Τα πρόδηλα σφάλματα δικαστικών αποφάσεων και οι συνέπειές τους

Αν θα έπρεπε να ανακηρυχθεί παγκόσμια ημέρα δικαστικών σφαλμάτων, αυτή θα ήταν σίγουρα η 8η Σεπτεμβρίου. Διότι την 8η Σεπτεμβρίου 2026 δημοσιεύτηκαν τρεις πολύ σημαντικές αποφάσεις με αντικείμενο τα πρόδηλα σφάλματα των δικαστικών αποφάσεων και τα συνακόλουθα δικαιώματα αποζημίωσης των θιγόμενων. Δύο του Τμήματος Μείζονος Σύνθεσης του ΔΕΕ και μια της Μείζονος Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Το ΔΕΕ ασχολήθηκε με το κατά πόσο η παράλειψη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος από δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας συνιστά πρόδηλο σφάλμα ικανό να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημίωσης εκ μέρους του θιγόμενου ιδιώτη.

Στην πρώτη απόφαση του ΔΕΕ, υπόθεση C‑163/24, Statul Român-Ministerul Finanţelor Publice, το ΔΕΕ, απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το εφετείο Βουκουρεστίου, επανέλαβε αρχικώς την πάγια νομολογία του ότι η αρχή της ευθύνης του Δημοσίου για ζημίες τυγχάνει εφαρμογής και σε περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη παραβίαση οφείλεται σε απόφαση δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, στην εξαιρετική, όμως, περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρέβη προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο (σκέψεις 48, 81 και 82).

Εν συνεχεία, επανέλαβε τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν για τοn χαρακτηρισμό μιας παράβασης ως πρόδηλης, μεταξύ των οποίων τον βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα, το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως, τον ηθελημένο ή ακούσιο χαρακτήρα της διαπραχθείσας παραβάσεως ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστό ή ασύγγνωστο ενδεχόμενης πλάνης περί το δίκαιο, το ζήτημα αν η στάση θεσμικού οργάνου της Ένωσης ενδέχεται να συνετέλεσε στη λήψη ή τη διατήρηση σε ισχύ αντιθέτων προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικών μέτρων ή πρακτικών και την εκ μέρους του οικείου δικαστηρίου παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του περί προδικαστικής παραπομπής, καταλήγοντας ότι η παράβαση είναι πρόδηλη, όταν η εκδοθείσα απόφαση αντιβαίνει προδήλως στη σχετική νομολογία του ΔΕΕ (σκέψη 83). Διευκρίνισε, περαιτέρω, ότι δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να πληρούται το σύνολο των κριτηρίων (σκέψη 84).

Όσον αφορά στην παράλειψη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος έκρινε ότι αυτή συνιστά στοιχείο του οποίου η σημασία διαφέρει αναλόγως των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως (σκέψη 85). Με δεδομένο, δε, ότι το σύστημα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων δεν συνιστά ένδικο βοήθημα, κατέληξε ότι για να διαπιστωθεί κατάφωρη παράβαση του ενωσιακού δικαίου πρέπει να υφίσταται και παράβαση άλλου κανόνα του δικαίου της Ένωσης, ο οποίος να απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες. Λαμβάνοντας, δε, υπ’ όψιν το γεγονός ότι ήδη, απαντώντας σε προηγούμενα προδικαστικά ερωτήματα, αποφάνθηκε ότι οι κρίσιμες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν αποσκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, κατέληξε στο ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου (σκέψεις 88 έως 90). Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή το ΔΕΕ δεν έκρινε κατ’ ουσίαν αν το εθνικό δικαστήριο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα, αλλά αν το σφάλμα αυτό μπορεί να θεμελιώσει αποζημιωτικό δικαίωμα.

Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Πορτογαλίας με αντικείμενο το κατά πόσο το ίδιο δικαστήριο είχε παραβιάσει στο παρελθόν κατάφωρα το δίκαιο της Ένωσης.

Δεν θα αποφύγω τον πειρασμό να σχολιάσω ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Πορτογαλίας παραμέρισε τους «εγωισμούς» του και μπήκε στη βάσανο να θέσει σε αμφισβήτηση ενώπιον του ΔΕΕ την ίδια του την κρίση, αναλαμβάνοντας το ρίσκο να αποδειχθεί ότι πράγματι παραβίασε κατάφωρα το δίκαιο της Ένωσης.

Μια τέτοια συνθήκη δεν είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσε να συμβεί στην εθνική έννομη τάξη, καθώς υφίσταται μια τάση εσωστρέφειας των εθνικών δικαστηρίων (βλ. Β. Χατζηγιαννάκη, «H υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ και η εσωστρέφεια των εθνικών δικαστηρίων: τάση δικαστικoύ «Grexit»;», Μάρτιος 2026, ΝΟΜΑΡΧΙΑ).

Στην υπόθεση C‑293/24, João Filipe Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., το ΔΕΕ, αφού επανέλαβε τις κρίσεις ως προς την έννοια της κατάφωρης παράβασης, κατέληξε στο ότι η συνδρομή των κριτηρίων βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η ευθύνη των κρατών μελών πρέπει, κατ’ αρχήν, να διαπιστώνεται από τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις σχετικές υποδείξεις που έχει παράσχει το ΔΕΕ και παρείχε σχετικές κατευθύνσεις προς το αιτούν δικαστήριο.

Πρώτον, ανατρέχοντας στη νομολογία του, διαπίστωσε ότι υφίστατο ήδη νομολογία που θα μπορούσε να κάνει χρήση το αιτούν δικαστήριο, αφού είχε διαμορφώσει μεθοδολογία για την εκτίμηση της έννοιας της «μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης», την οποία δεν εφάρμοσε το εθνικό δικαστήριο.

Δεύτερον, το εθνικό δικαστήριο παραγνώρισε την ευρεία ερμηνεία της έννοιας της «μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης», όπως είχε ήδη νομολογηθεί από το ΔΕΕ. Κατόπιν τούτων, το ΔΕΕ κατέληξε ότι η απόφαση του Supremo Tribunal de Justiça, από τον συνδυασμό σφαλμάτων ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, ενέχει κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης (σκέψη 92).

Όσον αφορά στην μη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος, διαπίστωσε ότι η διαφορετική προσέγγιση εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου επί του ζητήματος που είχε ήδη απασχολήσει τη νομολογία του ΔΕΕ ασκεί σημαντική επιρροή στην εκτίμηση ως προς την ύπαρξη κατάφωρης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης (σκέψη 101).

Ως προς το κατά πόσο το σφάλμα είναι συγγνωστό, έλαβε υπ’ όψιν το γεγονός ότι, στον κρίσιμο χρόνο, εκκρεμούσε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ και ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi είχε αναπτύξει τις προτάσεις του επί της υπόθεσης Klarenberg, γεγονός που όφειλε να γνωρίζει το εθνικό δικαστήριο. Κατά το ΔΕΕ, στο πλαίσιο της καλόπιστης συνεργασίας, το εθνικό δικαστήριο όφειλε να μην εκδώσει απόφαση πριν εκδοθεί η απόφαση του ΔΕΕ, καταλήγοντας ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί συγγνωστή η εσφαλμένη ερμηνεία του δικαίου (σκέψεις 104 και 105). Πριν εκφέρει τις τελικές του κρίσεις περί κατάφωρης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, το ΔΕΕ υπενθύμισε ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παράβασης και ζημίας, που στη συγκεκριμένη υπόθεση φαίνεται ότι υφίστατο (σκέψη 108).

Μεταφερόμενοι στα δικά μας κατατόπια, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας βρέθηκε αντιμέτωπη με μια «πονεμένη ιστορία», αυτή της υπόθεσης Ζουμπουλίδη. Υπενθυμίζω συνοπτικά ότι, κατόπιν της από 14.12.2006 καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ (Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας, αρ. προσφ. 77574/01), είχε ζητήσει αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την έκδοση της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Με την απόφασή του το ΕΔΔΑ είχε κρίνει ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν εξαιρετικά φορμαλιστική, καταλήγοντας σε απόρριψη της αίτησης αναίρεσης χωρίς να εξετάσει συγκεκριμένους λόγους, επιδικάζοντάς του αποζημίωση 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 500 ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη.

Η αγωγή αποζημίωσης απορρίφθηκε αμετάκλητα με την υπ’ αριθ. 800/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, μεταβάλλοντας την προγενέστερη νομολογία του, έκρινε ότι, ελλείψει ειδικής διάταξης, δεν γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης από παράνομη δικαστική απόφαση λόγω κατάφωρης παραβίασης του εθνικού δικαίου και ότι, πάντως, οι σχετικές διαφορές εμπίπτουν στον κλάδο της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που εξέδωσε τη σχετική απόφαση. Η απόφαση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη νέα καταδίκη της χώρας με την απόφαση «σταθμό» του ΕΔΔΑ της 4.6.2024 (αρ. προσφυγής 57246/21), που εκδόθηκε στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο. 3), αφού η ανασφάλεια δικαίου που προκλήθηκε από τη μεταστροφή της νομολογίας και την έλλειψη νομοθετικού πλαισίου δεν δικαιολογείτο και είχε ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Ειρήσθω εν παρόδω, υπενθυμίζω ότι είχε μεσολαβήσει και έτερη καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ, της 25 Ιουνίου 2009 (αρ. προσφυγής 36963/06), στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο. 2).

Με την υπ’ αριθ. 1279/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι συντρέχουν οι επτά προϋποθέσεις αποδοχής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, εφόσον: α) η ΣτΕ 800/2021 Ολομ. έθεσε τον δυσανάλογο περιορισμό προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο, β) η επανάκριση της υποθέσεως δεν προσκρούει σε καμία διάταξη του Συντάγματος, γ) ούτε σε κάποιον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, δ) ούτε οδηγεί σε παραβίαση άλλης υποχρεώσεως της χώρας από το διεθνές δίκαιο, ούτε παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο, ε) η απόφαση του ΕΔΔΑ παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη, στ) δεν προκύπτουν οψιγενή στοιχεία (αποφάσεις ΕΔΔΑ, ΔΕΕ ή ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου) και ζ) δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, ούτε έχει εκδοθεί νόμος που να θεσπίζει το νομοθετικό πλαίσιο για την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας.

Όσον αφορά στην πέμπτη προϋπόθεση περί επαρκούς αιτιολογίας της απόφασης του ΕΔΔΑ, η απόφαση της Ολομέλειας έρχεται σε συνέχεια των υπ’ αριθ. 950 και 959 αποφάσεων της Επταμελούς Σύνθεσης του Β’ Τμήματος, με την οποία το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν επανεξέτασε υπόθεση, σε συνέχεια καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ, αμφισβητώντας ρητώς τις κρίσεις του. Φαίνεται, λοιπόν, ότι διεξάγεται ένα «bras de fer» μεταξύ Συμβουλίου της Επικρατείας και ΕΔΔΑ και δεν είναι αυτονόητη η δικαίωση του ιδιώτη στα εθνικά δικαστήρια, ακόμη και μετά τη δικαίωση από το ΕΔΔΑ.

Όπερ και συνέβη στην υπόθεση Ζουμπουλίδη, όπου η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε επί της ουσίας την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, κρίνοντας ότι ο Άρειος Πάγος δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα, αφού δεν υφίστατο νομολογία του ΕΔΔΑ ως προς την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης που θα τον υποχρέωνε να αποστεί από την προηγούμενη νομολογία του και μόνη η κρίση του ΕΔΔΑ ότι η προσέγγιση του Αρείου Πάγου επί των προϋποθέσεων παραδεκτού είναι «εξαιρετικά φορμαλιστική» δεν συνιστά πρόδηλο σφάλμα.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενδεχομένως φοβούμενο τη δημιουργία διαφορών με αντικείμενο την ίδια φορμαλιστική προσέγγιση που έχει επιδείξει το ίδιο, ιδίως ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού της αναίρεσης (Τσιώλης κατά Ελλάδας της 19.11.2024, αρ. προσφυγής 51774/17, Αραβαντινός κατά Ελλάδας της 5.5.2026, αρ. προσφυγής 3922/19), περιχαρακώνει τη δικαιοσύνη και τη θέτει στο απυρόβλητο.

Μένει να δούμε αν η κρίση αυτή θα αποτελέσει την ταφόπλακα για την αξίωση αποζημιωτικής ευθύνης για εσφαλμένες δικαστικές αποφάσεις σε υποθέσεις με παρόμοιο πραγματικό ή αν υπάρξει νέα προσφυγή στο ΕΔΔΑ, ανοίγοντας την υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο 4). Ακόμη και αν δεν το επιχειρήσει ή δεν το επιτύχει, οφείλουμε να ευχαριστήσουμε αυτόν και τους εκπροσώπους του για την πλούσια νομολογία που μας έχουν χαρίσει και την επιμονή απέναντι σε ένα άκαμπτο δικαστικό σύστημα.

* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα daily.ng.org και μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ.