Νομολογιακές εξελίξεις – Μάιος 2026
Επισκόπηση της νομολογίας από το Βασίλη Χατζηγιαννάκη
Δημόσιες συμβάσεις
ΕλΣυν 402/2026 7ο Τμ: Ερμηνεία/εφαρμογή προαιρετικών λόγων αποκλεισμού (άρθρο 73 ν. 4412/2016): αρχές ίσης μεταχείρισης, διαφάνειας και αναλογικότητας· διάκριση (α) σοβαρής/επαναλαμβανόμενης πλημμέλειας εκτέλεσης προηγούμενης σύμβασης και (β) απόκρυψης πληροφοριών/ανακριβών δηλώσεων στο ΕΕΕΣ. Επίδραση ρύθμισης «κυρώσεων ήσσονος αξίας»: κυρώσεις έως 2% δεν τεκμαίρονται ως σοβαρή πλημμέλεια και η παράλειψη δήλωσής τους στο ΕΕΕΣ κατ’ αρχήν δεν θεμελιώνει απόκρυψη, εκτός αν ζητείται από τη διακήρυξη· δεν θεσπίζεται αμάχητο τεκμήριο σοβαρότητας για κυρώσεις άνω του 2%. Ζήτημα νομιμότητας αποκλεισμού: η αναθέτουσα αρχή απέκλεισε οικονομικούς φορείς λόγω ανακριβούς δήλωσης στο ΕΕΕΣ περί προηγούμενων κυρώσεων, αντιμετωπίζοντας την ανακρίβεια ως αυτοτελή και αυτόματο λόγο αποκλεισμού. Υποχρέωση ειδικής και πλήρους αιτιολογίας: η αναθέτουσα αρχή όφειλε να εκτιμήσει πρωτογενώς και αιτιολογημένα (i) αν οι κυρώσεις συνιστούν σοβαρή/επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια και (ii) αν η μη δήλωσή τους συνιστά σοβαρή απόκρυψη ικανή να επηρεάσει την απόφαση, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Ουσιώδης πλημμέλεια διαδικασίας: η παράλειψη της αναθέτουσας αρχής να προβεί σε ρητή και ειδική εκτίμηση/αιτιολογία πλήττει την ακεραιότητα της διαδικασίας και οδηγεί σε κώλυμα υπογραφής για τα επίμαχα τμήματα. Το Κλιμάκιο δεν μπορεί υποκαθιστώντας την αναθέτουσα αρχή στην άσκηση της αρμοδιότητάς της να κρίνει το πρώτον εάν συντρέχει ή όχι λόγος αποκλεισμού. (πηγή: www.qualex.gr).
ΕλΣυν 401/2026 7ο Τμ: Ζήτημα διαδικασίας διευκρινίσεων μέσω ΕΣΗΔΗΣ και πότε απαιτείται «διορθωτικό» και τήρηση των πλήρων διατυπώσεων δημοσιότητας (συμπεριλαμβανομένης δημοσίευσης σε επίπεδο ΕΕ) και αντίστοιχη παράταση προθεσμιών. Ζήτημα κριτηρίων ποιοτικής επιλογής: μεταβολή του χρονικού σημείου στο οποίο απαιτείται να είναι σε ισχύ τα πιστοποιητικά (ISO κ.λπ.)-κρίνεται ότι συνιστά «σημαντική αλλαγή» (κατ’ αρχήν απαιτούσα δημοσιότητα όπως η αρχική προκήρυξη). Ζήτημα ουσιώδους πλημμέλειας: παρά τη μη δημοσίευση της αλλαγής σε επίπεδο ΕΕ, κρίνεται ότι, εν προκειμένω, δεν πλήττεται η αντικειμενική ακεραιότητα της διαδικασίας λόγω των συγκεκριμένων περιστάσεων (εθνική δημοσιότητα, πρόσβαση/ενημέρωση μέσω ΕΣΗΔΗΣ, τοπικός χαρακτήρας, επαρκής ανταγωνισμός). Ζήτημα οικονομικής προσφοράς: διευκρίνιση κατανομής ημερών (εργάσιμες/Σάββατα/Κυριακές/αργίες) για υπηρεσίες μικρότερες των 365 ημερών-κρίνεται ως απλή μαθηματική αναγωγή/διευκρίνιση, όχι σημαντική τροποποίηση, χωρίς ανάγκη πλήρων διατυπώσεων δημοσιότητας. (πηγή: www.qualex.gr).
ΕλΣυν 448/2026 7ο Τμ: Χρονικά όρια και προληπτικός χαρακτήρας του προσυμβατικού ελέγχου. Απαράδεκτο προσυμβατικού ελέγχου επί συμβατικών ρυθμίσεων που αφορούν ήδη εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες. Εξαιρετικός εκ των υστέρων έλεγχος μόνον επί βάσει ειδικής νομοθεσίας και υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Έννοια της «ουσιώδους/ουσιαστικής τροποποίησης» για σκοπούς υποβολής σε προσυμβατικό έλεγχο· διάκριση μεταξύ ουσιώδους τροποποίησης και εκτέλεσης σαφούς, ακριβούς και ρητής ρήτρας αναθεώρησης. Ζήτημα 1 (παράταση χρόνου): η μετατόπιση του συμβατικού χρονικού ορίου συνιστά τροποποίηση· γενική αναφορά σε διατάξεις νόμιμης παράτασης δεν αποτελεί σαφή/ακριβή/ρητή ρήτρα αναθεώρησης που αποκλείει τον έλεγχο. Ζήτημα 2 (πρόσθετο αντικείμενο/αύξηση τιμής): έλεγχος απαράδεκτος λόγω μερικής προηγούμενης εκτέλεσης· επιχειρήματα επείγοντος/δημόσιας υγείας/ασφάλειας δεν δύνανται να παρακάμψουν τον κανόνα ελλείψει ειδικής νομοθετικής βάσης εφαρμοστέας σε αυτόν τον τύπο συμβολαίου. (πηγή: www.qualex.gr).
Διοικητικό δίκαιο
ΔΕΕ [Τμ.Μειζ.Συνθ.], απόφ. 7.5.2026, C-747/22, INPS: : Το «εισόδημα του πολίτη» (κοινωνικές παροχές συνοδευόμενες από μηχανισμό επαγγελματικής ένταξης) το οποίο λάμβανε αλλοδαπός δικαιούχος επικουρικής προστασίας στην Ιταλία ανακλήθηκε μετά από διοικητικό έλεγχο ο οποίος αποκάλυψε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν πληρούσε την προβλεπόμενη από το ιταλικό δίκαιο προϋπόθεση διαμονής τουλάχιστον δέκα ετών στο έδαφος της χώρας. Ο ίδιος προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον ιταλικού δικαστηρίου, το οποίο απευθύνθηκε στο Δικαστήριο ζητώντας να διευκρινιστεί αν η εν λόγω προϋπόθεση συνιστά έμμεση διάκριση εις βάρος των αλλοδαπών. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η χορήγηση του εισοδήματος του πολίτη διέπεται από την αρχή της ισότητας μεταξύ των δικαιούχων διεθνούς προστασίας και των υπηκόων του οικείου κράτους μέλους, όσον αφορά τόσο την πρόσβαση στην απασχόληση όσο και το δικαίωμα σε ένα ελάχιστο εισόδημα. Μολονότι η ανωτέρω προϋπόθεση εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εντούτοις πλήττει κυρίως τους αλλοδαπούς. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι η χορήγηση του εισοδήματος του πολίτη συνεπάγεται, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, σημαντική διοικητική και οικονομική επιβάρυνση. Πρόκειται, επομένως, για έμμεση διάκριση που απαγορεύεται από το δίκαιο της Ένωσης. (πηγή: infocuria.curia.europa.eu).
ΣτΕ Ολ. 535/2026: Το δικαίωμα πρόσβασης του ενδιαφερομένου στις πληροφορίες του φακέλου δύναται, κατ’ εξαίρεση, να υπόκειται σε περιορισμούς, μετά από στάθμιση μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, και, αφετέρου, συμφερόντων που άπτονται της εθνικής ασφάλειας και μπορούν να δικαιολογήσουν την μη κοινοποίηση στοιχείων του φακέλου, όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών ή των πηγών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια ή την ασφάλεια των οργανισμών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες. Η εξαίρεση είναι επιτρεπτή υπό αυστηρές, διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις. Η παρ. 4 του άρθρου 76 του ν. 4939/2022, η οποία δεν θεσπίζει απόλυτη απαγόρευση γνωστοποίησης πληροφοριών σχετιζόμενων με την εθνική ασφάλεια, όταν το καθεστώς πρόσφυγος ανακαλείται, κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ιδίου νόμου, με την αιτιολογία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του Κράτους, είναι συμβατή με το άρθρο 23 παρ. 1 της οδηγίας 2013/32. Όταν το αρμόδιο όργανο ανακαλεί το καθεστώς πρόσφυγος, με την αιτιολογία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας “συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια”, δύναται να εκδίδει ταυτοχρόνως και απόφαση επιστροφής, στην απόφαση δε αυτή απαιτείται να προσδιορίζεται, μεταξύ των τρίτων χωρών, εκείνη προς την οποία πρέπει να απομακρυνθεί ο υπήκοος τρίτης χώρας. Το ως άνω όργανο οφείλει, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης επιστροφής, να τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης. Η αρχή της μη επαναπροώθησης πρέπει, εξ άλλου, να τηρείται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής, και συνεπώς την ίδια υποχρέωση έχει τόσο η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών, όσο και οι αστυνομικές αρχές κατά την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής. Σε κάθε στάδιο της διαδικασίας η κρίση πρέπει να είναι εξατομικευμένη και επίκαιρη. Την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης υποχρεούται να διασφαλίζει και το αρμόδιο δικαστήριο. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, οι διατάξεις του ν. 3907/2011 και άρθρου 100 παρ. 10 του ν. 4939/2022 δεν έρχονται σε αντίθεση προς το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115. (πηγή: www.adjustice.gr).
ΣτΕ 159/2026 Γ’ Τμ: Συγκρότηση Διοικητικού Συμβουλίου ΕΟΠΥΥ – Διαχρονικό δίκαιο. Αντικείμενη στο Σύνταγμα η κατάργηση συμμετοχής εκπροσώπου των συνταξιούχων στο ΔΣ του ΕΟΠΥΥ, ως παρακωλύουσα την άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Παραπομπή στην Ολομέλεια. (πηγή: www.qualex.gr).
ΕλΣυν 336/2026 Τμ.2ο: Αιτιολογία καταλογιστικών αποφάσεων∙ η δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής και οι προϋποθέσεις άσκησης αυτής (αρμόδιο όργανο, προθεσμία και συνέπειες) δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων για το κύρος μίας ατομικής δυσμενούς καταλογιστικής πράξης∙ με βάση τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 16 παρ. 1, εδ. β’ ΚΔιοικΔιαδ, η μνεία της δυνατότητας άσκησης διοικητικής προσφυγής και οι προϋποθέσεις άσκησης αυτής αναφέρεται ειδικώς στις περιπτώσεις, όπου προβλέπεται εκ του νόμου η άσκηση ειδικής ή ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής κατά της εκδοθείσας ατομικής διοικητικής πράξης και όχι στις λοιπές περιπτώσεις, όπου προβλέπεται κατ’ αυτής απευθείας η άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, ενώ, άλλωστε, από καμία διάταξη νόμου δεν απαιτείται να περιλαμβάνεται στο σώμα των καταλογιστικών πράξεων η δυνατότητα άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή μέσου. Νόμιμες οι προσβαλλόμενες καταλογιστικές αποφάσεις, εφόσον αναφέρουν τον αριθμό και την ημερομηνία σύνταξής τους, φέρουν την υπογραφή του εκδώσαντος οργάνου, εκτίθενται στο σώμα αυτών συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα των εκκαλούντων ως αχρεωστήτως λαβόντων, το ύψος του ελλείμματος και τον τρόπος υπολογισμού της χρηματικής διαφοράς των αποδοχών που οι εν λόγω υπάλληλοι εισέπραξαν λόγω της εσφαλμένης κατάταξής τους σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και ανώτερη κατηγορία εκπαίδευσης, σε σχέση με αυτές που θα έπρεπε να έχουν λάβει, ενώ προσδιορίζεται και το χρονικό διάστημα που αφορούν τα επιπλέον ποσά των αχρεωστήτως ληφθεισών αποδοχών∙ εξάλλου, η αιτιολογία νομίμως συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου και, ιδίως, από τις σχετικές αποφάσεις περί μισθολογικής επανακατάταξης και χορήγησης αναδρομικά των ορθών μισθολογικών κλιμακίων, καθώς και τις αναλυτικές καταστάσεις των αποδοχών αρχικής και ορθής επανακατάταξης και της χρηματικής διαφοράς αυτών, ανά μήνα, έτος και συνολικά για το ένδικο χρονικό διάστημα, οι οποίες (αναλυτικές καταστάσεις) συγκοινοποιήθηκαν στους εκκαλούντες. (πηγή: www.sakkoulas-online.gr).
ΣτΕ 1944/2025 Στ’: Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ, το ύψος του επιδικαζόμενου χρηματικού ποσού δεν συναρτάται με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, αλλά καθορίζεται σε εύλογο ύψος με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στη μελλοντική εξέλιξη του παθόντος και την ηλικία αυτού, κατόπιν συνεκτίμησης και του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατ’ άρθρο 932 του ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της εύλογης αποζημίωσης του άρθρου 931 του ΑΚ δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δοθέντος ότι σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Κατ’ εξαίρεση, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης αυτής αποζημίωσης υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση του άρθρου 931 του ΑΚ και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται το άρθρο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια παραβίαση υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπερβαίνει τα άκρα όρια της διακριτικής εξουσίας του, η οποία διαγράφεται από τις εν λόγω διατάξεις με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που απορρέουν από το άρθρο 931 του ΑΚ. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 932 του ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της εξουσίας που του παρέχεται με τις διατάξεις αυτές, επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση και καθορίζει το εύλογο ποσό αυτής, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (όπως ιδίως το είδος και τις συνθήκες τέλεσης της παρανομίας, το είδος, τη βαρύτητα και τις συνέπειες της προσβολής, την ηλικία του παθόντος, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτού, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Το ύψος της χρηματικής αυτής ικανοποίησης δεν συναρτάται, κατ’ αρχήν, προς τη συγκεκριμένη, κάθε φορά, περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ούτε το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος των ανωτέρω νομικών προσώπων επιδρά στον καθορισμό του ύψους αυτής. Επομένως, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) που επιδικάζεται σε βάρος του Δημοσίου ή του νπδδ, η περιουσιακή ή δημοσιονομική κατάσταση αυτού μη νομίμως λαμβάνεται υπόψη είτε ως μειωτικός είτε ως αυξητικός παράγοντας (πηγή: www.qualex.gr).
ΕλΣυν 287/2026 10ο Τμ: Το ΕλΣυν, όταν δικάζει διαφορές από δημοσιονομική διόρθωση υπόχρεης σε δημόσια λογοδοσία επιχείρησης, προβαίνει, όταν δεν υπάρχει ρητή αντίθετη νομοθετική διάταξη ή απόφαση δικαστηρίου άλλου δικαιοδοτικού κλάδου, η οποία να παράγει σχετικό δεδικασμένο, σε παρεμπίπτουσα έρευνα του κύρους και της νομιμότητας σχετικής διοικητικής πράξης (απόφασης), όπως η απόφαση ανάκλησης της απόφασης ένταξης ενίσχυσης στην σχετική συγχρηματοδοτούμενη Πράξη, ακόμη και αν αυτή εμπίπτει καταρχήν στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού κλάδου και έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτοτελούς δικαστικής προσβολής της, με αποτέλεσμα η πράξη αυτή να έχει εξοπλιστεί με το τεκμήριο νομιμότητας, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο∙ παράλληλα παρέχεται και έρεισμα για σχετική αγωγική αξίωση κατά του παθητικώς νομιμοποιούμενου υπέρ ου η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης προσώπου (Ελληνικού Δημοσίου ή/και άλλου δημόσιου νομικού προσώπου) στην περίπτωση παρεμπίπτουσας δικαστικής αναγνώρισης της μη νομιμότητας της οικείας απόφασης απένταξης (ανάκλησης της απόφασης ένταξης της σχετικής ενίσχυσης). (πηγή: www.sakkoulas-online.gr).
ΕλΣυν 537/2026 2ο Τμ: Δημόσιοι υπόλογοι θεωρούνται όχι μόνο όσοι έχουν τυπικά οριστεί να εισπράττουν δημόσια έσοδα, αλλά και όσοι ασκούν εν τοις πράγμασι διαχείριση χρημάτων του Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. Η ευθύνη τους για διαχειριστικό έλλειμμα θεμελιώνεται όταν αυτό προκλήθηκε από δόλο ή αμέλεια, ενώ η υπαιτιότητα τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση έλλειψης χρημάτων. Εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας βάσει του ύψος του καταλογισμού, του βαθμού υπαιτιότητας της εκκαλούσας, τις συνθήκες λειτουργίας της υπηρεσίας και την οικονομική της κατάσταση. (πηγή: www.qualex.gr).
ΕλΣυν Ολ 286/2026: Δημοσιονομική διόρθωση με ανάκτηση. Αποκλίσεις του φυσικού αντικειμένου του έργου σε σχέση με το προβλεπόμενο στους όρους της συγχρηματοδότησης. Μη λειτουργικότητα του έργου. Νόμιμη η δημοσιονομική διόρθωση 100%. (πηγή: www.qualex.gr).
ΕλΣυν Ολ 279/2026: Έλλειμμα στη διαχείριση Δήμου. Δημοσιονομική ευθύνη πρώην Δημάρχου. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται κατ’ αρχήν από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, καθ’ ο μέρος αφορά, αποκλειστικά, στα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η ενοχή του δράστη, εφόσον, πάντως, η δημοσιονομική ευθύνη στηρίζεται και προϋποθέτει τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά. Η υποχρέωση, ωστόσο, αυτή του Δικαστηρίου δεν εξικνείται μέχρι του σημείου πλήρους υποκατάστασης της κρίσεως αυτού ως προς την επίλυση της δημοσιονομικής διαφοράς, διότι ως φυσικός δημοσιονομικός δικαστής δύναται να αξιολογεί τα πραγματικά αυτά περιστατικά ή να συνεκτιμά, ενδεχομένως, και άλλα, επί πλέον αυτών, υπό το πρίσμα της στοιχειοθέτησης της δημοσιονομικής ευθύνης, κατά τρόπο μάλιστα διαφορετικό από ό, τι εκτιμήθηκαν από το ποινικό δικαστήριο ως προς την ποινική ενοχή. (πηγή: www.qualex.gr).
ΣτΕ 498/2026: Ακόμη και μετά την ίδρυση του ΚΕΑΟ, η ταμειακή βεβαίωση και η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης δεν επιτρέπονται πριν παρέλθει η προθεσμία άσκησης ένστασης ή, αν έχει ασκηθεί ένσταση, πριν ολοκληρωθεί η σχετική διοικητική διαδικασία. Η αντίθετη ερμηνεία θα έθιγε το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 ΕΣΔΑ (μειοψ.). Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος. (πηγή: www.qualex.gr).
ΜΔΠρΠειρ 997/2026: Υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: 1) Η προβλεπόμενη από το άρθρο 14 παρ. 1 στοιχείο γ΄ της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, φορολογική απαλλαγή των ενεργειακών προϊόντων που διατίθενται προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα για τη ναυσιπλοΐα στα ύδατα της Ένωσης, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνονται σε αυτήν και τα καύσιμα που καταναλώνονται κατά τη συντήρηση ή επισκευή του πλοίου σε ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη; 2) Η υπαγωγή ή μη στην ως άνω φορολογική απαλλαγή των ενεργειακών προϊόντων που καταναλώνονται κατά τη συντήρηση ή επισκευή του πλοίου σε ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, δύναται να εξαρτάται από τις περιστάσεις της εκάστοτε συγκεκριμένης περίπτωσης, συναρτώμενες ιδίως από το αν η συντήρηση ή επισκευή του πλοίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτέλεση εν συνεχεία συγκεκριμένου εμπορικού πλου υπαγόμενου στην ανωτέρω φοροαπαλλαγή; 3) Στην περίπτωση που στις εθνικές διοικητικές αρχές και δευτερογενώς στο διοικητικό δικαστή, καταλείπεται πεδίο περιπτωσιολογικής εκτίμησης για την υπαγωγή στην ένδικη φορολογική απαλλαγή των ενεργειακών προϊόντων που καταναλώνονται κατά τη συντήρηση ή επισκευή του πλοίου σε ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, το βάρος απόδειξης της συνδρομής των ανωτέρω περιστάσεων φέρει η οικονομική οντότητα που αιτείται την απαλλαγή, οι αρμόδιες εθνικές αρχές ή ο προσδιορισμός τους βάρους απόδειξης εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, αναλόγως της ακολουθούμενης διοικητικής διαδικασίας, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας; 4) Σε περίπτωση που από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτουν οι κατά τα ανωτέρω περιστάσεις, υφίσταται υποχρέωση των εθνικών αρχών και δευτερογενώς του διοικητικού δικαστή να εξετάσουν αν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χρήση των ενεργειακών προϊόντων στο πλαίσιο σκοπών που στοιχειοθετούν δικαίωμα απαλλαγής, ή τυχόν άρνησή τους σε μια τέτοια περίπτωση βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την εξασφάλιση της ορθής και απρόσκοπτης εφαρμογής της εν λόγω απαλλαγής; (πηγή: www.qualex.gr).
ΜΔΠρΠειρ 771/2026: Προδικαστικό ερώτημα προς το ΣτΕ: H διατήρηση κατά τον ένδικο χρόνο (6ος/2025) της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3986/2011 είναι σύμφωνη με το άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας; (πηγή: www.qualex.gr).
ΣτΕ Στ΄ 7μ. 662/2026: Κατά το άρθρο 100 του ν. 4172/2013 (άρθρ. 34 παρ. 1 ν. 4447/2016, Α΄ 241/23.12.2016), ερμηνευομένου υπό το φως της υπερνομοθετικής αρχής της ασφαλείας δικαίου, η επιβολή του μέτρου της αυτόματης επιστροφής (clawback) επί της δαπάνης του ΕΟΠΥΥ για χορηγούμενα στους ασφαλισμένους του ιατροτεχνολογικά προϊόντα, αναλώσιμα υγειονομικά υλικ και συμπληρώματα ειδικής διατροφής, σε βάρος των κατασκευαστών για εγχώρια προϊόντα ή των εισαγωγέων / προμηθευτών/διανομέων για προερχόμενα από άλλες χώρες, προϋποθέτει την υπαγωγή των προϊόντων αυτών στο σύστημα αποζημίωσης του ΕΟΠΥΥ, με την καταχώρισή τους, κατόπιν αιτήσεως των ανωτέρω προσώπων, στο Μητρώο ΕΚΑΠΥ-ΕΟΠΥΥ. Το σύστημα όμως καταχώρισης των ειδών αυτών στο εν λόγω Μητρώο, δεν είχε ρυθμιστεί επαρκώς τρέχοντος του έτους 2017. Εξάλλου, κατά το έτος αυτό οι μη συμβαλλόμενοι με τον ΕΟΠΥΥ εισαγωγείς δεν είχαν, κατά νόμον, από μόνη την ιδιότητά τους αυτήν, εξουσία διαπραγμάτευσης και δεν μπορούσαν να συμβάλουν έστω και εμμέσως, στον καθορισμό των ανωτάτων τιμών αποζημίωσης βάσει της δηλωθείσας εξωτερικής τιμής αναφοράς, με αποτέλεσμα οι τιμές αποζημίωσης επί των οποίων υπολογίστηκε το clawback, να συμπίπτουν, για έτος 2017, με τις τιμές λιανικής και να απέχουν πολύ από τις τιμές εισαγωγής ή χονδρικής. Ενόψει αυτών, οι διατάξεις των νόμων 4447/2016 και 4461/2017 δεν μπορούσαν να ισχύουν για το επίδικο έτος 2017 που αποτελούσε την πρώτη περίοδο εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων. Για τον λόγο αυτόν, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, ως αναγόμενο στην ισχύ του κανόνος δικαίου που αποτέλεσε το έρεισμα των προβαλλομένων πράξεων, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν οι προβαλλόμενες πράξεις με τις οποίες επιβλήθηκε clawback για το α και β εξάμηνο του 2017, σε βάρος της αιτούσας Α. Ε., μέλους πολυεθνικού ομίλου, με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία αναλωσίμων προϊόντων διαχείρισης σακχαρώδους διαβήτη. (πηγή: www.adjustice.gr).
ΣτΕ Στ΄ 7μ. 663/2026: Επέκταση clawback στα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, και συμπληρώματα διατροφής (αρθρ. 34 ν. 4447/2016). Επιβολή στους κατασκευαστές,εισαγωγείς ,διανομείς,προμηθευτές για έτος 2018. Συνταγματικότητα των ρυθμίσεων. Αντίθετη μειοψηφία. (πηγή: www.adjustice.gr).
ΣτΕ Δ΄ 7μ. 715, 717/2026: Οι διατάξεις της 29845/16.4.2021 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών «Τεκμήρια για την οικονομική και κοινωνική ένταξη του αλλοδαπού που αιτείται την ελληνική ιθαγένεια», η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 5Α παρ. 2 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Κ.Ε.Ι.), δεν έχουν την έννοια ότι ο αιτών την πολιτογράφηση αλλοδαπός υποχρεούται να αποδείξει ένα ελάχιστο ποσό ετήσιου εισοδήματος, αλλά ότι η Διοίκηση λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ως ένα από τα θεσπιζόμενα με την ίδια υπουργική απόφαση στοιχεία («τεκμήρια») για τη διακρίβωση της ομαλής ένταξής του στην οικονομική ζωή της χώρας ως ουσιαστικής προϋπόθεσης για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας. (πηγή: www.adjustice.gr).
ΣτΕ Ολομ. 709/2026: Επί αιτήσεως ακυρώσεως α) κατά πράξης του Προέδρου της Α.Δ.Α.Ε., απορριπτικής αιτήματος του αιτούντος να του γνωστοποιηθούν οι λόγοι επιβολής άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του και να τεθεί υπ’ όψιν του ο σχετικός υπηρεσιακός φάκελος, και β) κατά της άρνησης της Ε.Υ.Π. να θέσει υπ’ όψιν της Α.Δ.Α.Ε. τον υπηρεσιακό φάκελο του αιτούντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η οριστική του κρίση πρέπει να αναβληθεί και να υποχρεωθεί η Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει στο Δικαστήριο εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της απόφασης τον υπηρεσιακό φάκελο και κάθε άλλο στοιχείο, αν δε η Ε.Υ.Π. αντιτάξει ότι ο φάκελος και τα στοιχεία έχουν καταστραφεί, να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο τη σχετική διάταξη και να προβεί σε ανασύστασή τους και διαβίβασή τους στο Δικαστήριο. (πηγή: www.adjustice.gr).
ΣτΕ Α΄ 7μ. 699/2026: Ο περιορισμός του άρ.7 παρ.5 ν. 4387/2016 (ότι επί σώρευσης συντάξεων χορηγείται μία εθνική σύνταξη) ισχύει και επί σώρευσης συντάξεων λόγω θανάτου και εξ ιδίου δικαιώματος. Η προσβαλλομένη δεν αποτελεί απλή ερμηνευτική εγκύκλιο. (πηγή: www.adjustice.gr).
ΣτΕ Γ’ 7μ 2377/2025: Η συνένωση των Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦοΔΣΑ), ως νομικών προσώπων των ΟΤΑ α’ βαθμού, σε επίπεδο περιφέρειας δεν αντίκειται στο Σύνταγμα.
ΣτΕ Ε’ 546/2026: Ως κοινόχρηστοι χώροι αναγνωρίζονται μόνον εκείνοι που προ βλέπονται από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο. Κατ’ εξαίρεση, όμως, από τον κανόνα αυτό, ο νομοθέτης ανέχεται τη διατήρηση κοινοχρήστων χώρων που δημιουργήθηκαν με ιδιωτική βούληση πριν θεσπισθεί η ανωτέρω απαγόρευση, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω άρθρου που έλαβε χώρα την 1.6.1924, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο β.δ. από 4.1.1924. Ακόμη και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίστατο κατά την 1.6.1924 ιδιωτική οδός, υπό την προεκτεθείσα έννοια, η αναγνώρισή της κατά τη διαγραφόμενη από τις ως άνω διατάξεις διαδικασία είναι δυνατή μόνον αν η οδός αυτή δεν έχει καταργηθεί από το σχέδιο πόλης που ακολούθησε. Οι πράξεις με τις οποίες αναγνωρίζεται οδός ως προϋφιστάμενη του 1923, ως εξομοιούμενες με την τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου, αποκτούν νόμιμη υπόσταση με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφενός μεν του κειμένου τους, αφετέρου δε των συνοδευόντων αυτές διαγραμμάτων, που αποτελούν ουσιώδες στοιχείο τους, έστω και σε φωτοσμίκρυνση. (πηγή: nomosphysis.org.gr).
ΣτΕ Ε’ 538/2026: Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων και ισχύουν και επί ανακλήσεως οικοδομικών αδειών, δεν επιτρέπεται στη Διοίκηση να ανακαλεί διοικητική πράξη, έστω και παράνομη, μετά την πάροδο εύλογου, ενόψει των συγκεκριμένων εκάστοτε συνθηκών, χρόνου από την έκδοσή της, εφόσον έχει δημιουργηθεί καλοπίστως υπέρ του διοικουμένου πραγματική κατάσταση δεκτική περαιτέρω έννομης προστασίας. Εάν η πάροδος ορισμένου χρόνου από την έκδοση της ανακαλούμενης πράξης υπερβαίνει τον εύλογο για την ανάκληση χρόνο, είναι ζήτημα που κρίνεται από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, κατά περίπτωση, βάσει των δεδομένων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη υπόθεση. Κατά τις αυτές, ωστόσο, γενικές αρχές, ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης είναι επιτρεπτή, χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν, κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής, τούτο επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή όταν η έκδοση της ανακαλούμενης παράνομης πράξης προ κλήθηκε από δόλια ενέργεια του διοικουμένου. Με την ανακλητική της οικοδομικής άδειας πράξη δεν αποδίδεται στον δεύτερο και στην τρίτη των εκκαλούντων οι οποίοι απέκτησαν καλοπίστως εμπράγματα δικαιώματα επί του ακινήτου που αφορά η άδεια ότι συνέπραξαν και γνώριζαν την, κατά τα ανωτέρω, απατηλή ενέργεια της πρώτης εκκαλούσας, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου έλλειψη καλής πίστης αυτών. Με τα δεδομένα αυτά το χρονικό διάστημα των 24 ετών που παρήλθε από την έκδοσή της οικοδομικής άδειας έτους 1990 υπερβαίνει κατά την κρίση του Δικαστηρίου τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου θα ήταν επιτρεπτή η ανάκλησή της η δε περί του αντιθέτου κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου παρίσταται εσφαλμένη. (πηγή: nomosphysis.org.gr).
Διοικητική δικονομία
Απόφαση ΕΔΔΑ της 9.05.2026 Αραβαντινός κατά Ελλάδας (προσφ. αριθ. 3922/19): Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, εφαρμόζοντας με υπερβολικά τυπολατρικό τρόπο τις προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 53 § 3 του π.δ. 18/1989, διέρρηξε τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ της θεμιτής μέριμνας τήρησης των προϋποθέσεων παραδεκτού και του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο, απορρίπτοντας την αναίρεση επειδή το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών δεν είχε διατυπώσει ρητή «μείζονα σκέψη» επί του τρόπου υπολογισμού της διαφοράς των αποδοχών του προσφεύγοντος δικαστή. Κατά το ΕΔΔΑ δεν μπορεί να καταλογιστεί στον προσφεύγοντος η παράλειψη του Διοικητικού Εφετείου. Έτσι διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ποσό που είχε ήδη επιδικαστεί για ηθική βλάβη σε εθνικό επίπεδο και τη δυνατότητα αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, έκρινε ότι η ίδια η διαπίστωση της παραβίασης συνιστά επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη. (πηγή: www.echrcaselaw.com).
ΣτΕ Β’ 1457/2025: Τυχόν αναρμοδιότητα του οργάνου που παραγγέλλει την επίδοση δεν στοιχειοθετεί πλημμέλειά της, αλλά απαιτείται η επίκληση δικονομικής βλάβης. (πηγή: www.sakkoulas-online.gr).
ΜΔΠρΠειρ 771/2026: Διατυπώνει στο Συμβούλιο της Επικρατείας τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: 1. Ποιο αποτελεί το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την ικανοποίηση αξιώσεων του φορολογουμένου, προερχόμενων από μη νόμιμη επιβολή ή αχρεώστητη καταβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α΄ του ν.3986/2011, δεδομένου του τρόπου προσδιορισμού και είσπραξής της;
2. Α) Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι της ένδικης εισφοράς είναι η αγωγή, σε ποιας διοικητικής πράξης την παρανομία οφείλει να θεμελιωθεί η αξίωση αποκατάστασης του ενάγοντος: στην οικεία μισθολογική κατάσταση του μισθοδοτούμενου, στο μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα που εκδίδεται από την Ε.Α.Π. ή σε τυχόν άλλη πράξη; Β) Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι της ένδικης εισφοράς είναι η προσφυγή, με ποιες δικονομικές οδούς παρίσταται επιτρεπτή, εναλλακτικά ή αποκλειστικά, η αμφισβήτηση της επιβολής της; Ειδικότερα, η αμφισβήτηση της ένδικης επιβάρυνσης δύναται να επιδιωχθεί από τον μισθοδοτούμενο: α) με την άσκηση – κατά τις πάγιες διατάξεις ή κατά τα οριζόμενα για τις φορολογικές διαφορές – προσφυγής κατά το άρθρο 63 του Κ.Δ.Δ. κατά της οικείας μισθολογικής κατάστασης του μισθοδοτούμενου ή του εκδιδομένου από την Ε.Α.Π. μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος ή β) i) με την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στον Κ.Φ.Δ., η οποία εκκινεί με την υποβολή τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης ή φορολογικής δήλωσης επιφύλαξης (άρθρα 23 και 24 Κ.Φ.Δ.), συνεχίζεται με την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής (άρθρο 72 Κ.Φ.Δ.) κατά της τυχόν απόρριψης των ανωτέρω δηλώσεων και τελειούται με την άσκηση (φορολογικής) προσφυγής του Κ.Δ.Δ., στρεφόμενης κατά της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής από την τελευταία ή ii) με την άσκηση ευθέως προσφυγής, κατά το άρθρο 63 του Κ.Δ.Δ., ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, με αίτημα τη μερική ανάκληση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος λόγω νομικής πλάνης; (πηγή: www.qualex.gr).
Αστικό δίκαιο
ΑΠ 180/2026: Αξιώσεις εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού μπορούν να προκύψουν σε περίπτωση ανατροπής του συνδέσμου εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε στα πλαίσια της ελεύθερης συμβίωσης των συντρόφων, είτε αυτός είχε στηριχθεί στην προοπτική γάμου ή έστω στην προοπτική μονιμότητας της σχέσης (αιτία λήξασα) είτε στην πεποίθηση μελλοντικής οικονομικής αποκατάστασης της παρέχουσας (αιτία μη επακολουθήσασα). (πηγή: www.qualex.gr).
ΜΠρΒολ 25/2025: Προσδιορισμός πραγματικού εργοδότη σε σχέσεις εργασίας μέσω ψηφιακής πλατφόρμας online delivery. Η εταιρεία που διαχειρίζεται την ψηφιακή πλατφόρμα δίνει δεσμευτικές για τους εργαζομένους εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης των εργαζομένων προς αυτές, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα επ’ αυτών. Επίσης χαράσσει την εργασιακή τους πορεία και καθοδηγεί τους εργαζομένους στην παραγωγή των εργασιακών αποτελεσμάτων που επιθυμεί (ήτοι ετεροκαθορίζει την εργασία τους, με την ένταξη στην οργανωτική δομή της επιχείρησής της), μέσω αλγοριθμικής διαχείρισης της εργασίας. (πηγή: www.sakkoulas-online.gr).
Πολιτική δικονομία
ΑΠ 858/2025: Ακυρότητα διαθήκης λόγω πλάνης: Εξέταση αν ο διαθέτης συνέταξε διαθήκη υπό εσφαλμένη αντίληψη σχετικά με τη νομική δυνατότητα επαναδιανομής κοινού ακινήτου. Αναιρετικός λόγος άρθρου 559 αρ. 8β ΚΠολΔ: Μη λήψη υπόψη ουσιωδών πραγματικών περιστατικών. Δεν συνιστούν «πράγματα» οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή νομικά επιχειρήματα. Αναιρετικός λόγος άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ: Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφων. Τα τοπογραφικά διαγράμματα δεν επιδέχονται παραμόρφωσης. Αναιρετικοί λόγοι άρθρων 559 αρ. 11α και 14 ΚΠολΔ: Λήψη υπόψη απαράδεκτου αποδεικτικού μέσου (υπεράριθμες ένορκες βεβαιώσεις). Κανόνες για τις ένορκες βεβαιώσεις: Ανάλυση περιορισμών σε συνεκδικασθείσες αγωγές και εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων. (πηγή: www.qualex.gr).
ΜΕφΔυτΜακ 30/2026: Διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη – Δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ο τρίτος που άσκησε κύρια παρέμβαση η συζήτηση της οποίας κρίθηκε ως απαράδεκτη να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης που διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη και εποπτικό συμβούλιο. (πηγή: www.qualex.gr).
ΜΠρΚαβ 55/2026: Διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που προχώρησε παρά την αναστολή εκτέλεσης του τίτλου της είναι ακυρώσιμη και προσβάλλεται με τη διαδικασία του 933 ΚΠολΔ. (πηγή: www.sakkoulas-online.gr).
Ποινικό δίκαιο
ΑΠ 28/2025: Κατά τη διαδικασία ποινικής διαπραγμάτευσης το δικαστήριο δεν δικαιούται να αναβάλει την υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις. Η δικαιοδοτική του εξουσία εξαντλείται στην επικύρωση του πρακτικού διαπραγμάτευσης. Θετική υπέρβαση εξουσίας. Αναίρεση και παραπομπή για νέα συζήτηση. (πηγή: www.qualex.gr).
ΑΠ 468/2026: Αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η αναστολή της παραγραφής. Η επανάληψη των άκυρων πράξεων διατάσσεται μόνο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία και εφικτή. Ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και δεν έκρινε αναγκαία την επανάληψή της άκυρης πράξης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, εφόσον η ακυρότητα αφορούσε μόνο την επίδοση και όχι του ίδιου του κλητηρίου θεσπίσματος και προκύπτει ότι η κατηγορούμενη είχε ενημερωθεί για την ποινική δίωξη και είχε εκπροσωπηθεί στο δικαστήριο. Εφόσον ο χρόνος τέλεσης της πράξης εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου και συνεπώς ως χρόνος τέλεσης θεωρείται το διάστημα, κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Δεν εφάρμοσε ορθά τις σχετικές διατάξεις το δικαστήριο, το οποίο καταδίκασε την αναιρεσείουσα για αυθαίρετη μεταβολή αιγιαλού κατ’ εξακολούθηση, χωρίς να προσδιορίσει πότε ακριβώς έλαβε χώρα κάθε μία από τις κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσες πράξεις. Παύει η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Αναιρείται λόγω απόλυτης ακυρότητας η καταδίκη για αυθαίρετη δόμηση, γιατί δεν προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας πρότεινε προς το δικαστήριο σε σχέση με την πράξη αυτή. Αναιρείται λόγω έλλειψης αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την καταδίκη για εκχέρσωση δάσους, γιατί δεν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα αν οι αναφερόμενες «δασικής μορφής» εκτάσεις, επί των οποίων επενέβη παράνομα η αναιρεσείουσα είχαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δασικής έκτασης. (πηγή: www.dsanet.gr).
ΑΠ 1494/2025: Αίτηση αναίρεσης κατά συγχωνευτικής απόφασης με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινή κάθειρξης 13 ετών και 4 μηνών. Ο μοναδικός λόγος αναίρεσης θεμελιώθηκε στην παραβίαση του δεδικασμένου λόγω αντίθεσης προς προγενέστερη αμετάκλητη συγχωνευτική απόφαση. Νομικό πλαίσιο. Έννοια δεδικασμένου. Για τη θεμελίωση δεδικασμένου απαιτείται αμετάκλητη απόφαση, ταυτότητα προσώπου, ταυτότητα πράξης (κατά τα πραγματικά περιστατικά). Το δεδικασμένο εκτείνεται και σε συγχωνευτικές αποφάσεις, οι οποίες παράγουν οιονεί δεδικασμένο, δεσμεύοντας μεταγενέστερες κρίσεις. Καθορισμός συνολικής ποινής. Ως βάση λαμβάνεται η βαρύτερη ποινή. Αν υπάρχει προγενέστερη συνολική ποινή λαμβάνεται υπόψη, εφόσον είναι βαρύτερη, διαφορετικά διασπάται και συγχωνεύεται εκ νέου. Δεν επιτρέπεται να ληφθεί μεγαλύτερη επαύξηση από αυτή που είχε ήδη κριθεί. Σχηματισμός συνολικής ποινής. Βαρύτερη ποινή και επαύξηση. Μέγιστη επαύξηση: έως το 1/2 κάθε συντρέχουσας ποινής. Ανώτατο όριο: 20 έτη κάθειρξης. (πηγή: www.qualex.gr).
ΑΠ 326/2026: Διακίνηση ναρκωτικών. Διακεκριμένη περίπτωση τέλεσης από υπότροπο δράστη. Η κατάργηση του θεσμού της υποτροπής από το νέο ΠΚ αφορά και τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όπου προβλεπόταν βαρύτερες ποινές για τους υποτρόπους. Σε περίπτωση καταδίκης για διακίνηση ναρκωτικών «από υπότροπο», εφαρμόζεται ως ευμενέστερη (άρθρο 2 ΠΚ) η νέα διάταξη του άρ. 463 παρ. 5 ΠΚ η οποία κατήργησε τη διακεκριμένη αυτή περίπτωση. Η υποτροπή συνιστά απλώς επιβαρυντική περίσταση και όχι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης οποιουδήποτε αδικήματος. Αναιρείται η εφετειακή απόφαση καθώς έπρεπε να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στο βασικό έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών και όχι στην διάταξη που προβλέπει την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής. (πηγή: www.sakkoulas-online.gr)
Δίκαιη δίκη
Απόφαση ΕΔΔΑ της 28.05.2026 Petrignani κ.α. κατά Ιταλίας (αρ. προσφ. 26187/14, 24511/21 και 31161/22): Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της περιουσίας (άρθρο 1 ΠΠΠ) και ως προς τους τρεις προσφεύγοντες, στους οποίους επιβλήθηκε η ποινή της δήμευσης για ποσό αντίστοιχο με το συνολικό παράνομο κέρδος και όχι με το μερίδιο καθενός. Ως προς την αρχή της «μη επιβολή ποινής χωρίς νόμο» (άρθρο 7 ΕΣΔΑ), το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση μόνο για τον έναν προσφεύγοντα (Curci), γιατί η εις ολόκληρον δήμευση στηριζόταν σε μια αντιφατική νομολογία είκοσι ετών, που δεν επέτρεπε να προβλεφθεί η ποινή και έτσι δεν είχε επαρκώς σαφή και προβλέψιμη νομική βάση.(πηγή: www.echrcaselaw.com).