Με την εν λόγω απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ κρίθηκε ότι οι συμβάσεις που συνάπτουν ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. με ιδιώτες στο πλαίσιο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και προς εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού τους συνιστούν συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς, οι αποφάσεις του ΔΣ των ανωνύμων εταιρειών Ο.Τ.Α. για την έγκριση σύναψης τέτοιων συμβάσεων δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Οι δε διαφορές που αναφύονται στις περιπτώσεις αυτές συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές του ΔΣ των ανωνύμων εταιρειών Ο.Τ.Α. υπάγονται σε έλεγχο νομιμότητας από τις εποπτικές αρχές των Ο.Τ.Α. δεν μεταβάλει τη φύση των αναφυόμενων διαφορών, διότι ο έλεγχος που ασκείται από τα αρμόδια όργανα κατατείνει στη διαπίστωση της νομιμότητας ή της παρανομίας των εν λόγω αποφάσεων κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου που τις διέπουν και, συνεπώς, και οι πράξεις ασκήσεως εποπτείας εντάσσονται ομοίως στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Τέλος, κρίθηκε ότι, ανεξαρτήτως του εάν η εκάστοτε κρινόμενη διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016 ή του ν. 4413/2016, πάντως, η ρήτρα περί ενιαίας δικαιοδοσίας του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε διαφορές, όπως η επίμαχη, όπου ο ασκών το ένδικο βοήθημα δεν έχει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου για την ανάθεση της συγκεκριμένης συμβάσεως (ή της αναθέτουσας αρχής).

ΣτΕ Δ’ 7μ. 2043/2021

Σύμβαση δημοτικής Α.Ε. στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητα – Σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Η καθ’ ης η αίτηση «… Α.Ε.» [μονομετοχική Α.Ε. Ο.Τ.Α.] αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, η δε λειτουργία της διέπεται από τις διατάξεις του ν. 4548/2018 (Α’ 104) περί ανωνύμων εταιρειών, καθώς και από τις διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων περί των ανωνύμων εταιρειών των Ο.Τ.Α. (βλ. άρθρα 252 και 265 επ. ν. 3463/2006). Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις που συνάπτει η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία με ιδιώτες στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, προς εκπλήρωση του σκοπού της αποτελούν συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου, εφ’ όσον δεν συντρέχει το οργανικό κριτήριο (δεν συμβάλλεται, δηλαδή, το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου· βλ. Α.Ε.Δ. 4/2012, 29/2011, 45/1991, 10/1987). Συνεπώς, η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 67/ 2019 απόφαση του Δ.Σ. της ως άνω ανώνυμης εταιρείας περί συνάψεως συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπείας με την παρεμβαίνουσα εταιρεία, ως πράξη που προηγείται της συνάψεως συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη που εντάσσεται σε πλέγμα σχέσεων ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 2478/2011, 3536/2008, 324/2007 κ.ά.). Αντιστοίχως, ούτε η κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος Δήμου εκδηλωθείσα με την ανωτέρω απόφαση παράλειψη της καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας να εκδώσει προκήρυξη διαγωνισμού για την ανάθεση της παροχής υπηρεσιών διανομής των προϊόντων της, συνιστά παράλειψη εκδόσεως εκτελεστής διοικητικής πράξεως. Εξ άλλου, οι πράξεις που διενεργεί και οι αποφάσεις που λαμβάνει η ως άνω ανώνυμη εταιρεία κατά την ανάπτυξη της επιχειρηματικής της δραστηριότητας για την επίτευξη του καταστατικού της σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην εκμετάλλευση της πηγής Ξινού Νερού με την εμφιάλωση και πώληση ανθρακούχου ή μη μεταλλικού νερού και την παραγωγή και εμπορία χυμών και αναψυκτικών, δεν συνδέονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη διαχείριση κοινοχρήστων πραγμάτων (πρβλ. ΣτΕ 2389/2016, 1232/2016, 877-8/2016 επταμ.), […] και δεν ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας. Επομένως, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή της υπ’ αριθμ. 67/2019 αποφάσεως του Δ.Σ. της «… Α.Ε.» έχει τον χαρακτήρα διαφοράς ιδιωτικού δικαίου. Διοικητική εποπτεία επί πράξεων δημοτικών επιχειρήσεων – Μη μεταβολή φύσης διαφοράς. Το γεγονός ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής [του άρθρου 152 του ν. 3463/2006] για την άσκηση του ελέγχου νομιμότητας στηρίζεται στις δημοσίου δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων δεν μεταβάλλει τη φύση της διαφοράς. Τούτο διότι, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων τόσο του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όσο και του ν. 3852/2010, όταν στο πλαίσιο του καθιερουμένου συστήματος ελέγχου νομιμότητας, υποβάλλονται προς έλεγχο πράξεις Ο.Τ.Α. ή νομικών προσώπων Ο.Τ.Α. που εντάσσονται στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ο έλεγχος που ασκείται από τα αρμόδια όργανα κατατείνει στη διαπίστωση της νομιμότητας ή της παρανομίας τους κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου που τις διέπουν και, συνεπώς, και οι πράξεις ασκήσεως εποπτείας εντάσσονται ομοίως στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Εξ άλλου, τα όργανα των Ο.Τ.Α. ή των νομικών τους προσώπων έχουν, βεβαίως, υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης και της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 που εκδίδονται κατά την άσκηση ελέγχου νομιμότητας επί των πράξεών τους (βλ. άρθρ. 231 ν. 3852/2010, άρθρ. 154 ν. 3463/2006). Η τελική κρίση, όμως, επί του ζητήματος της νομιμότητας ή της παρανομίας των πράξεων αυτών ιδιωτικού δικαίου ανήκει στα αρμόδια κατά το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος πολιτικά δικαστήρια, στα οποία έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν τόσο τα ελεγχόμενα νομικά πρόσωπα (δηλαδή, οι Ο.Τ.Α. ή τα νομικά πρόσωπα αυτών), καθώς και οποιοσδήποτε θεμελιώνει σχετικό έννομο συμφέρον. Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της υπ’ αριθμ. … αποφάσεως της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας γεννάται, επίσης, διαφορά ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 1959/2020, 2390/2016, 1433/2014, 3536/2008, 324/2007, 2630/2006, 2235/2002, 1925/2002 Ολομ., 3819/1989, 894/1988, 2903/1983, 493/1983 κ.ά.). Ρήτρα ενιαίας δικαιοδοσίας – Έλλειψη δικαιοδοσίας ΣτΕ. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος δυνατότητα εκδικάσεως κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών από τα διοικητικά δικαστήρια, χάριν της ενιαίας εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας, προϋποθέτει ειδική διάταξη νόμου. Τέτοιες δε διατάξεις, ως εισάγουσες εξαίρεση από τον γενικό κανόνα που θεσπίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος περί της δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επί των διοικητικών διαφορών αφ’ ενός και των πολιτικών δικαστηρίων επί των ιδιωτικών διαφορών αφ’ ετέρου, είναι στενώς ερμηνευτέες. Με τις διατάξεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 προβλέπεται μεν η διεύρυνση της δικαιοδοσίας της Διοικητικής Δικαιοσύνης επί όλων των διαφορών που γεννώνται κατά τη διαδικασία που προηγείται της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου, η διεύρυνση, όμως, αυτή προϋποθέτει ότι ο ασκών το ένδικο βοήθημα έχει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου για την ανάθεση της συγκεκριμένης συμβάσεως (ή της αναθέτουσας αρχής, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη). Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως του αν η επίμαχη σύμβαση εμπίπτει, πράγματι, στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016 ή του ν. 4413/2016, δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να θεμελιωθεί δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή των διοικητικών δικαστηρίων) για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς επί τη βάσει των διατάξεων του Βιβλίου ΙV του ν. 4412/2016, εφ’ όσον ο αιτών Δήμος δεν έχει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου για την ανάθεση της σύμβασης οικονομικού φορέα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2021, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ε. Αντωνόπουλος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Χρ. Σιταρά, Σύμβουλοι, Χρ. Μπολόφη, Ο. Νικολαράκου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 15 Σεπτεμβρίου 2020 αίτηση:

του Δήμου Αμυνταίου Ν. Φλώρινας, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: 1. Βασίλειο Χατζηγιαννάκη (Α.Μ. 28288) και 2. …, που τους διόρισε με αποφάσεις της Οικονομικής  Επιτροπής του,

κατά των: 1. Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με τη …, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της και 2. μονομετοχικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε. ΟΤΑ» και τον διακριτικό τίτλο «… Α.Ε.», που εδρεύει στο … Δ. Αμυνταίου, η οποία δεν παρέστη,

και κατά της παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «… Α.Ε.», που εδρεύει στο Αμύνταιο Ν. Φλώρινας (…), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο …, που την διόρισε στο ακροατήριο ο νόμιμος εκπρόσωπός της …

Με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος επιδιώκει να ακυρωθούν: α. η υπ’ αριθμ. … απόφαση της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, β. η υπ’ αριθμ. … απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε. ΟΤΑ», γ. η παράλειψη της καθής ως άνω ανώνυμης εταιρείας να εκδώσει προκήρυξη διαγωνισμού δημόσιας σύμβασης με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διανομής των προϊόντων της και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ο. Νικολαράκου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους του αιτούντος Δήμου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσια της παρεμβαίνουσας εταιρείας, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο

  1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου.
  2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. … αποφάσεως της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας (η οποία στο δικόγραφο μνημονεύεται με τον αριθμό πρωτοκόλλου του εγγράφου, με το οποίο διαβιβάσθηκε στον αιτούντα Δήμο) περί ακυρώσεως της υπ’ αριθμ. … αποφάσεως του Συντονιστή της ως άνω Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με την οποία είχε ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. … απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία ΟΤΑ» και β) της προμνησθείσης υπ’ αριθμ. … αποφάσεως του Δ.Σ. της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας περί συνάψεως συμβάσεως με αντικείμενο την αποκλειστική αντιπροσωπεία, εμπορία και διάθεση των προϊόντων της με την εταιρεία με την επωνυμία «…». Ζητείται, επίσης, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο, η ακύρωση της παραλείψεως της ως άνω ανώνυμης εταιρείας («… Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία ΟΤΑ») «να εκδώσει προκήρυξη διαγωνισμού δημόσιας σύμβασης με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διανομής των προϊόντων της».
  3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την από 4.12.2020 πράξη της Προέδρου του, λόγω σπουδαιότητας.
  4. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει προς απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…».
  5. Επειδή, παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της καθ’ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρείας «… Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία ΟΤΑ», εφ’ όσον, όπως προκύπτει από το οικείο από 15.12.2020 αποδεικτικό επιδόσεως, αντίγραφα του δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως και της από 4.12.2020 πράξεως της Προέδρου του Δ´ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή της υποθέσεως κοινοποιήθηκαν σε αυτήν εμπροθέσμως και νομοτύπως.
  6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την από 4.10.1988 σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου «Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού» και της τότε Κοινότητας Ξινού Νερού Φλώρινας παραχωρήθηκε στην τελευταία άνευ ανταλλάγματος το δικαίωμα εκμετάλλευσης, αξιοποίησης και ανάπτυξης της Ιαματικής Πηγής Ξινό Νερό Νομού Φλώρινας με την γύρω από αυτήν εδαφική έκταση, καθώς και τα ευρισκόμενα στην έκταση αυτή κτίρια και εγκαταστάσεις. Ακολούθως, σύμφωνα με ρητό όρο της ως άνω συναφθείσης συμβάσεως, με την υπ’ αριθμ. 4533/30.4.1992 απόφαση του Νομάρχη Φλώρινας συνεστήθη στην Κοινότητα Ξινού Νερού κοινοτική επιχείρηση με την επωνυμία «…», διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 260-267 του τότε ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 323/1989, Α΄ 146), με σκοπό την εμφιάλωση και εμπορία του νερού της πηγής Ξινού Νερού. Μετά την διοικητική υπαγωγή της Κοινότητας Ξινού Νερού στον Δήμο Αμυνταίου, κατά τις διατάξεις του ν. 2539/1997 (Α΄ 244), η ως άνω κοινοτική επιχείρηση μετατράπηκε σε αμιγή δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία «…». Εξ άλλου, με την υπ’αριθμ. 21/27.12.2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω αμιγούς δημοτικής επιχειρήσεως και την υπ’ αριθμ. 242/29.12.2010 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αμυνταίου εγκρίθηκε η μετατροπή της επιχείρησης αυτής σε μονομετοχική ανώνυμη εταιρεία Ο.Τ.Α., κατά τις διατάξεις του ν. 3463/2006 (Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, Α´ 114). Σχετικώς, εξεδόθη η από 11.1.2011 ανακοίνωση του Αντιπεριφερειάρχη Φλώρινας περί καταχωρήσεως στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της σύστασης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «… – Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία ΟΤΑ» και διακριτικό τίτλο «… Α.Ε.» (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε υπ’ αριθμ. 167/2011). Σύμφωνα με το εγκριθέν καταστατικό της, η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία έχει τους εξής σκοπούς: την εκμετάλλευση της πηγής αναγνωρισμένου φυσικού μεταλλικού νερού στη θέση «ΠΟΪΡΟ» του Τ.Δ. Ξινού Νερού, την παραγωγή, εμφιάλωση και πώληση ανθρακούχων ή μεταλλικών νερών, την παραγωγή, εμφιάλωση και πώληση ανθρακούχων ή μη αναψυκτικών, καθώς και την παραγωγή, εμφιάλωση και πώληση χυμών κάθε είδους. Με την υπ’ αριθμ. 67/11.11.2019 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω συσταθείσης ανώνυμης εταιρείας εγκρίθηκε η σύναψη σύμβασης με την παρεμβαίνουσα εταιρεία, με αντικείμενο την ανάθεση από την πρώτη στη δεύτερη της αποκλειστικής αντιπροσωπείας, εμπορίας, διανομής και διάθεσης των προϊόντων της (ανωτέρω υπό στοιχείο β προσβαλλόμενη πράξη). Η απόφαση αυτή του Δ.Σ. της εταιρείας «… Α.Ε.» υποβλήθηκε προς έλεγχο νομιμότητας στον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας, ενώ κατ’ αυτής ασκήθηκε, επίσης, «αίτηση – ένσταση» ενώπιον της Αποκεντρωμένης Διοίκησης από δημοτικό σύμβουλο του Δήμου Αμυνταίου και μέλος του Δ.Σ. της «… Α.Ε.», ο οποίος είχε μειοψηφήσει κατά τη λήψη της εν λόγω αποφάσεως. Ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας με την υπ’ αριθμ. 5255/16.1.2020 απόφασή του προέβη στην ακύρωση της υπ’ αριθμ. 67/2019 αποφάσεως του Δ.Σ. της «… Α.Ε.», με την εξής αιτιολογία: «… η εταιρεία … ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ Α.Ε. ΟΤΑ Δήμου Αμυνταίου συνιστά δημοτική ανώνυμη εταιρεία του άρ. 266 του ν. 3463/2006 … σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 266 παρ. 4 του ν. 3463/2006 η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης έργων, προμηθειών, μελετών και υπηρεσιών από τις δημοτικές ή κοινοτικές ανώνυμες εταιρείες διενεργείται βάσει των αντίστοιχων κανόνων που ισχύουν για τις δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενώ σύμφωνα με το αρ. 257 παρ. 2 του ίδιου νόμου, η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης των έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών των κοινωφελών επιχειρήσεων, διενεργείται σύμφωνα με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α. … σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 2 παρ. 1 και 4 του
    ν. 4412/2016 … οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού για τη σύναψη συμβάσεων … η αντιπροσωπεία, εμπορία και διανομή προϊόντος συνιστά υπηρεσία η οποία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των ειδικών εξαιρέσεων του αρ. 10 του ν. 4412/2016 και υπόκειται κανονικά στις διατάξεις του Βιβλίου Ι του νόμου αυτού … η ανωτέρω απόφαση [δηλ. η υπ’ αριθμ. 67/2019] του Δ.Σ. είναι νόμω αβάσιμη και αναιτιολόγητη, καθώς εγκρίνει τη σύναψη σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας χωρίς εφαρμογή των διατάξεων, διαδικασιών και υποχρεώσεων του ν. 4412/2016, θίγοντας τις αρχές της διαφάνειας, της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, της ισότητας και της ελευθερίας του ανταγωνισμού, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 18 του
    ν. 4412/2016. Ειδικότερα, δεν προκύπτει κανένα από τα ουσιώδη στοιχεία μιας δημόσιας σύμβασης …». Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης ασκήθηκε προσφυγή από την παρεμβαίνουσα εταιρεία ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 ν. 3463/2006 Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας. Η εν λόγω Επιτροπή με την υπ’ αριθμ. 3/11.3.2020 απόφασή της (ανωτέρω υπό στοιχείο α προσβαλλόμενη πράξη) έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Ειδικότερα, με την απόφαση της Ειδικής Επιτροπής κρίθηκε αφ’ ενός μεν ότι ως προς την εταιρεία «… Α.Ε.» δεν συντρέχουν τα κριτήρια που έχουν διαμορφωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον χαρακτηρισμό μίας οντότητας ως οργανισμού δημοσίου δικαίου και, κατά συνέπεια, η εν λόγω εταιρεία δεν αποτελεί αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 4412/2016 και οι συμβάσεις που συνάπτει δεν διέπονται από τις διατάξεις του ως άνω νόμου, αφ’ ετέρου δε ότι «η σύναψη σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ως κατεξοχήν συνδεόμενη σύμβαση με τον εμπορικό χαρακτήρα της … ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ Α.Ε. ΟΤΑ δεν εμπίπτει στην έννοια της δημόσιας σύμβασης κατά την έννοια του ν.4412/2016 και κατά συνέπεια έσφαλε ο Συντονιστής που έκρινε αντίθετα». Κατ’ ακολουθίαν, μετά την ακύρωση της αποφάσεως του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης από την Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, αναβίωσε η ακυρωθείσα από αυτόν και ήδη προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. … απόφαση του Δ.Σ. της «ΞΙΝΟ ΝΕΡΟ Α.Ε.».
  7. Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η καθ’ ης η αίτηση «… Α.Ε.» αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, η δε λειτουργία της διέπεται από τις διατάξεις του ν.4548/2018 (Α´ 104) περί ανωνύμων εταιρειών, καθώς και από τις διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων περί των ανωνύμων εταιρειών των Ο.Τ.Α. (βλ. άρθρα 252 και 265 επ. ν. 3463/2006). Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις που συνάπτει η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία με ιδιώτες στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, προς εκπλήρωση του σκοπού της, όπως αυτός περιγράφεται στην προηγούμενη σκέψη, αποτελούν συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου, εφ’ όσον δεν συντρέχει το οργανικό κριτήριο (δεν συμβάλλεται, δηλαδή, το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου· βλ. Α.Ε.Δ. 4/2012, 29/2011, 45/1991, 10/1987). Συνεπώς, η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. … απόφαση του Δ.Σ. της ως άνω ανώνυμης εταιρείας περί συνάψεως συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπείας με την παρεμβαίνουσα εταιρεία, ως πράξη που προηγείται της συνάψεως συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη που εντάσσεται σε πλέγμα σχέσεων ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 2478/2011, 3536/2008, 324/2007 κ.ά.). Αντιστοίχως, ούτε η κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος Δήμου εκδηλωθείσα με την ανωτέρω απόφαση παράλειψη της καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας να εκδώσει προκήρυξη διαγωνισμού για την ανάθεση της παροχής υπηρεσιών διανομής των προϊόντων της, συνιστά παράλειψη εκδόσεως εκτελεστής διοικητικής πράξεως. Εξ άλλου, οι πράξεις που διενεργεί και οι αποφάσεις που λαμβάνει η ως άνω ανώνυμη εταιρεία, όπως η εν προκειμένω προσβαλλόμενη, κατά την ανάπτυξη της επιχειρηματικής της δραστηριότητας για την επίτευξη του καταστατικού της σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην εκμετάλλευση της πηγής Ξινού Νερού με την εμφιάλωση και πώληση ανθρακούχου ή μη μεταλλικού νερού και την παραγωγή και εμπορία χυμών και αναψυκτικών, δεν συνδέονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη διαχείριση κοινοχρήστων πραγμάτων (πρβλ. ΣτΕ 2389/2016, 1232/2016, 877-8/2016 επταμ.), όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αιτών Δήμος με το από 18.5.2021 υπόμνημά του και δεν ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή της υπ’ αριθμ. 67/2019 αποφάσεως του Δ.Σ. της «… Α.Ε.» έχει τον χαρακτήρα διαφοράς ιδιωτικού δικαίου.
  8. Επειδή, η επίσης προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση υπ’ αριθμ. 3/11.3.2020 απόφαση της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας εκδόθηκε στο πλαίσιο ασκήσεως ελέγχου νομιμότητας επί της ανωτέρω αποφάσεως του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας «… Α.Ε.». Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 215 επ. του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) ρυθμίζονται τα σχετικά με την άσκηση ελέγχου νομιμότητας επί των πράξεων των Ο.Τ.Α. και των νομικών προσώπων αυτών από την Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Ο.Τ.Α., ενώ για το μεταβατικό διάστημα, μέχρι την έναρξη λειτουργίας των σχετικών Υπηρεσιών, προβλέπεται ότι ο έλεγχος αυτός ασκείται από τον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και τις Ειδικές Επιτροπές του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (άρθρο 238 ν. 3852/2010). Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ασκήθηκε, εν προκειμένω, έλεγχος νομιμότητας επί της υπ’ αριθμ. … αποφάσεως του Δ.Σ. της «… Α.Ε.» αρχικώς από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας, ο οποίος έκρινε μη νόμιμη την απόφαση και, εν συνεχεία, από την αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, η οποία με την προσβαλλόμενη απόφασή της ακύρωσε την απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Κατά την άσκηση της σχετικής αρμοδιότητάς τους, τόσο ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης όσο και η Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, έκριναν τη νομιμότητα της αχθείσης ενώπιόν τους πράξεως της ανώνυμης εταιρείας «… Α.Ε.» κατά τις διατάξεις που διέπουν την έκδοσή της, οι οποίες, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, εντάσσονται σε πλέγμα σχέσεων ιδιωτικού δικαίου. Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών καθορίζει τη φύση της διαφοράς που γεννάται με την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως και κατά το μέρος που με την αίτηση αυτή προσβάλλεται η απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν.3463/2006. Το γεγονός δε ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής για την άσκηση του ελέγχου νομιμότητας στηρίζεται στις προαναφερθείσες δημοσίου δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων δεν μεταβάλλει τη φύση της διαφοράς. Τούτο διότι, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων τόσο του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όσο και του ν. 3852/2010, όταν στο πλαίσιο του καθιερουμένου συστήματος ελέγχου νομιμότητας, υποβάλλονται προς έλεγχο πράξεις Ο.Τ.Α. ή νομικών προσώπων Ο.Τ.Α. που εντάσσονται στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ο έλεγχος που ασκείται από τα αρμόδια όργανα κατατείνει στη διαπίστωση της νομιμότητας ή της παρανομίας τους κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου που τις διέπουν και, συνεπώς, και οι πράξεις ασκήσεως εποπτείας εντάσσονται ομοίως στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Εξ άλλου, τα όργανα των Ο.Τ.Α. ή των νομικών τους προσώπων έχουν, βεβαίως, υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης και της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν.3463/2006 που εκδίδονται κατά την άσκηση ελέγχου νομιμότητας επί των πράξεών τους (βλ. άρθρ. 231 ν. 3852/2010, άρθρ. 154 ν. 3463/2006). Η τελική κρίση, όμως, επί του ζητήματος της νομιμότητας ή της παρανομίας των πράξεων αυτών ιδιωτικού δικαίου ανήκει στα αρμόδια κατά το άρθρο 94 παρ.2 του Συντάγματος πολιτικά δικαστήρια, στα οποία έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν τόσο τα ελεγχόμενα νομικά πρόσωπα (δηλαδή, οι Ο.Τ.Α. ή τα νομικά πρόσωπα αυτών), καθώς και οποιοσδήποτε θεμελιώνει σχετικό έννομο συμφέρον. Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της υπ’ αριθμ. 3/11.3.2020 αποφάσεως της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας γεννάται, επίσης, διαφορά ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 1959/2020, 2390/2016, 1433/2014, 3536/2008, 324/2007, 2630/2006, 2235/2002, 1925/2002 Ολομ., 3819/1989, 894/1988, 2903/1983, 493/1983 κ.ά.).
  9. Επειδή, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 345 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι διατάξεις του Βιβλίου ΙV του ως άνω νόμου περί έννομης προστασίας κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων «εφαρμόζονται στις διαφορές που προκύπτουν κατά τη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων του παρόντος νόμου, καθώς και τροποποίησης αυτών, με εκτιμώμενη αξία ανώτερη των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. και ανεξάρτητα από τη φύση τους». Ως συμβάσεις δε που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου νοούνται οι δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές και διέπονται από τις διατάξεις του Βιβλίου Ι του νόμου, καθώς και οι δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών που συνάπτονται από αναθέτοντες φορείς και διέπονται από τις διατάξεις του Βιβλίου ΙΙ του νόμου. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 345 του ν.4412/2016, οι διατάξεις περί παροχής έννομης προστασίας του Βιβλίου ΙV εφαρμόζονται και επί διαφορών που αναφύονται κατά τη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων παραχώρησης έργων και υπηρεσιών από αναθέτουσες αρχές και αναθέτοντες φορείς, οι οποίες διέπονται από τις ρυθμίσεις του ν. 4413/2016 (Α΄ 148). Κατά το καθιερούμενο με τις σχετικές διατάξεις σύστημα παροχής έννομης προστασίας, «κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί σύμβαση … και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της ευρωπαϊκής ή εσωτερικής νομοθεσίας, έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ) …» (άρθρο 346 παρ. 1) και, περαιτέρω, «κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από απόφαση της ΑΕΠΠ επί της προδικαστικής προσφυγής … μπορεί να ασκήσει αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης και αίτηση για την ακύρωση της απόφασής της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 372. Δικαίωμα άσκησης των ίδιων ενδίκων βοηθημάτων έχει και η αναθέτουσα αρχή αν η ΑΕΠΠ δεχθεί την προδικαστική προσφυγή» (άρθρο 346 παρ. 2). Αντιστοίχως, στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 372 του νόμου περί δικαστικής προστασίας στο στάδιο που προηγείται της σύναψης της σύμβασης, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της ΑΕΠΠ και την ακύρωσή της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου της έδρας της αναθέτουσας αρχής … Δικαίωμα άσκησης των ίδιων ένδικων βοηθημάτων έχει και η αναθέτουσα αρχή αν η ΑΕΠΠ κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή … 3. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των δύο προηγούμενων παραγράφων, διαφορές οι οποίες προκύπτουν κατά την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης έργων ή υπηρεσιών, δημοσίων συμβάσεων ο οποίες υλοποιούνται ως Συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.) …, δημοσίων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ, εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ομοίως, διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ με προϋπολογισμό μεγαλύτερο των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας».
  10. Επειδή, οι ανωτέρω διατάξεις περί παροχής έννομης προστασίας κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων του ν. 4412/2016, όπως και οι προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 1-3 του ν. 3886/2010 «Δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων» (Α΄ 173), θεσπίσθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ.3 του Συντάγματος, το οποίο, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, επιτρέπει, σε ειδικές περιπτώσεις, προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, την ανάθεση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια. Συνεπώς, η Διοικητική Δικαιοσύνη έχει δικαιοδοσία για την επίλυση όλων των διαφορών των ως άνω διατάξεων του ν.4412/2016, έστω και αν διάδικος δεν είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η γεννηθείσα διαφορά δεν είναι διοικητική. Σύμφωνα, όμως, με τις ίδιες διατάξεις του ν.4412/2016, προϋπόθεση για τη διεύρυνση της δικαιοδοσίας της Διοικητικής Δικαιοσύνης είναι η άσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος από ενδιαφερόμενο, ο «οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί σύμβαση» του νόμου αυτού και ο οποίος, κατά τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, υποχρεούται να ασκήσει προηγουμένως προδικαστική προσφυγή ενώπιον της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών, ενώ δικαίωμα ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως και αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως έχει και η αναθέτουσα αρχή, αν η Αρχή δεχθεί την προδικαστική προσφυγή (βλ. και ΣτΕ 1985/2016 Ολομ., 510/2016 επταμ. για το σύστημα δικαστικής προστασίας που εισήγαγε ο ν.3886/2010, το οποίο, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 4412/2016, διατηρείται και με τις σχετικές διατάξεις του νεότερου αυτού νόμου).
  11. Επειδή, εν προκειμένω, ο αιτών Δήμος ασκεί την υπό κρίση αίτηση όχι ως ενδιαφερόμενος να του ανατεθεί η συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας, αλλά επικαλούμενος την ιδιότητά του ως μοναδικού μετόχου της καθ’ ης η αίτηση εταιρείας «… Α.Ε.» και το ενδιαφέρον του για τη νόμιμη και σύμφωνη με τις αρχές της διαφάνειας λειτουργία της εταιρείας και την επωφελέστερη και αποδοτικότερη διαχείριση των υποθέσεών της. Ισχυρίζεται δε ο αιτών Δήμος ότι η ένδικη διαφορά, η οποία ανάγεται στην εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4412/2016 επί της διαδικασίας αναθέσεως της επίμαχης συμβάσεως, διέπεται από τις διατάξεις του Βιβλίου ΙV του ως άνω νόμου περί παροχής έννομης προστασίας και υπάγεται στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος δεν έχει την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα, χάριν της διασφαλίσεως της ενιαίας εφαρμογής της οικείας νομοθεσίας. Τα ως άνω προβαλλόμενα, όμως, από τον αιτούντα Δήμο είναι απορριπτέα. Τούτο διότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος δυνατότητα εκδικάσεως κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών από τα διοικητικά δικαστήρια, χάριν της ενιαίας εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας, προϋποθέτει ειδική διάταξη νόμου. Τέτοιες δε διατάξεις, ως εισάγουσες εξαίρεση από τον γενικό κανόνα που θεσπίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος περί της δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επί των διοικητικών διαφορών αφ’ ενός και των πολιτικών δικαστηρίων επί των ιδιωτικών διαφορών αφ’ ετέρου, είναι στενώς ερμηνευτέες. Σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, με τις διατάξεις του Βιβλίου IV του ν.4412/2016 προβλέπεται μεν η διεύρυνση της δικαιοδοσίας της Διοικητικής Δικαιοσύνης επί όλων των διαφορών που γεννώνται κατά τη διαδικασία που προηγείται της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου, η διεύρυνση, όμως, αυτή προϋποθέτει ότι ο ασκών το ένδικο βοήθημα έχει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου για την ανάθεση της συγκεκριμένης συμβάσεως (ή της αναθέτουσας αρχής, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη). Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως του αν η επίμαχη σύμβαση εμπίπτει, πράγματι, στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016 ή του ν. 4413/2016, δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να θεμελιωθεί δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή των διοικητικών δικαστηρίων) για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς επί τη βάσει των διατάξεων του Βιβλίου ΙV του ν. 4412/2016, εφ’ όσον ο αιτών Δήμος δεν έχει την ιδιότητα του εδιαφερομένου για την ανάθεση της σύμβασης οικονομικού φορέα.
  12. Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η από κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των προσβαλλομένων αποφάσεων της ανώνυμης εταιρείας «… Α.Ε.» και της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας γεννάται ιδιωτική διαφορά, η εκδίκαση της οποίας ανήκει κατά το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.