ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ: Μετά τη συγγραφή του παρόντος και πριν τη δημοσίευσή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την 14/2025 Πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, έκανε δεκτό αίτημα για πιλοτική δίκη υπόθεσης με γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα, με συνέπειες σε ευρύτερο κύκλο προσώπων και συγκεκριμένα: i) εάν τυγχάνει εφαρμογής σε διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων του Ν. 4412/2016 κατά των ορίων εφαρμογής της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ η νομολογία του ΔΕΕ που αναγνωρίζει έννομο συμφέρον σε οικονομικούς φορείς των οποίων η προσφορά έχει κριθεί απορριπτέα αλλά δεν έχουν αποκλειστεί οριστικά να αμφισβητούν τη νομιμότητα των προσφορών των ανταγωνιστών τους, καθ’ ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 2α παρ. 2 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ η οποία δεν έχει ενσωματωθεί ως προς το σκέλος αυτό στο εθνικό δίκαιο, ή θα πρέπει στις συμβάσεις αυτές να εφαρμόζεται η προγενέστερη εθνική νομολογία, κατά την οποία αναγνωριζόταν έννομο συμφέρον προβολής λόγων που στρέφονταν κατά των προσφορών των ανταγωνιστών μόνο κατ’ επίκληση του ενιαίου μέτρου κρίσης, ii) εάν η διάταξη του άρθρου 2α παρ. 2 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ, ερμηνευόμενη συνδυαστικά με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 4 και 70 παρ. 2 περ. γ’ και δ’ του Ν. 4412/2016 (και τις αντίστοιχες των άρθρων 26 παρ. 4 και 55 παρ. 2 περ. γ’ και δ’ της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ), έχει την έννοια ότι προϋπόθεση για να αναγνωριστεί έννομο συμφέρον σε προσφέροντα να αμφισβητήσει την προσφορά ανταγωνιστών του είναι να έχει υποβάλει παραδεκτή προσφορά, και iii) εάν σε περίπτωση κατά την οποία σε οποιοδήποτε από τα ως άνω ερωτήματα δοθεί η απάντηση ότι δεν αναγνωρίζεται κατ’ αρχήν έννομο συμφέρον στον προσφεύγοντα να προβάλει ισχυρισμούς κατά των προσφορών των ανταγωνιστών ει μη μόνο αν ανατρέψει τον αποκλεισμό του, εφόσον η απόφαση της αναθέτουσας αρχής με την οποία απορρίπτεται η προσφορά ακυρωθεί με το σκεπτικό ότι θα πρέπει να κληθεί αυτός για την παροχή διευκρινίσεων, μπορεί η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. να εξετάσει λόγους της προδικαστικής προσφυγής του που στρέφονται κατά ανταγωνιστή του ή αυτοί προβάλλονται προώρως και θα πρέπει να αναμείνει την οριστική κρίση της αναθέτουσας αρχής σχετικά με την αποδοχή ή μη της προσφοράς του.
Παρατηρήσεις στη ΣτΕ 539/2025 – Η απαρχή μιας νέας νομολογιακής προσέγγισης στο ζήτημα του οριστικού αποκλεισμού
Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος του μη οριστικώς αποκλεισθέντος για πολλούς ήταν τελειωμένο, οριστικοποιημένο και μη επιδεχόμενο καμίας παρέκκλισης. Έως την επέλευση του οριστικού αποκλεισμού, ο προσφέρων δύναται να αμφισβητεί τον αποκλεισμό του, ανεξαρτήτως του λόγου αποκλεισμού, του σταδίου της διαδικασίας και του αριθμού των ανταγωνιστών.
Η σχολιαζόμενη υπ’ αριθ. 539/2025 απόφαση του Στ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ωστόσο, αποσύνδεσε τον οριστικό αποκλεισμό από την αναγνώριση άνευ άλλου τινός εννόμου συμφέροντος, ανοίγοντας έναν νέο διάλογο στο ζήτημα αυτό. Έναν διάλογο που δεν είχε κλείσει, αφού τα θέματα που τέθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας το είχαν προβληματίσει και στο παρελθόν, όταν με την 235/2019 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών είχε υποβάλει το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, το οποίο παρέμεινε αναπάντητο[1]. Με μια καθυστέρηση αρκετών ετών, το Συμβούλιο της Επικρατείας άδραξε την ευκαιρία να απαντήσει το ερώτημα αυτό, χωρίς να στείλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ.
Το ζήτημα που κλήθηκε να επιλύσει το Συμβούλιο της Επικρατείας συνίσταται στο αν ένας προσφέρων, ο οποίος έχει υποβάλει προσφορά που αδυνατεί προδήλως να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της αναθέτουσας αρχής, έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει τη συμμετοχή ανταγωνιστών του. Αν, δηλαδή, ένας οικονομικός φορέας που γνωρίζει προδήλως ότι η προσφορά του δεν πληροί τις τεχνικές προδιαγραφές, μπορεί να επιδιώξει τη ματαίωση του διαγωνισμού.
Αντίστοιχοι προβληματισμοί είχαν τεθεί ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ σε άλλη υπόθεση, αλλά οι ισχυρισμοί της αναθέτουσας αρχής περί αλυσιτέλειας, καταχρηστικότητας και εντέλει έλλειψης εννόμου συμφέροντος είχαν απορριφθεί με επίκληση της πάγιας νομολογίας περί εννόμου συμφέροντος του μη οριστικώς αποκλεισθέντος[2]. Η απόφαση αυτή, που πάντως απέρριψε επί της ουσίας την προσφυγή, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Σε άλλη περίπτωση, πάντως, φαίνεται να προβληματίζει το Συμβούλιο της Επικρατείας ο λόγος απόρριψης της προσφοράς του προσφεύγοντος, χωρίς ωστόσο να καταλήγει σε σχετική με το ζήτημα κρίση, αφού έκρινε ότι η προσφορά είχε κριθεί παραδεκτή από την ίδια την αναθέτουσα αρχή και άρα δεν ετίθετο ζήτημα απώλειας εννόμου συμφέροντος[3].
Η σχολιαζόμενη απόφαση επέφερε τη ρήξη, περιστέλλοντας το έννομο συμφέρον του μη οριστικώς αποκλεισθέντος και εξαρτώντας το από τη φύση των πλημμελειών της προσφοράς σε σχέση με τις ζητούμενες τεχνικές προδιαγραφές. Η απόφαση αυτή παρουσιάζει τριπλό νομικό ενδιαφέρον.
Πρώτον, διότι εισάγει με τρόπο ξεκάθαρο και εκκωφαντικό την κατάχρηση δικαιώματος στο διοικητικό δικονομικό δίκαιο. Η καταχρηστική άσκηση δικονομικού δικαιώματος, που συναντάται ιδίως στην αναγκαστική εκτέλεση του ΚΠολΔ, εμφανίζεται σπανίως στη νομολογία[4] αλλά και στη θεωρία[5], ως περίσταση η οποία στερεί από τον αιτούντα δικαστική προστασία το έννομο συμφέρον προσφυγής στη δικαιοσύνη ή προβολής συγκεκριμένων λόγων. Η διεύρυνση του εννόμου συμφέροντος του μη οριστικώς αποκλεισθέντος ανάγκασε το Συμβούλιο της Επικρατείας να πάρει σαφή θέση και να κρίνει ότι είναι καταχρηστική και μη άξια δικαστικής προστασίας η επιδίωξη μη οριστικώς αποκλεισθέντος οικονομικού φορέα να ματαιωθεί διαγωνισμός, στον οποίο συμμετέχει με προσφορά είδους άσχετου με το φυσικό αντικείμενο της σύμβασης.
Δεύτερον, διότι συνδέει το περιεχόμενο της προσφοράς με την αναγνώριση εννόμου συμφέροντος. Στην υπόθεση αυτή, η αναθέτουσα αρχή προέβαλε ότι η προσφορά που υποβλήθηκε ήταν μη κατάλληλη κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 περ. 46 του Ν. 4412/2016 («προσφορά όταν δεν σχετίζεται με τη σύμβαση και αδυνατεί προδήλως, χωρίς ουσιώδη τροποποίηση, να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της αναθέτουσας αρχής, όπως προσδιορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης») και υποβλήθηκε με μοναδικό στόχο να επιδιωχθεί η ματαίωση της διαγωνιστικής διαδικασίας. Αν και το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν υιοθέτησε την ορολογία ακατάλληλη προσφορά, έκρινε ότι σε περίπτωση επαναπροκήρυξης του διαγωνισμού δεν θα απαιτούνταν απλώς διόρθωση μιας μη αποδεκτής προσφοράς, αλλά θα έπρεπε να υποβληθεί εντελώς διαφορετική προσφορά, ανταποκρινόμενη, πρωτίστως, στο φυσικό συμβατικό αντικείμενο, στην προμήθεια του οποίου θα αποβλέπει ο διαγωνισμός και για τον λόγο αυτό δεν αναγνώρισε έννομο συμφέρον επί τω τέλει ματαίωσης του διαγωνισμού.
Τρίτον, διότι κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι παρέλκει η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, αφού η κρίση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με την ήδη διαμορφωθείσα νομολογία του ΔΕΕ επί του ζητήματος αυτού. Επί της κρίσης αυτής, το γεγονός ότι το ΔΕΕ δεν έχει κρίνει ακόμη επί του ζητήματος δεν απαλλάσσει τον εθνικό δικαστή από την υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, με περιεχόμενο ίδιο με αυτό που είχε ήδη αποστείλει το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθ. 235/2019 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών. Τουναντίον, αν το ζήτημα είχε ήδη κριθεί από το ΔΕΕ, θα παρήλκε η αποστολή προδικαστικού ερωτήματος και εξ αυτού του λόγου παρίστατο εύλογη η αποστολή προδικαστικού ερωτήματος. Η στάση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας εκφράζει την παγιωμένη αποστροφή των εθνικών δικαστηρίων να αποστέλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, αλλά και μια φοβία του Συμβουλίου της Επικρατείας να λάβει την απάντηση που θα επιθυμούσε, μετά την πλήρη ανατροπή που προκάλεσαν οι αποφάσεις του ΔΕΕ επί του ζητήματος. Επί της ουσίας, ο μόνος λόγος που παρήλκε η αποστολή προδικαστικού ερωτήματος συνίσταται στο ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε το αυτονόητο, ότι η υποβολή μίας προσφοράς δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός αναγνώριση εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του προσφέροντος, όταν προκύπτει ότι αυτός έχει εξ αρχής ως μοναδικό στόχο όχι την ανάθεση της σύμβασης, αλλά τη ματαίωση του διαγωνισμού.
Η σχολιαζόμενη απόφαση επιβεβαιώνει απόψεις που είχα εκφράσει κατά το παρελθόν, ήδη από το 2019, σχετικά με τη δυνατότητα επίκλησης της κατάχρησης δικαιώματος ως μέσου άμυνας απέναντι στον οικονομικό φορέα που δεν έχει αποκλειστεί οριστικά, στην περίπτωση που υποβληθεί μεν προσφορά, η οποία όμως προδήλως δεν πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής[6], ως μιας ενστικτώδους ανάγκης πρόταξης του δημοσίου συμφέροντος[7]. Έχοντας εκφράσει την άποψη ότι μια προσφορά που χαρακτηρίζεται ακατάλληλη δεν είναι ικανή για να προσδώσει στον προσφέροντα την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα[8], το Συμβούλιο της Επικρατείας, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, έκανε ένα γενναίο βήμα, αφού δεν έθεσε ως προϋπόθεση για την απώλεια του εννόμου συμφέροντος τον χαρακτηρισμό της προσφοράς ως ακατάλληλης, δηλαδή ως μιας προσφοράς που αποκλίνει από τις προδιαγραφές που θέσπισε η αναθέτουσα αρχή και οι οποίες απορρέουν από εθνικούς και ενωσιακούς κανόνες που συνδέονται με τη δυνατότητα εκτέλεσης της σύμβασης[9], αλλά αρκεί η προσφορά να αποκλίνει ουσιωδώς από τις τεχνικές προδιαγραφές που θέσπισε η αναθέτουσα αρχή.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας συνέδεσε, λοιπόν, την αναγνώριση του εννόμου συμφέροντος ματαίωσης μιας διαγωνιστικής διαδικασίας με το γεγονός ότι η ίδια η προσφορά δεν θα είναι ικανή να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της αναθέτουσας αρχής, εφόσον επαναπροκηρύξει τον ίδιο διαγωνισμό, ει μη μόνο αν τροποποιηθεί ουσιωδώς. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση προσφέροντος που δεν πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής. Η έως σήμερα εθνική νομολογία αναγνωρίζει έννομο συμφέρον σε προσφέροντα σε βάρος του οποίου συντρέχει λόγος αποκλεισμού να αμφισβητήσει την προσφορά ανταγωνιστών του[10].
Η προσέγγιση αυτή όμως είναι επιδεκτική αντιλόγου. Πέραν των απόψεων που έχω εκφράσει σχετικά με την εξομοίωση μιας προσφοράς εκ μέρους ενός προσφέροντος που δεν πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής με ακατάλληλη και τη συνακόλουθη έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης[11], την απάντηση στο ερώτημα αυτό φαίνεται ότι τη δίνουν ευθέως οι διατάξεις των Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, οι οποίες διαφαίνεται ότι δεν αναγνωρίζουν δικαίωμα στον προσφέροντα που υπέβαλε απαράδεκτη (και άρα και ακατάλληλη) προσφορά να αμφισβητήσει την προσφορά των ανταγωνιστών του και την απόφαση ανάθεσης, χωρίς να απαιτείται η προσφυγή στην κατάχρηση δικαιώματος.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 2α της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ[12] προκύπτει ότι ο ενωσιακός νομοθέτης συνδέει την έννοια του ενδιαφερομένου οικονομικού φορέα με τις διατάξεις των ουσιαστικών Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, και συγκεκριμένα με αυτές που ρυθμίζουν το δικαίωμα κοινοποίησης της απόφασης ανάθεσης της δημόσιας σύμβασης και γνωστοποίησης των στοιχείων των λοιπών προσφορών. Αυτονοήτως ένας οικονομικός φορέας στον οποίο η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να κοινοποιήσει την απόφαση ανάθεσης, δεν έχει έννομο συμφέρον να την προσβάλει. Ομοίως ένας οικονομικός φορέας στον οποίο δεν υφίσταται υποχρέωση γνωστοποίησης των στοιχείων των προσφορών των λοιπών υποψηφίων, δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει τις προσφορές των λοιπών διαγωνιζομένων.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 2 του Ν. 4412/2016[13], η οποία ενσωματώνει τη διάταξη του άρθρου 55 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, προκύπτει η υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να γνωστοποιήσει τα στοιχεία των προσφορών των διαγωνιζομένων μόνο σε όσους διαγωνιζομένους έχουν υποβάλει παραδεκτή προσφορά[14]. Εξ αντιδιαστολής, δεν υφίσταται υποχρέωση γνωστοποίησης των στοιχείων των προσφορών σε διαγωνιζομένους που δεν έχουν υποβάλει παραδεκτή προσφορά. Και τούτο είναι εύλογο, διότι, κατά την αντίληψη του ενωσιακού νομοθέτη, ο προσφέρων που υπέβαλε απαράδεκτη προσφορά δεν συγκαταλέγεται στον κύκλο των προσώπων που ενδιαφέρονται για την ανάθεση της σύμβασης. Άρα, προϋπόθεση για να εξεταστούν οι λόγοι που αφορούν στην προσφορά ανταγωνιστή είναι η προηγούμενη αποδοχή της προσφυγής κατά το σκέλος της απόρριψης της προσφοράς του αποκλεισθέντος οικονομικού φορέα.
Ο σκοπός τους νομοθέτη να στερήσει το έννομο συμφέρον από τους προσφέροντες που υπέβαλαν απαράδεκτη προσφορά προκύπτει και από την αιτιολογική σκέψη 82 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, η οποία παραπέμπει στην Οδηγία 89/665/ΕΟΚ, στο τελευταίο εδάφιο της οποίας αναφέρεται ότι για να διασφαλιστεί η αναγκαία διαφάνεια στο πλαίσιο των διαδικασιών προμήθειας για τις οποίες διεξάγονται διαπραγματεύσεις και διάλογος με προσφέροντες, οι προσφέροντες που έχουν υποβάλει παραδεκτή προσφορά θα πρέπει, εντός των ίδιων προθεσμιών, να μπορούν να ζητούν πληροφορίες για τη διεξαγωγή και την πρόοδο της διαδικασίας. Εκ της ως άνω διατύπωσης προκύπτει σαφέστατα ότι οι προσφέροντες που δεν υπέβαλαν παραδεκτή προσφορά δεν έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση της διαδικασίας, πόσω μάλλον να επιδιώκουν την απόρριψη προφορών των ανταγωνιστών τους.
Σε άλλη περίπτωση, το ΔΕΕ[15], εξετάζοντας υπόθεση που εφαρμοζόταν ο δημοσιονομικός κανονισμός (σχετικά με τις συμβάσεις που συνάπτουν τα όργανα της ΕΕ), έκρινε ότι, εφόσον ένας προσφέρων, ο οποίος δεν βρίσκεται σε κατάσταση αποκλεισμού και πληροί τα κριτήρια επιλογής, ζητεί εγγράφως και αιτιολογημένα από την αναθέτουσα αρχή να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους δεν θεώρησε την επιλεγείσα προσφορά ασυνήθιστα χαμηλή, η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να παράσχει λεπτομερή απάντηση. Με την κρίση αυτή τέθηκε ως προϋπόθεση για την αναγνώριση εννόμου συμφέροντος κοινοποίησης της απόφασης ανάθεσης η μη συνδρομή λόγων αποκλεισμού και η πλήρωση των κριτηρίων επιλογής, ήτοι η υποβολή παραδεκτής προσφοράς. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το ΔΕΕ, χωρίς να το κρίνει με πανηγυρικό τρόπο, αφού δεν ήταν αυτό το αντικείμενο της υπόθεσης, έχει συνδέσει το έννομο συμφέρον με την υποβολή παραδεκτής προσφοράς.
Τα ως άνω έχουν γίνει αδιαμφισβήτητα δεκτά και από το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ[16], το οποίο, ερμηνεύοντας τις αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, έκρινε ότι ο σκοπός των διατάξεων έγκειται στο να παρασχεθεί η δυνατότητα στον διαγωνιζόμενο, του οποίου η προσφορά εισήλθε στο στάδιο που προηγείται της αναθέσεως του αντικειμένου της συμβάσεως, υποβλήθηκε σε σύγκριση προς τις λοιπές προσφορές και κρίθηκε ως λιγότερο συμφέρουσα, να επαληθεύσει αν η σύγκριση πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο ορθό και ενδεχομένως να την αμφισβητήσει. Αντιθέτως, όταν η απόρριψη της προσφοράς επέρχεται πριν το στάδιο της αναθέσεως, εξ ορισμού δεν αποτελεί συνέπεια της συγκρίσεως με την προσφορά που επελέγη και άρα δεν απαιτείται η γνωστοποίηση στοιχείων για την επιλεγείσα προσφορά. Η υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεν αποβλέπει στο να παράσχει στον προσφέροντα τη δυνατότητα να επαληθεύσει τη συμμόρφωση όλων των άλλων προσφορών προς τα κριτήρια αποκλεισμού και επιλογής και προς το αντικείμενο της συμβάσεως. Υπό το σκεπτικό αυτό, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση που η προσφορά ενός διαγωνιζομένου απορρίπτεται πριν από το στάδιο που προηγείται της αποφάσεως περί αναθέσεως του αντικειμένου της συμβάσεως, οπότε δεν συγκρίνεται προς τις λοιπές προσφορές, το έννομο συμφέρον του εν λόγω διαγωνιζομένου να προσβάλει την απόφαση περί αναθέσεως προϋποθέτει την ακύρωση της αποφάσεως που απορρίπτει την προσφορά του.
Εκ των ως άνω διαφαίνεται μια σύνδεση του εννόμου συμφέροντος εκ μέρους ενός προσφέροντος με την υποβολή παραδεκτής προσφοράς. Άλλοις λόγοις, η υποβολή προσφοράς από μόνη της δεν αρκεί για να συνδέσει τον διαγωνιζόμενο με τη διαγωνιστική διαδικασία σε σημείο που να μπορεί να επιδιώξει τη ματαίωσή της.
Η νέα νομολογιακή προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας ανοίγει νέα δικονομικά μονοπάτια στο ζήτημα της σύνδεσης εννόμου συμφέροντος αφενός με το περιεχόμενο της προσφοράς και αφετέρου με την κατάχρηση δικαιώματος. Αποτελεί ένα φραγμό στην, κατά τον Ν. Μαρκόπουλο, ηθική «του ελεύθερου σκοπευτή», που επιδιώκεται με κάθε μέσο και στρεψοδικία η εξόντωση κάθε ανταγωνιστή και εν τέλει και του ίδιου του διαγωνισμού, ώστε να προκηρυχθεί ο επαναληπτικός[17].
Ο διάλογος, όμως, αυτός δεν φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί καθώς ψήγματα της νομολογίας του ΔΕΕ περιορίζουν έτι περαιτέρω το έννομο συμφέρον στους προσφέροντες που έχουν υποβάλει παραδεκτή προσφορά. Μια τέτοια προσέγγιση θα οδηγήσει, εκ των πραγμάτων, σε σημαντικό περιορισμό του εννόμου συμφέροντος και μερική επαναφορά της νομολογίας στην προτέρα κατάσταση, αφού μόνο όσοι οικονομικοί φορείς αποδεικνύουν ότι υπέβαλαν παραδεκτή, κατάλληλη και σχετική με το αντικείμενο προσφορά θα μπορούν να επιδιώκουν τη ματαίωση του διαγωνισμού. Απομένει να δούμε αν η εθνική νομολογία θα επεκτείνει τη νέα νομολογιακή προσέγγιση και στις απαράδεκτες προσφορές ή αν θα τεθεί σχετικό ερώτημα στο ΔΕΕ για την οριστική επίλυση του ζητήματος. Αν η αχτίδα φωτός που άνοιξε η ΣτΕ 1339/2024, και την οποία μετέτρεψε σε πηγή φωτός η ΣτΕ 539/2025, θα οδηγήσει σε μία νέα απόφαση που θα διαφωτίσει ακόμη περισσότερο το ζήτημα του οριστικού αποκλεισμού.
[1] Απόφαση ΔΕΕ της 24ης Μαρτίου 2021, C-771/19, NAMA Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές Α.Ε., σκέψη 38.
[2] ΕΑΔΗΣΥ 373/2024, σκέψη 6.
[3] ΣτΕ 1339/2024, σκέψη 15.
[4] ΔΕφΠειρ 1371/2009, κατά την οποία «σε περίπτωση που συγκεκριμένη διοικητική πράξη έχει ήδη χρησιμοποιηθεί αυτοβούλως και ανεπιφυλάκτως χωρίς εξαναγκασμό, από εκείνον που αφορά, προκειμένου αυτός να ρυθμίσει την προσωπική του κατάσταση, βάσει δε αυτής της πράξης έχει δημιουργηθεί πραγματική και νομική κατάσταση, την οποία δεν επιδιώκει να ανατρέψει ούτε αμφισβητεί ο ενδιαφερόμενος, τυχόν άσκηση εκ μέρους του μεταγενέστερης αγωγής με την οποία, επικαλούμενος παρανομία αυτής ερευνητέα παρεμπιπτόντως, επιδιώκει την επιδίκαση αποζημιώσεως, είναι καταχρηστική ως αντιτιθέμενη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, καθόσον από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του προκύπτει αποδοχή τη διοικητικής πράξης».
[5] Σπ. Βλαχόπουλος, Εισήγηση στo επιμορφωτικό πρόγραμμα της ΕΣΔΙ (Οκτώβριος 2020) με θέμα «Αόριστες νομικές έννοιες στο δημόσιο δίκαιο», θέμα: «Η κατάχρηση δικαιώματος στη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων», κατά τον οποίο είναι υποστηρίξιμο ότι πάγιες νομολογιακές παραδοχές για το παραδεκτό των ενδίκων βοηθημάτων στηρίζονται ουσιαστικά (έστω και εάν αυτό δεν εκφράζεται ρητώς) στην απαγόρευση της καταχρηστικής δικονομικής συμπεριφοράς. Η παρατήρηση αυτή θα μπορούσε, λ.χ., να διατυπωθεί για την απώλεια του εννόμου συμφέροντος προς προσβολή μιας διοικητικής πράξης την οποία έχει αποδεχθεί ο αιτών (περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς εκ μέρους του διοικουμένου) ή για την αλυσιτελή προβολή λόγων ακύρωσης που ανάγονται στη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του διοικητικού οργάνου, όταν η προσβαλλόμενη πράξη εκδίδεται κατά δέσμια αρμοδιότητα (ΣτΕ 530/2003 Ολομ.), ή για το τεκμήριο γνώσης μιας διοικητικής πράξης μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την έκδοσή της και παρά το εύλογο ενδιαφέρον του αιτούντος (περίπτωση αδιαφορίας και όψιμης ενεργοποίησης του αιτούντος).
[6] Β. Χατζηγιαννάκης, Το έννομο συμφέρον προσφέροντος σε διαδικασία σύναψης. δημόσιας σύμβασης – Η έννοια του οριστικώς αποκλεισθέντος, ΕΔΔΔ 2019.14.
[7] Β. Χατζηγιαννάκης, σχόλιο στην 5-9/2019 ΔΕΚ C-333/2018, ΤΝΠ NOMOS, 753446.
[8] Την άποψή μου αυτή ανέπτυξα στην εισήγησή μου στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Νομικής Βιβλιοθήκης για τις δημόσιες συμβάσεις που πραγματοποιήθηκε στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 2024 και στο άρθρο με τίτλο «Το έννομο συμφέρον στο στάδιο αξιολόγησης των προσφορών – Μία αχτίδα φωτός στο τούνελ του οριστικού αποκλεισμού», ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 11/2024, σελ. 1008 – 1012.
[9] Απόφαση ΔΕΚ της 4ης Ιουνίου 2009, C–250/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας, EU:C:2009:338, σκέψη 42.
[10] ΣτΕ 1508/2024, βλ. και ΕΑΔΗΣΥ 539/2025, σκέψη 7.
[11] Β. Χατζηγιαννάκης, Το έννομο συμφέρον στο στάδιο αξιολόγησης των προσφορών – Μία αχτίδα φωτός στο τούνελ του οριστικού αποκλεισμού», ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 11/2024, σελ. 1008 – 1012.
[12] «Οι προσφέροντες θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι εφόσον δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά. Ο αποκλεισμός είναι οριστικός εφόσον έχει κοινοποιηθεί στους ενδιαφερομένους προσφέροντες και έχει θεωρηθεί νόμιμος από ανεξάρτητο όργανο προσφυγής ή, εάν δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή. Οι υποψήφιοι θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι αν η αναθέτουσα αρχή δεν έχει παράσχει πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της αίτησής τους πριν από την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες. Η κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης σε όλους τους ενδιαφερομένους προσφέροντες και υποψήφιους συνοδεύεται από: – συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων κατά το άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 41 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, και – σαφή δήλωση της επακριβούς ανασταλτικής προθεσμίας που ισχύει σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας παραγράφου.»
[13] «Κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων υποψηφίων ή προσφερόντων, οι αναθέτουσες αρχές γνωστοποιούν το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την παραλαβή γραπτής αίτησης: α) σε κάθε απορριφθέντα υποψήφιο, τους λόγους απόρριψης της αίτησης συμμετοχής του, β) σε κάθε απορριφθέντα προσφέροντα, τους λόγους απόρριψης της προσφοράς του, στις δε περιπτώσεις που αναφέρονται στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 54, περί τεχνικών προδιαγραφών, αιτιολογούν επίσης την απόφασή τους περί μη ισοδυναμίας των λύσεων ή την απόφασή τους ότι τα έργα, τα αγαθά ή οι υπηρεσίες δεν εκπληρώνουν τις απαιτήσεις περί επίδοσης ή λειτουργίας, γ) σε κάθε προσφέροντα που έχει υποβάλει παραδεκτή προσφορά, τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, καθώς και το όνομα του αναδόχου ή των συμβαλλομένων μερών της συμφωνίας-πλαίσιο, δ) σε κάθε προσφέροντα που έχει υποβάλει παραδεκτή προσφορά, τη διεξαγωγή και την πρόοδο των διαπραγματεύσεων και του διαλόγου με τους προσφέροντες.».
[14] Απόφαση ΔΕΕ της 17ης Νοεμβρίου 2022, C‑54/21, Antea Polska S.A., EU:C:2022:385, σκέψη 61.
[15] Απόφαση ΔΕΕ της 11ης Μαΐου 2023, C‑101/22 P, Επιτροπή κατά Sopra Steria Benelux, EU:C:2023:396, σκέψη 80.
[16] Απόφαση ΓΔΕΕ της 13ης Σεπτεμβρίου 2011, Τ-8/09, Dredging International και Ondernemingen Jan de Nul κατά EMSA, EU:T:2011:461.
[17] Ν. Μαρκόπουλος, «Το έννομο συμφέρον αποκλεισθέντος οικονομικού φορέα για την προσβολή πράξεων της διαγωνιστικής διαδικασίας αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων», σε:
https://www.esdi.gr/nex/images/stories/pdf/epimorfosi/2018/markopoulos_Oktober2018.pdf, πρόσβαση 27.11.2024.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 6/2025, σελ. 558-562.