέχει στην επιτροπή επιλογής. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, συγκαλεί την επιτροπή μέσα σε πέντε ημέρες από την κοινοποίηση της προκήρυξης. Η επιτροπή με απόφασή της ορίζει τον τόπο και το χρόνο και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία της επιλογής και μπορεί κατά την κρίση της, να ορίσει συμπληρωματικές δημοσιεύσεις για τη γνωστοποίηση της προκήρυξης με δαπάνη του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου. δ) Οι υποψήφιοι υποβάλλουν στον ενδιαφερόμενο φορέα, μέσα στην προθεσμία που ορίζει η προκήρυξη, αίτηση συνοδευόμενη από: α) πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, β) πιστοποιητικό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου από το οποίο να προκύπτει ότι ο υποψήφιος δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και ότι δεν κατέχει άλλη έμμισθη θέση, γ) υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είναι έμμισθος κατά την έννοια του άρθρου 42 του Κώδικα και δ) βιογραφικό σημείωμα με τα στοιχεία της επιστημονικής και επαγγελματικής του δράσης. ε) Δικηγόροι που κατέχουν άλλη έμμισθη θέση κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του Κώδικα, μπορούν να εμφανιστούν ως υποψήφιοι, αν συνυποβάλλουν, μαζί με την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου, υπεύθυνη δήλωση, ότι εφόσον προσληφθούν στη νέα θέση που προκηρύσσεται, θα παραιτηθούν από την άλλη έμμισθη θέση. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορούν να αναλάβουν υπηρεσία, αν δεν προσκομίσουν βεβαίωση του εντολέα, στον οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ότι παραιτήθηκαν από την έμμισθη θέση τους ή έπαψαν να αναλαμβάνουν υποθέσεις ή να λαμβάνουν περιοδική αμοιβή. στ) Με την αίτησή τους οι υποψήφιοι υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους. ζ) Η επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά των υποψήφιων και τους καλεί σε ατομική συνέντευξη. Μέσα σε ένα μήνα το πολύ από την τελευταία ατομική συνέντευξη εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με τη σειρά αξιολόγησης των υποψηφίων. η) Για την επιλογή και πρόσληψη λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευση του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα, επάρκεια, η γνώση ξένων γλωσσών και συνεκτιμάται η οικογενειακή του κατάσταση και η πρόβλεψη της εξέλιξης του. Κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής των πιο πάνω τυπικών προσόντων είναι ο χρόνος λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων. Στην προκήρυξη προβλέπεται συντελεστής βαρύτητας στα κριτήρια, ανάλογα με τις ανάγκες του φορέα. θ) Η απόφαση της επιτροπής είναι υποχρεωτική και ισχύει μόνο για την κατάληψη θέσης που προκηρύχθηκε. Ο φορέας του Δημοσίου, που προκήρυξε τη θέση, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης να προσλάβει στις κενές θέσεις τους επιτυχόντες και να γνωστοποιήσει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο την ανάληψη υπηρεσίας ή την έναρξη της συνεργασίας με αμοιβή για κάθε υπόθεση μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν θίγουν τις διατάξεις του Κώδικα, που ρυθμίζουν τις μεταθέσεις των δικηγόρων. ι) Προσλήψεις στο δημόσιο τομέα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος είναι άκυρες και συνεπάγονται την ποινική δίωξη των μελών του οργάνου, που ενέργησε την πρόσληψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ., και την πειθαρχική δίωξη των εμπλεκόμενων δικηγόρων”. Περαιτέρω, στον ίδιο Κώδικα ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: “1. Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημα του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου. 2. Περιεχόμενο του λειτουργήματος είναι η εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο, αρχή ή υπηρεσία ή εξωδικαστικό θεσμό, η παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, όπως επίσης και η συμμετοχή του σε θεσμοθετημένα όργανα ελληνικά ή διεθνή”, στο άρθρο 3 ότι: “1. Ο δικηγόρος ασκεί ελεύθερο επάγγελμα στο οποίο προέχει το στοιχείο της εμπιστοσύνης του εντολέα του προς αυτόν. 2. Για τις υπηρεσίες του αμείβεται από τον εντολέα του είτε ανά υπόθεση είτε με πάγια αμοιβή ή με μισθό. 3. Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν συνιστά εμπορική δραστηριότητα”, στο άρθρο 23 ότι: “1. Όποιος επιτυγχάνει στις πανελλήνιες εξετάσεις μπορεί να ζητήσει το διορισμό του ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο του Πρωτοδικείου, που εκείνος επιθυμεί, με αίτηση του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δεν επιτρέπεται να εγγραφεί σε περισσότερους από ένα Δικηγορικούς Συλλόγους. Ο δικηγόρος υποχρεούται να έχει έδρα και γραφείο στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου που είναι διορισμένος. 2. …”, στο άρθρο 25 ότι: “1. (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 (Β) του άρθρου 7 του ν. 4205/2013, Α΄ 242) Ο δικηγόρος δύναται, με αίτησή του προς το σύλλογο όπου είναι εγγεγραμμένος, να ζητήσει τη μετάθεσή του σε άλλον. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου κοινοποιείται στο σύλλογο στον οποίο ζητά να μετατεθεί ο αιτών καθώς και στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο οποίος εκδίδει διαπιστωτική απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η μετάθεση θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί από το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης. 2. Η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία εγκρίνει τη μετάθεση, έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα. 3…”, στο άρθρο 28 ότι: “1. Δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της χώρας. 2…3…4…5. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Εφετείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές και δικονομικές πράξεις σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία της χώρας, πολιτικά και διοικητικά, καθώς και σε όλα τα Ειρηνοδικεία. 6… 7. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στον Άρειο Πάγο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, καθώς επίσης και σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία, πολιτικά και διοικητικά και σε όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας. 8. …”, στο άρθρο 36 ότι: “1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Επίσης η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και Αρχή. Στο έργο αυτού περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή δια δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. 2. …”, στο άρθρο 42 ότι: “Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο” και, τέλος, στο άρθρο 87 ότι: “Οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι στην Περιφέρεια κάθε Πρωτοδικείου και ασκούν νόμιμα το λειτούργημα τους σε οποιοδήποτε Δικαστήριο αποτελούν το Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο είναι υποχρεωτικά μέλη”.
- Επειδή, στο ως άνω άρθρο 43 του Κώδικα Δικηγόρων περί πρόσληψης δικηγόρων με έμμισθη εντολή σε φορείς του δημοσίου τομέα δεν επαναλαμβάνεται η διάταξη που περιλαμβανόταν στο άρθρο 11 του ν. 1649/1986 και προέβλεπε ότι “υποψήφιοι μπορούν να είναι δικηγόροι, μέλη του δικηγορικού συλλόγου του τόπου, όπου πρόκειται να παρασχεθούν οι υπηρεσίες”, αλλά αντιθέτως ορίζεται ότι “η προκήρυξη … απευθύνεται προς τα μέλη των δικηγορικών συλλόγων”. Η διάταξη αυτή είναι ερμηνευτέα σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Κώδικα Δικηγόρων που καθιερώνουν, ως έκφανση της συνταγματικά κατοχυρωμένης επαγγελματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.), το δικαίωμα κάθε δικηγόρου, ανεξαρτήτως σε ποιον δικηγορικό σύλλογο είναι εγγεγραμμένος, να ασκεί το λειτούργημά του σε ολόκληρη την επικράτεια, χωρίς να υπόκειται σε γεωγραφικούς περιορισμούς, οι οποίοι καταργήθηκαν με τον ν. 3919/2011, λόγω του ότι επιβαρύνουν την οικονομία και εμποδίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό (πρβλ. ΑΠ Ολ. 6/2018). Υπό τα δεδομένα αυτά, το γεγονός ότι ορισμένος δικηγόρος δεν είναι μέλος του δικηγορικού συλλόγου του τόπου, όπου πρόκειται να παρασχεθούν οι υπηρεσίες του έμμισθου δικηγόρου, δεν αποτελεί κατ’ αρχήν κώλυμα για τη συμμετοχή του σε σχετική προκήρυξη για την επιλογή αυτού. Η ερμηνεία αυτή συνάδει και με την αρχή της αξιοκρατικής και ισότιμης πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις, όπως είναι και οι θέσεις των εμμίσθων δικηγόρων σε φορείς του δημοσίου τομέα, που κατοχυρώνεται στα άρθρα 5 παρ. 1, 4 παρ. 1 και παρ. 4 του Συντάγματος και υπαγορεύει όπως η πρόσβαση στις θέσεις αυτές γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα του κάθε υποψηφίου και υπό όρους ίσης μεταχείρισης όσων έχουν τα νόμιμα προσόντα να προσληφθούν. Το αντίθετο δεν θα μπορούσε να συναχθεί εμμέσως από το στοιχείο β´ της παρ. 2 του άρθρου 43, σύμφωνα με το οποίο “η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή που συνέρχεται στην έδρα του δικηγορικού συλλόγου και αποτελείται από: αα) … ββ) τρεις δικηγόρους … που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου δικηγορικού Συλλόγου”. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε άλλο ζήτημα και συγκεκριμένα στην έδρα και τη σύνθεση της επιτροπής που διενεργεί την επιλογή και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι εισάγει εμμέσως και περιορισμό των εν δυνάμει υποψηφίων δικηγόρων, αναλόγως του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι, ενόψει και του ότι τέτοιος περιορισμός στην, κατά τα ανωτέρω, άσκηση ατομικού δικαιώματος θα έπρεπε να προκύπτει ρητώς από τις σχετικές διατάξεις, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Άλλο είναι το ζήτημα ότι μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχονται στην προκήρυξη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδαφ. α΄ του Κώδικα Δικηγόρων, είναι και η “έδρα” που θα έχει ο επιλεγείς δικηγόρος μετά την πρόσληψή του (πρβλ. ΣτΕ 1734/2006 σκ. 9). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ανήκει στον κανονιστικό νομοθέτη η ευχέρεια να καθορίσει τα εδαφικά όρια, εντός των οποίων θα ευρίσκεται η έδρα του δικηγόρου που θα προσληφθεί, σταθμίζοντας τις υπηρεσιακές ανάγκες του φορέα, με πλείονες άλλους παράγοντες, όπως ιδίως (α) την προεκτεθείσα δυνατότητα κάθε δικηγόρου να ασκεί το λειτούργημά του σε ολόκληρη την επικράτεια, χωρίς να υπόκειται σε γεωγραφικούς περιορισμούς, (β) τη φύση της σχέσης που συνδέει τον έμμισθο δικηγόρο με τον φορέα, η οποία είναι σχέση εντολής και όχι υπαλληλική (βλ. ΣτΕ 3374-5/2015 Ολ., 3690/2009 Ολ. και ΣτΕ 1948/2019, 1023/2018, 912-911/2012), (γ) τον χαρακτήρα των υπηρεσιών που πρόκειται να παρασχεθούν από τον έμμισθο δικηγόρο, οι οποίες μπορεί να καλύπτουν ολόκληρο ή μέρος του φάσματος των δικηγορικών υπηρεσιών και, αναλόγως, να επιβάλουν την αυτοπρόσωπη παρουσία του δικηγόρου στην έδρα του νομικού προσώπου ή / και την παράστασή του ενώπιον των δικαστικών ή διοικητικών αρχών ή / και να παρέχονται από μακριά, με τις δυνατότητες που παρέχουν τα σημερινά μέσα μεταφορών και τηλεπικοινωνιών (πρβλ. απόφαση Δ.Ε.Ε. της 12.7.1984, 107/83, Klopp, σκ. 21) και (δ) τις επικρατούσες σε κάθε περιοχή συνθήκες (συγκοινωνιακές, καιρικές, γεωγραφικές), αναλόγως των οποίων γίνεται η μετακίνηση από και προς την έδρα του φορέα. Κατ’ εκτίμηση ιδίως των παραπάνω περιστάσεων, είναι δυνατόν να ποικίλλει ανά περίπτωση, ο τόπος που θα καθορισθεί από τη διακήρυξη ως έδρα του δικηγόρου που θα προσληφθεί [λ.χ. μόνον ο τόπος, όπου εδρεύει το νομικό πρόσωπο ή / και η ίδια ή γειτονική (ή γειτονικές) περιφέρεια (ή περιφέρειες) ή / και ολόκληρη η επικράτεια]. Η κανονιστική αυτή αρμοδιότητα πρέπει, ωστόσο, να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας και με τρόπο που να είναι εφικτός ο σχετικός έλεγχος από τον ακυρωτικό δικαστή. Παρέπεται δε ότι, σε περίπτωση που η έδρα του επιλεγέντος δικηγόρου δεν ευρίσκεται εντός της αυτής περιφέρειας του δικηγορικού συλλόγου, όπου έχει ορισθεί από την προκήρυξη ως έδρα του δικηγόρου που θα προσληφθεί, ανακύπτει η υποχρέωσή του να επιδιώξει αμελλητί τη μετάθεσή του στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις περί μεταθέσεων των δικηγόρων (άρθρο 25 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων), οι οποίες κατά τη ρητή διάταξη του εδαφίου θ΄ της παρ. 2 του άρθρου 43 του Κώδικα Δικηγόρων δεν θίγονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Ομοίως, σε περιπτώσεις δικηγορικών συλλόγων, η περιφέρεια των οποίων περιλαμβάνει περισσότερες πόλεις, είναι δυνατόν, υπό τις αυτές ως άνω περιστάσεις, να ανακύψει υποχρέωση του δικηγόρου που θα προσληφθεί να αλλάξει την έδρα του σε άλλη πόλη. Ο περιορισμός αυτός, που ανάγεται στο στάδιο πριν την πρόσληψη του επιλεγέντος δικηγόρου, δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούν (α) την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, καθώς συνάπτονται με την υποχρέωση του δικηγόρου να είναι εγγραμμένος σε ένα μόνο δικηγορικό σύλλογο και να έχει την επαγγελματική έδρα του στην περιφέρεια του συλλόγου αυτού, όπου ασκεί πραγματική και τακτική επαγγελματική δραστηριότητα, προκειμένου να διατηρεί επαρκή επαφή με τον φορέα, με τον οποίο συνδέεται με έμμισθη εντολή, καθώς και με τους λοιπούς εντολείς του και να διασφαλίζεται τόσο η δυνατότητα ευχερούς επικοινωνίας του με τις τοπικές δικαστικές αρχές, στις οποίες, κατά κανόνα, δικάζονται οι υποθέσεις του φορέα, όσο και η τήρηση των κανόνων δεοντολογίας (πρβλ. αποφάσεις Δ.Ε.Ε. της 18.5.2017, C-99/16, Lahorgue σκ. 30, της 12.7.1984, Klopp, οπ.π., σκ. 20, της 3.12.1974, 33/74, Van Binsbergen σκ. 14) και (β) την ομαλή και απρόσκοπτη εξυπηρέτηση της δημόσιας υπηρεσίας, η οποία θα διαταρασσόταν αν ο έμμισθος δικηγόρος αδυνατούσε να ανταποκριθεί εγκαίρως και επαρκώς στα καθήκοντά του, λόγω της υποχρέωσής του να παρέχει τις λοιπές, πλην της έμμισθης εντολής, δικηγορικές υπηρεσίες του σε άλλη περιοχή, όπου ευρίσκεται η επαγγελματική έδρα του.
- Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, βασίμως με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως τέθηκε ως όρος της προσβαλλόμενης προκήρυξης οι υποψήφιοι για τη θέση του εμμίσθου δικηγόρου του καθ’ ου Συνδέσμου να είναι αποκλειστικά και μόνο δικηγόροι, μέλη του δικηγορικού συλλόγου Πειραιά. Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, υπό το καθεστώς του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων, η προκήρυξη για την πλήρωση θέσης εμμίσθου δικηγόρου, αναλόγως σε ποια βαθμίδα δικαστηρίου ζητείται να είναι διορισμένος (Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειο Πάγο), απευθύνεται αδιακρίτως στα μέλη όλων των δικηγορικών συλλόγων αντίστοιχης βαθμίδας, ο δε κανονιστικός νομοθέτης καθορίζει την έδρα που θα έχει, μετά την πρόσληψή του, ο δικηγόρος που θα επιλεγεί, κατ’ εκτίμηση ιδίως των περιστάσεων που αναφέρθηκαν στην ίδια ως άνω σκέψη. Εξάλλου, και υπό τον προηγούμενο Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν θα ήταν νόμιμος ο αποκλεισμός της αιτούσας δικηγόρου, μέλους του δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από προκήρυξη για την κάλυψη θέσης εμμίσθου δικηγόρου σε φορέα με έδρα τον Πειραιά, όπως ο καθ’ ου Σύνδεσμος, ενόψει της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 54 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954, με την οποία οι δικηγόροι, μέλη καθενός από τους δικηγορικούς συλλόγους Αθηνών ή Πειραιώς, δικαιούνταν να παρίστανται και να ενεργούν σχετικές διαδικαστικές πράξεις σε αμφότερα τα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς.
- Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, πρέπει η δίκη να καταργηθεί κατά το μέρος που προσβάλλεται η 312/3582/2.8.2016 απόφαση του καθ’ ου Συνδέσμου και να γίνει, κατά τα λοιπά, δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί η 3586/2.8.2016 προκήρυξη για την πλήρωση της θέσης εμμίσθου δικηγόρου στον καθ’ ου Σύνδεσμο, κατά το μέρος που προβλέπει (όρος 4 εδαφ. α΄) ότι οι υποψήφιοι για τη θέση αυτή πρέπει να είναι δικηγόροι μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά.