Με την υπ’ αριθμ. 86/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος μετά ταύτα αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει ο ίδιος την αγωγή.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

Αριθμός 86/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως …, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΑΙΩΝ», που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηγιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2013 αγωγή της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία «…» και με τη με ημερομηνία κατάθεσης 30-3-2015 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 247/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 20-1-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από ο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 94 §§ 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: «1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια». Από τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξει προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει στον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ’ αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (ΑΕΔ 10/2003). Μεταξύ των διοικητικών διαφορών ουσίας, οι οποίες, κατά το άρθρο 1 § 2 του ν. 1406/1983 υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ειδικότερα στην υλική αρμοδιότητα διοικητικών εφετείων (άρθρο 6 § 2 ΚΔΔ), περιλαμβάνονται και εκείνες, που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά τις διοικητικές συμβάσεις (άρθρο 1 § 2 εδ. α’ ν.1406/1983). Οι τελευταίες έχουν ως αιτία τη διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία, την εκτέλεσή της αλλά και κάθε προσωπική αξίωση, η οποία προκύπτει από την διοικητική αυτή σύμβαση (ΣτΕ 2514/1993). Ως τέτοιες συμβάσεις θεωρούνται εκείνες, στις οποίες συντρέχουν αθροιστικά τα εξής στοιχεία: α) Ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, β) έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό, γ) η κατάρτιση και εκτέλεσή τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή περιέχουν νόμιμους όρους, που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλομένου Δημοσίου ή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ δυνατότητες μονομερούς επέμβασης και επιβολής κυρώσεων ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς (εξουσιαστικοί όροι). Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 10/2003, ΑΕΔ 21/1997, ΑΕΔ 7/2001, ΑΠ 104/2006, ΑΠ 260/1993). Περαιτέρω, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, ως προσφυγές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά «την παραχώρηση δικαιώματος και τον καθορισμό των όρων εκμετάλλευσης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (λεωφορείων, φορτηγών, επιβατηγών, βυτιοφόρων και λοιπών), τη μεταβολή της έδρας τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική μεταβολή» (άρθρο 1 § 3 περ. γ’ του ν.1406/1983, Α’ 182, που προστέθηκε με το άρθρο 29 § 4 του ν.2721/1999, Α’ 112). Εξάλλου, σύμφωνα με το ν. 2963/2001 «Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών κ.λπ.» (Α’ 268), η εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών, υφισταμένων και νέων, ανατίθεται αποκλειστικά στους φορείς συγκοινωνιακού έργου που προβλέπει ο νόμος αυτός (άρθρο 2 § 1), ορίζεται δε ότι σκοπός των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία “Κοινά Ταμεία Εισπράξεων Λεωφορείων” (ΚΤΕΛ) είναι η εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου (άρθρα 4 και 6). Στο άρθρο 19 του ως άνω ν. 2963/2001, ορίζονται τα εξής: «1. Μεταξύ των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού και των φορέων παροχής συγκοινωνιακού έργου δύνανται να συνάπτονται συμβάσεις εκτέλεσης ενδοδημοτικής ή διαδημοτικής, τακτικής αστικής ή υπεραστικής συγκοινωνίας, που ήδη λειτουργεί. Με τις συμβάσεις αυτές καθορίζονται: α. Η διάρκεια εκτέλεσης του έργου, οι γραμμές, οι συχνότητες, το κόμιστρο και η αντισταθμιστική εισφορά, που θα καταβάλλουν οι Ο.Τ.Α. β. Οι όροι παραχώρησης χρήσης ή εκμίσθωσης των λεωφορείων ιδιοκτησίας των Ο.Τ.Α. στους συγκοινωνιακούς φορείς και γ. Κάθε άλλο σχετικό θέμα». Τέλος, στο άρθρο 18 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: «1. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού μπορούν, πλέον των περιπτώσεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 7, να διενεργούν μεταφορά για την εξυπηρέτηση ατόμων με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α), Κέντρων Απασχόλησης Ηλικιωμένων (Κ.ΑΠ.Η.) και εργαζομένων στον οικείο Ο.Τ.Α. Μπορούν επίσης να διενεργούν μεταφορά για τη μετακίνηση κατοίκων των δημοτικών διαμερισμάτων από και προς το κέντρο του δήμου, εφόσον το εν λόγω μεταφορικό έργο δεν εξυπηρετείται από υφιστάμενη γραμμή, όπως αυτό διαπιστώνεται από τον οικείο Νομάρχη. 2. Η εκτέλεση του προαναφερόμενου έργου γίνεται -με ιδιωτικής χρήσης λεωφορεία ιδιοκτησίας Ο.Τ.Α.» (ΣτΕ 1640/2010, ΣτΕ 2231/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου, με αριθ. κατάθεσης …, που επιγράφεται ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση παρεμπίπτουσα αγωγή, στο οποίο εμπεριέχεται αυτούσια η από 25-9-2013 κύρια αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…» κατά του ν.π.δ.δ. (ΟΤΑ) με την επωνυμία «Δήμος Αρταίων», καθώς και όλων των διαδικαστικών εγγράφων, που προσκομίζονται, προκύπτουν τα εξής: Η εταιρεία «…», με την από 25-9-2013 αγωγή της κατά του νυν αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ με την επωνυμία «Δήμος Αρταίων», ισχυριζόμενη α) ότι η ΚΕΔΚΕ και το Υπουργείο Μεταφορών – Επικοινωνιών και Εσωτερικών προχώρησαν σε πρόγραμμα ονόματι «ΣΥΝ – ΚΟΙΝΩΝΙΑ» και ότι, στη συνέχεια, δυνάμει συμβάσεων οι Δήμοι Αρταίων και Αμβρακικού (στη θέση του τελευταίου υπεισήλθε ο πρώτος) ανέθεσαν σ’ αυτή (ενάγουσα) την εκτέλεση συγκοινωνιακού έργου και δη την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς του επιβατικού κοινού των ανωτέρω Δήμων, με συμβατικό τίμημα 268.325 ευρώ και 223.268 ευρώ αντίστοιχα, και β) ότι σε εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων πραγματοποίησε τα λεπτομερώς περιγραφόμενα δρομολόγια, εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια, τα οποία υπεβλήθησαν στον εναγόμενο Δήμο, χωρίς όμως να εξοφληθούν, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει για το Δήμο Αρταίων 62.709,98 ευρώ και για τον συγχωνευθέντα Δήμο Αμβρακικού 69.653,01 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 41η ημέρα έκδοσης κάθε τιμολογίου, άλλως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και ΕισΝΑΚ, δοθέντος ότι υφίστανται παράνομη παράλειψη των οργάνων, άλλως με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού το συνολικό ποσό των 132.362,99 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος Δήμος Αρταίων, με την από 30-3-2015 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (ΚΕΔΚΕ)», ισχυρίστηκε ότι ουδεμία ευθύνη βαρύνει αυτόν για τη μη καταβολή του ανωτέρω ποσού στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, αφού αυτό πρέπει να καταβληθεί από την ΚΕΔΚΕ, υπαγόμενη στην εποπτεία του Υπουργείου Εσωτερικών, και από το Ελληνικό Δημόσιο, που είναι συμβατικά υποχρεωμένα, να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά. Ειδικότερα, ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίστηκε: Ότι η ΚΕΔΚΕ, μέλος της οποίας είναι ο Δήμος Αρταίων, προέτρεψε 230 Δήμους να εκπονήσουν μελέτες σε συνεργασία με τα ΚΤΕΛ για να προσφέρουν συγκοινωνίες σε απομακρυσμένες περιοχές και σε αστικά κέντρα και ότι στο επιδοτούμενο πρόγραμμα «ΘΗΣΕΑΣ» συμμετείχε και το Υπουργείο Μεταφορών, όταν δε τον Μάρτιο του 2007 προκηρύχθηκε το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «ΣΥΝ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ», σε συνάφεια με το ΕΣΠΑ και το ΕΠΕΠ, ο Δήμος Αρταίων και ο Δήμος Αμβρακικού κατέθεσαν μέσω ΚΕΔΚΕ τεχνικά δελτία με την πεποίθηση ύπαρξης υπόσχεσης καταβολής χρηματοδότησης με απόφαση ΚΕΔΚΕ για κατανομή χρηματοδότησης. Ότι είχε εγκριθεί για το Δήμο Αρταίων το ποσό των 154.513 ευρώ και για το Δήμο Αμβρακικού το ποσό των 178.126 ευρώ. Ότι έχοντας την διαβεβαίωση ότι η ΚΕΔΚΕ θα εξασφάλιζε τις αναγκαίες πιστώσεις από τα αρμόδια Υπουργεία, τα δημοτικά συμβούλια Άρτας και Αμβρακικού, αποφάσισαν την υπογραφή σύμβασης παροχής υπηρεσιών συγκοινωνιακού έργου με το «…» αντί 268.325 ευρώ. Ότι αν και εστάλησαν στην ΚΕΔΚΕ τα τιμολόγια, που τα διαβίβασε στο Υπουργείο Εσωτερικών, αφέθηκαν ανεξόφλητα αυτά. Ότι η άρνηση των παρεμπιπτόντως εναγόμενων να ανταποκριθούν στη χρηματοδότηση αντίκειται στις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις και στο 281 ΑΚ, και συνεπώς ευθύνονται στην καταβολή όποιου τυχόν ποσού υποχρεωθεί ο ίδιος να καταβάλλει στην ενάγουσα της πρώτης αγωγής, νομιμοτόκως από της καταβολής. Ενόψει αυτών, ο αναιρεσίβλητος Δήμος, με την ενωμένη στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθούν τα παρεμπιπτόντως εναγόμενα νομικά πρόσωπα να καταβάλουν σε αυτόν οτιδήποτε ποσό υποχρεωθεί ο ίδιος να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας δίκης για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, νομιμοτόκως από την καταβολή τους από τον ίδιο και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ισχυριζόμενος, κατά τα ανωτέρω, ότι αυτά είχαν δεσμευθεί να χρηματοδοτήσουν το σύνολο του έργου, που ανατέθηκε από τον Δήμο Αρταίων στην ενάγουσα της κύριας δίκης στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος «ΣΥΝ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ». Επί των ανωτέρω συνεκδικασθεισών αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας) εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 139/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 25-9-2013 (κύρια) αγωγή και υποχρεώθηκε ο Δήμος Αρταίων να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 132.362,99 ευρώ, νομιμοτόκως όπως είχε ζητηθεί, καθώς επίσης έγινε δεκτή η ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση αυτού να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα ΟΤΑ Δήμο Αρταίων οποιοδήποτε ποσό, αποτελούμενο από κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, καταβάλει ο τελευταίος, δυνάμει της ως άνω απόφασης, στην κυρίως ενάγουσα εταιρεία «…», νομιμοτόκως από την ημέρα της καταβολής, ενώ απορρίφθηκε αυτή ως προς την Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. Κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ο μεν αναιρεσίβλητος Δήμος την από 20-9-2017 έφεσή του κατά της κυρίως ενάγουσας, του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (ΚΕΔΚΕ)» και του Ελληνικού Δημοσίου, το δε τελευταίο την από 11-12-2018 έφεσή του κατά του. νυν αναιρεσιβλήτου. Επί των ανωτέρω εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 247/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία απέρριψε αμφότερες τις εφέσεις κατ’ ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο τόσον με τις πρωτόδικες προτάσεις του όσον και με λόγο έφεσης, αρνήθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της διαφοράς. Όμως, τόσο το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, όσο και το Εφετείο Ιωαννίνων, δέχθηκαν την ύπαρξη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, συμβατικές υποχρεώσεις του Υπουργείου Εσωτερικών ως προς τη χρηματοδότηση των Δήμων για την υλοποίηση του προγράμματος «ΣΥΝ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ» απέρρεαν τόσο από την από 17.7.2009 τριμερή Προγραμματική Σύμβαση μεταξύ του Υπουργείου Εσωτερικών, Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και της ΚΕΔΚΕ, όπως επικαιροποιήθηκε με την από 19.1.2010 Προγραμματική Σύμβαση «για τη θέσπιση του Επιχειρησιακού Προγράμματος «ΣΥΝ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ», όσο και από την από 10.1.2010 Προγραμματική Σύμβαση μεταξύ ΚΕΔΚΕ – Υπουργείου Εσωτερικών και ΠΕΤΑ Α.Ε. «για την εφαρμογή και διαχείριση του Επιχειρησιακού Προγράμματος «ΣΥΝ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ». Ωστόσο, με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα των δύο δικογράφων, εισήχθη προς κρίση διοικητική διαφορά ουσίας, αφού, κατ’ αρχάς, στην από 2.10.2008 σύμβαση, που υπεγράφη μεταξύ τού εναγομένου / αναιρεσιβλήτου Δήμου Αρταίων και της ενάγουσας εταιρείας «…» α) συμβαλλόμενο μέρος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΟΤΑ), β) το αντικείμενο των συμβάσεων συνίσταται στην παροχή συγκοινωνιακού έργου για τις μετακινήσεις των δημοτών και, συνεπώς, εξυπηρετεί πρόδηλα δημόσιο σκοπό και γ) επιφυλάσσεται υπερέχουσα θέση στο νπδδ του Δήμου Αρταίων βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση (άρθρα 19 του Ν. 2963/2001 και 83 του Ν. 3463/2006), ιδίως δε εν όψει του άρθρου 17 του Ν. 2963/2001, στο οποίο προβλέπεται η επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων που ορίζονται στα άρθρα 8 (μη τήρηση δρομολογίων), 9 (εξυπηρέτηση υπεραστικών γραμμών), 10 παρ. 6 (είσπραξη κομίστρου) και 15 (υποχρεώσεις συγκοινωνιακών φορέων και οργάνων αυτών). Επομένως, η ανωτέρω σύμβαση φέρει το χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης και, ως εκ τούτου, οι διαφορές που γεννώνται από την εκτέλεσή της υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια. Επίσης, και στις παραπάνω διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση προγραμματικές συμβάσεις : α) συμβαλλόμενο μέρος είναι το Δημόσιο (Υπουργεία Εσωτερικών και Υποδομών), β) το αντικείμενο των εν λόγω προγραμματικών συμβάσεων αφορούσε τη βελτίωση της προσπελασιμότητας των απομονωμένων Δημοτικών Διαμερισμάτων, την άρση της ανισότητας, την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των συγκοινωνιακών δικτύων, την αναβάθμιση και επέκτασή τους προκειμένου να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες των Δήμων της Περιφέρειας κ.ά., ήτοι εξυπηρετούσε πρόδηλα δημόσιο σκοπό, δεδομένου μάλιστα ότι το εν λόγω επιχειρησιακό πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε από πόρους του Αναπτυξιακού Προγράμματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης «ΘΗΣΕΑΣ» που θεσπίστηκε με το Ν. 3274/2004, σκοπός του οποίου ήταν η «υποστήριξη των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου βαθμού, ως προς την πραγματοποίηση επενδύσεων τοπικής ανάπτυξης, καθώς και για τη βελτίωση της ποιότητας των υφιστάμενων υποδομών και των παρεχόμενων υπηρεσιών με γνώμονα την αρμονική, ισόρροπη βιώσιμη ανάπτυξη…» (άρθρο 6 § 1) και γ) επιφυλάχθηκε υπερέχουσα θέση στο Δημόσιο βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διείπε τις επίμαχες συμβάσεις (άρθρο 225 Ν. 3463/2006, άρθρο 100 Ν. 3852/2010) (ΣτΕ 1231/2020, ΣτΕ 3500/2017). Επομένως, και οι υπογραφείσες ως άνω προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ του Δημοσίου και της ΚΕΔΚΕ, καθώς και μεταξύ Δημοσίου, ΚΕΔΚΕ και Π.Ε.Τ.Α. Α.Ε., φέρουν τον χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης και κατά συνέπεια η διαφορές που γεννώνται από την εκτέλεσή τους υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια. Συνακόλουθα, αρμόδια για την εκδίκαση της υπό κρίση παρεμπίπτουσας αγωγής, με την οποία διώκεται η καταβολή αποζημίωσης από το Δημόσιο, επειδή δεν χρηματοδοτήθηκε ο ΟΤΑ Δήμος Αρταίων στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος «ΣΥΝ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ», επειδή, δηλαδή, (μη νομίμως κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς), τα επιφορτισμένα με τη διαχείριση και εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος όργανα του Δημοσίου παρέλειψαν να τον χρηματοδοτήσουν, είναι τα διοικητικά δικαστήρια, καθ’ όσον η αναφερόμενη παράλειψη έλαβε χώρα στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας, όπως είναι η χρηματοδότηση για την επίτευξη δημοσίου σκοπού στην εξυπηρέτηση του οποίου απέβλεψε η «ΣΥΝ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ», ο οποίος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, συνίστατο αφ’ ενός στη βελτίωση των παρεχομένων από τις αστικές συγκοινωνίες υπηρεσιών μετακίνησης, της οδικής ασφάλειας και της διαχείρισης της οδικής κυκλοφορίας, και αφ’ ετέρου στη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της λειτουργίας των αστικών συγκοινωνιών στο φυσικό και αισθητικό περιβάλλον. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι εισάγεται προς κρίση ιδιωτική διαφορά και προχώρησε στην εκδίκασή της, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει την παρεμπίπτουσα αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ πλημμέλεια της υπέρβασης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Κατά το άρθρο 580 § 1 ΚΠολΔ, «Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να ασχοληθούν πιά με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας». Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος μετά ταύτα αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει αυτός την αγωγή. Εν όψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και η επικυρωθείσα από αυτήν με αριθ. 139/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, να απορριφθεί η υπ’ αριθ. … ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ΟΤΑ στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελλ. Δημοσίου για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.