Δημοσιεύθηκε στις 22.1.2026 η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-812/24, LIPOR και PreZero Portugal, S.A., η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σταθμός, σηματοδοτούσα εξελίξεις στον τομέα ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων. Μια απόφαση που ξεφεύγει από τα αυστηρά πρότυπα της τυπολατρίας και της αυστηρής τήρησης των κανόνων, αποσκοπώντας στην έρευνα της ουσίας. Το ΔΕΕ, αφού έκρινε το -μάλλον- αυτονόητο, ότι δηλαδή για τη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων μια θυγατρική εταιρεία θεωρείται τρίτη έναντι της μητρικής και άρα η εμπειρία της μιας δεν μεταφέρεται αυτομάτως στην άλλη, ανατρέπει πλήρως τα δεδομένα ως προς το ΕΕΕΣ.
Κατά το ΔΕΕ, το ΕΕΕΣ αποτελεί ενημερωμένη υπεύθυνη δήλωση η οποία υποκαθιστά, ως a priori απόδειξη, τα πιστοποιητικά που εκδίδουν δημόσιες αρχές ή τρίτα μέρη, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι ο οικείος οικονομικός φορέας δεν εμπίπτει σε κάποιον από τους λόγους αποκλεισμού από τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 57 της εν λόγω οδηγίας, ότι πληροί τα κριτήρια επιλογής τα οποία έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 58 της οδηγίας αυτής και ότι, κατά περίπτωση, τηρεί τους αντικειμενικούς κανόνες και τα αντικειμενικά κριτήρια που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 65 της οδηγίας.
Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζεται το ΕΕΕΣ και στην εθνική νομολογία, κατά την οποία όμως, το ΕΕΕΣ, ως το πλέον κρίσιμο έγγραφο της διαδικασίας, δεν αναπληρώνεται από άλλα έγγραφα ή δηλώσεις (ΣτΕ 1011/2025,1954/2023). Με την απόφασή του, ωστόσο, το ΔΕΕ διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς ως προς το ζήτημα αυτό, αφού έκρινε ότι το ΕΕΕΣ αποτελεί τον συνήθη τρόπο απόδειξης που «δέχονται» οι αναθέτουσες αρχές. Υπό το φως, όμως, της αρχής της ελευθερίας αποδείξεως, οι οικονομικοί φορείς μπορεί να προσκομίζουν άλλα μέσα για την απόδειξη των ζητούμενων από το ΕΕΕΣ, κατά την ως άνω έννοια.
Άρα, πέραν της προαιρετικότητας του ΕΕΕΣ, προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι λοιπές -πληροφοριακού περιεχομένου- δηλώσεις στο ΕΕΕΣ που δεν σχετίζονται με τους τρεις σκοπούς θέσπισής του, δεν είναι ουσιώδεις σε σημείο που η μη τυχόν συμπλήρωσή τους να οδηγεί σε απόρριψη της προσφοράς. Η, δε, θεσπιζόμενη νομολογιακά για πρώτη φορά αρχή της ελευθερίας αποδείξεως μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλες πτυχές ελέγχου των προσφορών, όπου δεν προσκομίζεται μεν το ζητούμενο έγγραφο, αλλά έτερα ισοδύναμα.
Στην υπόθεση αυτή, το ΔΕΕ κατέληξε σε μια «γενναιόδωρη» κρίση ότι η παράλειψη προσκόμισης ΕΕΕΣ για λογαριασμό τρίτου δεν άγει στον αποκλεισμό, εφόσον από λοιπά στοιχεία της προσφοράς προκύπτει για τον τρίτο η πλήρωση των κριτηρίων που είχαν τεθεί, καθόσον μάλιστα εκπροσωπούνταν μητρική και θυγατρική από το ίδιο πρόσωπο.
Παράλληλα, κατέληξε και σε μια ευρεία ερμηνεία του άρθρου 56 παρ. 3 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, που η αντίστοιχη διάταξη είναι αυτή του άρθρου 102 του Ν. 4412/2016, κατά την οποία είναι επιτρεπτή η διόρθωση τυπικών πλημμελειών. Εφόσον η δήλωση υφίσταται κατ’ αρχήν στην προσφορά, είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της προσφοράς εφόσον πρόκειται για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών ή προσόντων προγενέστερων της ημερομηνίας υποβολής της υποψηφιότητας ή της προσφοράς. Πρόκειται για μια ερμηνεία που δικαιώνει τον εθνικό νομοθέτη που με το άρθρο 42 του Ν. 4782/2021 προσπάθησε να διευρύνει τη δυνατότητα διευκρινίσεων, βρίσκοντας ωστόσο απέναντί του το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 7μ 147/2022).
Μένει να δούμε στην πράξη πόσο η απόφαση αυτή θα επιδράσει στην εθνική νομολογία. Το σίγουρο είναι ότι το ΔΕΕ με την απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε μεσούσης της διαδικασίας τροποποίησης των Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, έκλεισε το μάτι προς τον ενωσιακό νομοθέτη για κάμψη της άκρατης τυπολατρίας.
Βασίλης Χατζηγιαννάκης, Δικηγόρος
Ακολουθεί το πλήρες προσωρινό κείμενο της απόφασης:
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 22ας Ιανουαρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Σύναψη δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, προμηθειών και έργων – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Ανάθεση συμβάσεων – Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 10 – Έννοια του “οικονομικού φορέα” – Ζήτημα κατά πόσον καλύπτεται θυγατρική ανήκουσα κατά 100 % στη μητρική εταιρία – Άρθρο 63 – Στήριξη στις ικανότητες άλλων φορέων προσώπων συνδεόμενων με τον οικονομικό φορέα – Άρθρο 59, παράγραφος 1 – Ελευθερία αποδείξεως ως προς το ότι οι ικανότητες άλλων φορέων τίθενται στη διάθεση του οικονομικού φορέα – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/7 – Παράρτημα 1 και παράρτημα 2, μέρος II, σημείο Γ – Προσκόμιση πλειόνων Ευρωπαϊκών Ενιαίων Εγγράφων Σύμβασης (ΕΕΕΣ) – Σκοπός του ΕΕΕΣ »
Στην υπόθεση C‑812/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πορτογαλία) με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Νοεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
LIPOR – Associação de Municípios para a Gestão Sustentável de Resíduos do Grande Porto,
PreZero Portugal, S.A.
κατά
Semural Waste & Energy, S.A.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Schalin, πρόεδρο τμήματος, M. Gavalec (εισηγητή) και Z. Csehi, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez‑Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η LIPOR – Associação de Municípios para a Gestão Sustentável de Resíduos do Grande Porto, εκπροσωπούμενη από τους M. Fernandes, R. Maia Magalhães και R. P. Pinto, advogados,
– η PreZero Portugal, S. A., εκπροσωπούμενη από τον A. Tinoco, advogado,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την P. Barros da Costa, τον F. Batista και την M. J. Ramos,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Halajová, τον M. Smolek και τον J. Vláčil,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Biolan, τον G. Wils και την I. Melo Sampaio,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 135, σ. 120).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της LIPOR – Associação de Municípios para a Gestão Sustentável de Resíduos do Grande Porto (ένωσης δήμων για τη βιώσιμη διαχείριση των αποβλήτων στην ευρύτερη περιοχή του Πόρτο, Πορτογαλία, στο εξής: LIPOR) και της PreZero Portugal, S.A. (στο εξής: PreZero) και, αφετέρου, της Semural Waste & Energy, S.A. (στο εξής: Semural), με αντικείμενο την ανάθεση στην PreZero, από την LIPOR, σύμβασης σχετικής με τη μεταφορά και την υγειονομική ταφή των αποβλήτων.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2014/24
3. Οι αιτιολογικές σκέψεις 14 και 84 της οδηγίας 2014/24 έχουν ως εξής:
«(14) Πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι η έννοια του “οικονομικού φορέα” πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, ώστε να καλύπτει κάθε πρόσωπο και/ή οντότητα που προσφέρει την εκτέλεση εργασιών, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών στην αγορά, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής υπό την οποία έχει επιλέξει να λειτουργεί. Ως εκ τούτου, η έννοια του οικονομικού φορέα περιλαμβάνει εταιρείες, υποκαταστήματα, θυγατρικές, συμπράξεις, συνεταιριστικές επιχειρήσεις, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, πανεπιστήμια, δημόσια και ιδιωτικά, και άλλες μορφές οντοτήτων πλην των φυσικών προσώπων, ασχέτως του εάν πρόκειται υπό όλες τις περιστάσεις για “νομικά πρόσωπα”.
[…]
(84) Πολλοί οικονομικοί φορείς, μεταξύ αυτών και οι [μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)], θεωρούν ότι ένα σημαντικό εμπόδιο στη συμμετοχή τους στις δημόσιες [συμβάσεις] είναι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από την ανάγκη προσκόμισης σημαντικού αριθμού πιστοποιητικών ή άλλων εγγράφων που σχετίζονται με τα κριτήρια αποκλεισμού και τα κριτήρια επιλογής. Ο περιορισμός των εν λόγω απαιτήσεων, φερ’ ειπείν, με χρήση του Ευρωπαϊκού Ενιαίου Εγγράφου [Σύμβασης (ΕΕΕΣ)] που συνίσταται σε ενημερωμένη υπεύθυνη δήλωση, θα μπορούσε να απλοποιήσει σημαντικά τη διαδικασία, προς όφελος τόσο των αναθετουσών αρχών όσο και των οικονομικών φορέων.
[…]
Θα πρέπει να προβλέπεται ρητά ότι το [ΕΕΕΣ] θα πρέπει επίσης να παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά τις οντότητες στις ικανότητες των οποίων βασίζεται ο οικονομικός φορέας, ούτως ώστε η επαλήθευση των πληροφοριών αυτών να διενεργείται μαζί και με τους ίδιους όρους με την επαλήθευση που αφορά τον κύριο οικονομικό φορέα.»
4. Το άρθρο 2 της οδηγίας φέρει τον τίτλο «Ορισμοί» και προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
10. ως “οικονομικός φορέας” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημόσιος φορέας ή ένωση αυτών των προσώπων ή/και φορέων, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών συμπράξεων επιχειρήσεων, που προσφέρει στην αγορά εκτέλεση εργασιών ή/και έργου, προμήθεια προϊόντων ή παροχή υπηρεσιών·
[…]».
5. Το άρθρο 56 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο καθορίζει τις «[γ]ενικές αρχές» που εφαρμόζονται κατά την επιλογή των συμμετεχόντων και την ανάθεση της σύμβασης, ορίζει στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Όταν οι πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλλονται από τους οικονομικούς φορείς είναι ή εμφανίζονται ελλιπείς ή λανθασμένες ή όταν λείπουν συγκεκριμένα έγγραφα, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν —εφόσον δεν ορίζεται άλλως από την εθνική νομοθεσία με την οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία— να ζητούν από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς να υποβάλλουν, να συμπληρώνουν, να αποσαφηνίζουν ή να ολοκληρώνουν τις σχετικές πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά εντός εύλογης προθεσμίας υπό την προϋπόθεση ότι τα σχετικά αιτήματα υποβάλλονται τηρουμένων απολύτως των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας.»
6. Το άρθρο 58 της οδηγίας 2014/24 φέρει τον τίτλο «Κριτήρια επιλογής» και έχει ως εξής:
«1. Τα κριτήρια επιλογής μπορεί να αφορούν:
α) την καταλληλότητα για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας·
β) την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια·
γ) την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα.
[…]
3. Όσον αφορά την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις που να διασφαλίζουν ότι οι οικονομικοί φορείς διαθέτουν την αναγκαία οικονομική και χρηματοδοτική ικανότητα για την εκτέλεση της σύμβασης. […]
[…]
4. Όσον αφορά την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις που να εξασφαλίζουν ότι οι οικονομικοί φορείς διαθέτουν τους αναγκαίους ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους και την πείρα για την εκτέλεση της σύμβασης σε κατάλληλο επίπεδο ποιότητας.
[…]»
7. Το άρθρο 59 της οδηγίας τιτλοφορείται «Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης» και ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Κατά την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής ή υποβολής προσφοράς, οι αναθέτουσες αρχές δέχονται το [ΕΕΕΣ], το οποίο αποτελείται από ενημερωμένη υπεύθυνη δήλωση ως προκαταρκτική απόδειξη προς αντικατάσταση των πιστοποιητικών που εκδίδουν δημόσιες αρχές ή τρίτα μέρη επιβεβαιώνοντας ότι ο εν λόγω οικονομικός φορέας πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) δεν βρίσκεται σε μια από τις καταστάσεις του άρθρου 57 λόγω της οποίας οι οικονομικοί φορείς αποκλείονται ή μπορούν να αποκλεισθούν·
β) πληροί τα σχετικά κριτήρια επιλογής τα οποία έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 58·
γ) κατά περίπτωση, τηρεί τους αντικειμενικούς κανόνες και κριτήρια που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 65.
Όταν ο οικονομικός φορέας εξαρτάται από τις ικανότητες άλλων φορέων σύμφωνα με το άρθρο 63, το ΕΕΕΣ περιέχει επίσης τις πληροφορίες του πρώτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου όσον αφορά τους φορείς αυτούς.
Το ΕΕΕΣ αποτελείται από επίσημη δήλωση του οικονομικού φορέα ότι ο σχετικός λόγος για τον αποκλεισμό δεν ισχύει και/ή ότι πληρούται το σχετικό κριτήριο επιλογής και παρέχει τις κατάλληλες πληροφορίες, όπως απαιτείται από την αναθέτουσα αρχή. Το ΕΕΕΣ προσδιορίζει τη δημόσια αρχή ή το τρίτο μέρος που είναι υπεύθυνο για την έκδοση των σχετικών δικαιολογητικών και περιλαμβάνει επίσημη δήλωση ότι ο οικονομικός φορέας θα είναι σε θέση, κατόπιν αιτήσεως και χωρίς καθυστέρηση, να προσκομίσει τα εν λόγω δικαιολογητικά.
[…]»
8. Το άρθρο 60 της εν λόγω οδηγίας φέρει τον τίτλο «Αποδεικτικά μέσα» και ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να απαιτούν τα πιστοποιητικά, τις βεβαιώσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου και στο παράρτημα XII ως απόδειξη της μη ύπαρξης λόγων αποκλεισμού, όπως αναφέρονται στο άρθρο 57 και της πλήρωσης των κριτηρίων επιλογής σύμφωνα με το άρθρο 58.
Οι αναθέτουσες αρχές δεν απαιτούν αποδεικτικά μέσα πλην εκείνων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 62. Επιπλέον, όσον αφορά το άρθρο 63, οι οικονομικοί φορείς μπορούν να βασίζονται σε οποιαδήποτε κατάλληλα μέσα για να αποδεικνύουν στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχουν τους αναγκαίους πόρους στη διάθεσή τους.»
9. Το άρθρο 63 της οδηγίας 2014/24 φέρει τον τίτλο «Στήριξη στις ικανότητες άλλων φορέων» και προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Όσον αφορά τα κριτήρια της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας που προβλέπονται στο άρθρο 58 παράγραφος 3 και τα κριτήρια σχετικά με την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα που προβλέπονται στο άρθρο 58 παράγραφος 4, ένας οικονομικός φορέας μπορεί, εφόσον συντρέχει περίπτωση και για συγκεκριμένη σύμβαση, να στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων, ασχέτως της νομικής φύσης των δεσμών του με αυτούς. Όσον αφορά τα κριτήρια που σχετίζονται με τους τίτλους σπουδών και τα επαγγελματικά προσόντα που ορίζονται στο παράρτημα XII μέρος II στοιχείο στ) ή με τη σχετική επαγγελματική πείρα, οι οικονομικοί φορείς μπορούν, ωστόσο, να βασίζονται στις ικανότητες άλλων φορέων μόνο εάν αυτοί θα εκτελέσουν τις εργασίες ή τις υπηρεσίες για τις οποίες απαιτούνται οι συγκεκριμένες ικανότητες. Σε περίπτωση που οικονομικός φορέας επιθυμεί να στηριχθεί στις ικανότητες άλλων φορέων, αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του τους αναγκαίους πόρους, παραδείγματος χάριν, με την προσκόμιση της σχετικής δέσμευσης των φορέων αυτών για τον σκοπό αυτό.
Η αναθέτουσα αρχή ελέγχει, σύμφωνα με τα άρθρα 59, 60 και 61, αν πληρούν τα σχετικά κριτήρια επιλογής οι φορείς στις ικανότητες των οποίων ο οικονομικός φορέας προτίθεται να στηριχθεί και αν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού σύμφωνα με το άρθρο 57. Η αναθέτουσα αρχή απαιτεί από τον οικονομικό φορέα να αντικαταστήσει ένα φορέα που δεν πληροί σχετικό κριτήριο επιλογής ή για τ[ο]ν οποί[ο] συντρέχουν υποχρεωτικοί λόγοι αποκλεισμού. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να απαιτήσει από τον οικονομικό φορέα, ή δύναται να υποχρεωθεί σχετικώς από το κράτος μέλος, να αντικαταστήσει φορέα στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν μη υποχρεωτικοί λόγοι αποκλεισμού.
Όταν οικονομικός φορέας στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων όσον αφορά τα κριτήρια που σχετίζονται με την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητά από τον οικονομικό φορέα και τους φορείς αυτούς να είναι από κοινού υπεύθυνοι για την εκτέλεση της σύμβασης.
Υπό τους ιδίους όρους, μια ένωση οικονομικών φορέων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2, μπορεί να στηρίζεται στις ικανότητες των συμμετεχόντων στην ένωση ή άλλων φορέων.»
10. Το άρθρο 65 της οδηγίας αφορά τον «[π]εριορισμό του αριθμού των πληρούντων τα κριτήρια επιλογής υποψηφίων που θα κληθούν να συμμετάσχουν».
Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/7
11. Η αιτιολογική σκέψη 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/7 της Επιτροπής, της 5ης Ιανουαρίου 2016, για την καθιέρωση του τυποποιημένου εντύπου για το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕ 2016, L 3, σ. 16, και διορθωτικό ΕΕ 2018, L 17, σ. 65), έχει ως εξής:
«Ένας από τους κύριους στόχους των οδηγιών [2014/24] και 2014/25/ΕΕ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 243, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 311, σ. 26)] είναι η μείωση του διοικητικού φόρτου για τις αναθέτουσες αρχές, τους αναθέτοντες φορείς και τους οικονομικούς φορείς, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Βασικό στοιχείο της προσπάθειας αυτής είναι το [ΕΕΕΣ]. Κατά συνέπεια, το τυποποιημένο έντυπο για το ΕΕΕΣ θα πρέπει να καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να παρακαμφθεί η ανάγκη προσκόμισης σημαντικού αριθμού πιστοποιητικών ή άλλων εγγράφων που σχετίζονται με τους λόγους αποκλεισμού και τα κριτήρια επιλογής. Με τον ίδιο πάντα στόχο κατά νουν, το τυποποιημένο έντυπο θα πρέπει επίσης να παρέχει τις ενδεδειγμένες πληροφορίες όσον αφορά τους φορείς στων οποίων τις ικανότητες στηρίζεται ο οικονομικός φορέας, ούτως ώστε η επαλήθευση των πληροφοριών αυτών να διενεργείται μαζί με την επαλήθευση που αφορά τον κύριο οικονομικό φορέα, και με τους ιδίους όρους.»
12. Το παράρτημα 1 του εκτελεστικού κανονισμού φέρει τον τίτλο «Οδηγίες» και ορίζει στο δέκατο όγδοο εδάφιο τα εξής:
«Ένας οικονομικός φορέας που συμμετέχει μεμονωμένα αλλά στηρίζεται στις ικανότητες ενός ή περισσότερων άλλων φορέων πρέπει να μεριμνά ώστε η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας να λαμβάνει το δικό του ΕΕΕΣ μαζί με χωριστό ΕΕΕΣ όπου παρατίθενται οι σχετικές πληροφορίες […] για κάθε έναν από τους φορείς στους οποίους στηρίζεται.»
13. Το παράρτημα 2 του εν λόγω κανονισμού φέρει τον τίτλο «Τυποποιημένο έντυπο για το [ΕΕΕΣ]» και περιλαμβάνει το μέρος II όσον αφορά τις «[π]ληροφορίες σχετικά με τον οικονομικό φορέα», του οποίου το σημείο Γ, με τίτλο «Πληροφορίες σχετικά με τη στήριξη στις ικανότητες άλλων φορέων», προβλέπει τα εξής:
Το πορτογαλικό δίκαιο
14. Το άρθρο 57 του Código dos Contratos Públicos (κώδικα δημοσίων συμβάσεων), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: CCP) φέρει τον τίτλο «Έγγραφα της προσφοράς» και ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«1. Η προσφορά αποτελείται από τα ακόλουθα έγγραφα:
a) τη δήλωση που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του παρόντος κώδικα, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος·
b) τα έγγραφα τα οποία, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου της σύμβασης που πρόκειται να συναφθεί και των πτυχών της εκτέλεσής της που αποτελούν αντικείμενο του διαγωνισμού βάσει της συγγραφής υποχρεώσεων, περιέχουν τα χαρακτηριστικά της προσφοράς σύμφωνα με τα οποία ο προσφέρων είναι έτοιμος να συνάψει τη σύμβαση·
c) τα απαιτούμενα βάσει της προκήρυξης του διαγωνισμού ή της πρόσκλησης υποβολής προσφορών έγγραφα που περιέχουν προϋποθέσεις ή όρους οι οποίοι αφορούν τις πτυχές της εκτέλεσης της σύμβασης που δεν αποτελούν αντικείμενο του διαγωνισμού βάσει της συγγραφής υποχρεώσεων και ως προς τους οποίους η αναθέτουσα αρχή προτίθεται να δεσμεύσει τον προσφέροντα.»
15. Το άρθρο 70 του CCP φέρει τον τίτλο «Ανάλυση των προσφορών» και ορίζει στην παράγραφο 2, στοιχείο a, τα εξής:
«Οι προσφορές αποκλείονται, όταν από την εξέτασή τους διαπιστώνεται ότι:
a) προδήλως δεν συμφωνούν με το αντικείμενο της σύμβασης που πρόκειται να συναφθεί ή δεν παρουσιάζουν κάποιο από τα χαρακτηριστικά, τους όρους ή τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 57, παράγραφος 1, στοιχεία b και c, αντιστοίχως».
16. Το άρθρο 72 του CCP φέρει τον τίτλο «Διευκρινίσεις και τακτοποίηση των προσφορών και των υποψηφιοτήτων» και προβλέπει στην παράγραφο 3, στοιχείο a, τα εξής:
«Η εξεταστική επιτροπή ζητεί από τους υποψηφίους και τους προσφέροντες να τακτοποιήσουν, εντός μέγιστης προθεσμίας πέντε ημερών, τις τυπικές πλημμέλειες των υποψηφιοτήτων και των προσφορών τους που πρέπει να θεραπευθούν, εφόσον η τακτοποίηση αυτή δεν είναι ικανή να μεταβάλει το ίδιο το περιεχόμενό τους και δεν παραβιάζει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και του ανταγωνισμού· οι πλημμέλειες αυτές περιλαμβάνουν ιδίως:
a) τη μη υποβολή ή την εσφαλμένη υποβολή εγγράφων τα οποία απλώς αποδεικνύουν πραγματικά περιστατικά ή προσόντα προγενέστερα της ημερομηνίας υποβολής της υποψηφιότητας ή της προσφοράς, συμπεριλαμβανομένων των δηλώσεων που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα I και V του παρόντος κώδικα ή του [ΕΕΕΣ]».
17. Το άρθρο 146 του CCP φέρει τον τίτλο «Προκαταρκτική έκθεση» και ορίζει στην παράγραφο 2, στοιχείο d, τα εξής:
«Στην προκαταρκτική έκθεση που μνημονεύεται στην προηγούμενη παράγραφο, η εξεταστική επιτροπή προτείνει επίσης, παρέχοντας σχετική αιτιολογία, τον αποκλεισμό των προσφορών:
[…]
d) οι οποίες δεν περιλαμβάνουν όλα τα έγγραφα που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 57, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 57‑A, παράγραφος 1».
18. Το άρθρο 168 του CCP φέρει τον τίτλο «Έγγραφα της υποψηφιότητας» και ορίζει στην παράγραφο 4 τα εξής:
«Όταν, για να ικανοποιήσει τις ελάχιστες απαιτήσεις τεχνικής ικανότητας, ο υποψήφιος στηρίζεται σε τρίτους, όποια και αν είναι η σχέση που τον συνδέει με αυτούς, και ιδίως αν πρόκειται για σχέση υπεργολαβίας, η αντίστοιχη υποψηφιότητα περιλαμβάνει επίσης δήλωση με την οποία οι εν λόγω τρίτοι δεσμεύονται ανεπιφύλακτα να εκτελέσουν ορισμένες υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της προς σύναψη σύμβασης.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19. Με απόφαση της 29ης Μαΐου 2023, το διοικητικό συμβούλιο της LIPOR προκήρυξε ανοικτό διαγωνισμό υποβληθέντα σε διεθνή δημοσιότητα με σκοπό την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών για τη μεταφορά και την υγειονομική ταφή, σε εγκατάσταση για μη επικίνδυνα απόβλητα, 75 000 τόνων αποβλήτων προερχομένων από μονάδα ανάκτησης ενέργειας.
20. Το άρθρο 9 της προκήρυξης του διαγωνισμού, υπό τον τίτλο «Έγγραφα της προσφοράς», προέβλεπε, στην παράγραφο 1, στοιχεία a έως c και 1, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 57 του CCP, οι προσφορές πρέπει να περιλαμβάνουν, αντιστοίχως, το ΕΕΕΣ, δήλωση στην οποία αναγράφεται η προτεινόμενη τιμή, υπεύθυνη δήλωση σχετικά με την τήρηση των νόμιμων υποχρεώσεων στον τομέα της απασχόλησης των μεταναστών εργαζομένων και, σε περίπτωση προσφυγής σε υπεργολάβους, δήλωση που διευκρινίζει τις υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο υπεργολαβίας, συνοδευόμενη από δέσμευση των υπεργολάβων να εκτελέσουν τις εργασίες που τους ανατίθενται.
21. Δυνάμει του άρθρου 15 της ως άνω προκήρυξης, το οποίο αφορά τις «Διευκρινίσεις επί των προσφορών», η αναθέτουσα αρχή μπορεί, βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 1, του CCP, να ζητήσει από τους προσφέροντες τις διευκρινίσεις που κρίνει αναγκαίες για την ανάλυση και την αξιολόγηση των προσφορών.
22. Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 72, παράγραφος 2, του CCP, προβλέπεται ότι οι διευκρινίσεις που παρέχει ο προσφέρων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της προσφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντιφάσκουν προς τα στοιχεία της προσφοράς, ότι δεν τροποποιούν ούτε συμπληρώνουν τα χαρακτηριστικά της και ότι δεν αποσκοπούν στη θεραπεία παραλείψεων οι οποίες επιφέρουν τον αποκλεισμό της προσφοράς δυνάμει του άρθρου 70, παράγραφος 2, στοιχείο a, του CCP.
23. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η PreZero υπέβαλε προσφορά ύψους 4 800 000 ευρώ, ενώ η προσφορά της Semural ανερχόταν σε 4 794 500 ευρώ.
24. Η LIPOR δέχθηκε τις δύο αυτές προσφορές, αφού κάλεσε την PreZero, σύμφωνα με το άρθρο 72, παράγραφος 3, του CCP, να θεραπεύσει πλημμέλεια, προγενέστερη της υποβολής της προσφοράς της, η οποία αφορούσε την εσφαλμένη συμπλήρωση του ΕΕΕΣ. Η PreZero προέβη στην εν λόγω τακτοποίηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
25. Στην προκαταρκτική έκθεσή της, η LIPOR κατέταξε την προσφορά της PreZero στην πρώτη θέση, πριν από την προσφορά της Semural.
26. Η Semural προσέβαλε την κατάταξη αυτή ενώπιον της LIPOR. Υποστήριξε ότι η PreZero έπρεπε να είχε αποκλειστεί από την επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης λόγω παράβασης του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο l, των κανόνων της προκήρυξης του διαγωνισμού καθώς και του άρθρου 57, παράγραφος 1, στοιχείο c, του CCP. Ισχυρίστηκε, αφενός, ότι η PreZero δεν είχε υποβάλει ούτε δήλωση υπεργολαβίας σχετικά με τη Valor RIB – Indústria de Resíduos Lda. (στο εξής: Valor RIB) ούτε δήλωση δέσμευσης της Valor RIB, ενώ η μη υποβολή τέτοιας δήλωσης συνιστά, δυνάμει του άρθρου 146, παράγραφος 2, στοιχείο d, του CCP, λόγο αποκλεισμού της προσφοράς της PreZero. Η Semural ισχυρίζεται, αφετέρου, ότι η PreZero δεν είχε επισυνάψει στην προσφορά της ούτε το ΕΕΕΣ της Valor RIB ή οποιουδήποτε άλλου υπεργολάβου, όπερ συνιστά επίσης λόγο αποκλεισμού της προσφοράς της μη δυνάμενο να τακτοποιηθεί.
27. Με την τελική της έκθεση της 21ης Ιουλίου 2023, η LIPOR θεώρησε ότι θα ήταν προδήλως υπερβολικό να χαρακτηριστεί η Valor RIB ως υπεργολάβος, δεδομένου ότι η PreZero ανέφερε στην προσφορά της ότι κατέχει το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου της Valor RIB. Επισήμανε ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν δημόσιες και μπορούσαν να επαληθευτούν με μια γρήγορη εξέταση του καταστατικού της εταιρίας το οποίο καθίσταται διαθέσιμο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Εξ αυτού συνήγαγε ότι, έστω και αν η Valor RIB αποτελεί τυπικά διακριτή νομική οντότητα σε σχέση με την PreZero, θα ήταν υπερβολικό να θεωρηθεί ότι πρόκειται για περίπτωση υπεργολαβίας. Κατά τη LIPOR, δεν είναι εξάλλου σύνηθες να απαιτείται από μια απλή θυγατρική να δεσμευθεί να εκτελέσει τις εργασίες που της αναθέτει η μητρική εταιρία. Στην πράξη, η PreZero δεν στηρίζεται σε τρίτον για την εκτέλεση μέρους της επίμαχης σύμβασης, αλλά απλώς χρησιμοποιεί πόρους που της ανήκουν εξ ολοκλήρου, έστω και εμμέσως.
28. Η LIPOR προσέθεσε ότι η υποχρέωση υποβολής δηλώσεων δέσμευσης εκ μέρους των υπεργολάβων αποσκοπεί στην αποτροπή του κινδύνου να ορίσουν οι προσφέροντες υπεργολάβους χωρίς να διαθέτουν, εξαρχής, εγγυήσεις ως προς την πραγματική συμμετοχή τους στην εκτέλεση των υπηρεσιών. Ο κίνδυνος αυτός αποκλείεται εν προκειμένω, καθόσον, κατά την άποψη της LIPOR, είναι απίθανο η Valor RIB να αρνηθεί να προβεί σε υγειονομική ταφή των αποβλήτων που φέρνει η PreZero, δεδομένου ότι η PreZero κατέχει το σύνολο του εταιρικού της κεφαλαίου και, κατά συνέπεια, διαθέτει την εξουσία λήψης αποφάσεων εντός της Valor RIB.
29. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των κεφαλαιουχικών δεσμών που συνδέουν την PreZero με τη Valor RIB, η υποβολή δήλωσης δέσμευσης εκ μέρους της Valor RIB, συνημμένης στην προσφορά, αποτελεί απλώς μη ουσιώδη τυπική διατύπωση, η έλλειψη της οποίας δεν εμποδίζει τον έλεγχο της συμφωνίας της προσφοράς προς τις απαιτήσεις της προκήρυξης του διαγωνισμού.
30. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, η LIPOR απέρριψε το αίτημα της Semural, διατήρησε την αρχική κατάταξη των προσφορών και πρότεινε την ανάθεση της επίμαχης σύμβασης στην PreZero.
31. Κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιουλίου 2023, το διοικητικό συμβούλιο της LIPOR ενέκρινε τα συμπεράσματα της τελικής έκθεσης της 21ης Ιουλίου 2023 και ανέθεσε τη σύμβαση στην PreZero.
32. Η Semural κίνησε ενώπιον του Tribunal Administrativo e Fiscal do Porto (διοικητικού και φορολογικού δικαστηρίου του Πόρτο, Πορτογαλία) προσυμβατική διαδικασία προσφυγής κατά της LIPOR με αίτημα, πρώτον, να ακυρωθεί η απόφαση περί ανάθεσης στην PreZero της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης, δεύτερον, να αποκλεισθεί η προσφορά της PreZero, τρίτον, να ανατεθεί η σύμβαση στην ίδια και, τέταρτον, επικουρικώς, να κηρυχθεί παράνομο το υπόδειγμα αξιολόγησης.
33. Με απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, το ως άνω δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή της Semural. Η ανωτέρω απόφαση επικυρώθηκε κατ’ έφεση με απόφαση του Tribunal Central Administrativo Norte (κεντρικού διοικητικού δικαστηρίου του Βορρά, Πορτογαλία), της 16ης Φεβρουαρίου 2024.
34. Κατόπιν τούτου, η LIPOR άσκησε αναίρεση κατά της ανωτέρω απόφασης ενώπιον του Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πορτογαλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Υποστηρίζει ότι μια οντότητα που ανήκει κατά 100 % στον προσφέροντα δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεργολάβος και ότι, κατά συνέπεια, οι νομικές απαιτήσεις που αφορούν τις περιπτώσεις υπεργολαβίας δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή της.
35. Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η PreZero κατέχει το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου της Valor RIB και ότι η άδεια εκμετάλλευσης του χώρου υγειονομικής ταφής, η περιβαλλοντική άδεια και η άδεια εκμετάλλευσης της Valor RIB περιελήφθησαν στον φάκελο. Επισημαίνει επίσης ότι το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2022, Taxi Horn Tours (C‑631/21, EU:C:2022:869, σκέψη 60), ότι, εάν κοινή επιχείρηση εκτιμά ότι, για την εκτέλεση δημόσιας σύμβασης, χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τους ιδίους πόρους ορισμένων εταίρων, πρέπει να θεωρηθεί ότι στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων κατά την έννοια του άρθρου 63 της οδηγίας 2014/24 και, επομένως, οφείλει να προσκομίσει όχι μόνον το δικό της ΕΕΕΣ, αλλά και το ΕΕΕΣ καθενός από τους εταίρους στις ικανότητες των οποίων προτίθεται να στηριχθεί.
36. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η ερμηνεία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και σε περίπτωση κατά την οποία οικονομικός φορέας προτίθεται να χρησιμοποιήσει, για την εκτέλεση σύμβασης, τον εξοπλισμό και τις υπηρεσίες άλλης εταιρίας της οποίας κατέχει το 100 % του κεφαλαίου, της οποίας είναι ο μοναδικός εταίρος και της οποίας ένας από τους διαχειριστές είναι επίσης και διαχειριστής του ίδιου του οικονομικού φορέα.
37. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 63, παράγραφος 1, της οδηγίας [2014/24] την έννοια ότι συνιστά “στήριξη στις ικανότητες άλλων φορέων” η περίπτωση κατά την οποία οικονομικός φορέας επιθυμεί να χρησιμοποιήσει, κατά την εκτέλεση σύμβασης, τον εξοπλισμό μιας επιχείρησης (διακριτού νομικού προσώπου) στην οποία κατέχει το 100 % του εταιρικού κεφαλαίου και ένας εκ των διαχειριστών της είναι και διαχειριστής του οικονομικού φορέα;
2) Εάν θεωρηθεί ότι πληρούται η κανονιστική προϋπόθεση σχετικά με τη στήριξη στις ικανότητες άλλων φορέων, τιμωρείται με αποκλεισμό από τη διαδικασία διαγωνισμού ο οικονομικός φορέας εάν δεν υποβάλει, μαζί με την προσφορά, το [ΕΕΕΣ] της εταιρίας που του ανήκει κατά 100 %;»
38. Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Φεβρουαρίου 2025, απορρίφθηκε το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου να εκδικαστεί η υπό κρίση υπόθεση με την ταχεία διαδικασία.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
39. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι μητρική εταιρία πρέπει να θεωρείται ότι στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν προτίθεται να χρησιμοποιήσει, για την εκτέλεση δημόσιας σύμβασης, τις ικανότητες θυγατρικής της οποίας κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου.
40. Το άρθρο 63, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της ως άνω οδηγίας παρέχει στον οικονομικό φορέα το δικαίωμα να στηρίζεται, για συγκεκριμένη δημόσια σύμβαση, στις ικανότητες άλλων φορέων, ασχέτως της νομικής φύσης των δεσμών του με αυτούς, για την πλήρωση τόσο των κριτηρίων της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας του άρθρου 58, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας όσο και των κριτηρίων σχετικά με την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα του άρθρου 58, παράγραφος 4, της οδηγίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Ιουνίου 2021, Rad Service κ.λπ., C‑210/20, EU:C:2021:445, σκέψη 30, καθώς και διάταξη της 10ης Ιανουαρίου 2023, Ambisig, C‑469/22, EU:C:2023:25, σκέψη 23).
41. Δεδομένου ότι το δικαίωμα οικονομικού φορέα να στηριχθεί στις ικανότητες άλλων φορέων μπορεί να ασκηθεί, κατά το άρθρο 63, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2014/24, «ασχέτως της νομικής φύσης των δεσμών του με αυτούς», η στήριξη στις ικανότητες θυγατρικής, ακόμη και όταν η μητρική εταιρία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της, εμπίπτει στην έννοια της στήριξης στις ικανότητες «άλλων φορέων», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
42. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 10, της οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι ως «οικονομικός φορέας» νοείται «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημόσιος φορέας ή ένωση αυτών των προσώπων ή/και φορέων, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών συμπράξεων επιχειρήσεων, που προσφέρει στην αγορά εκτέλεση εργασιών ή/και έργου, προμήθεια προϊόντων ή παροχή υπηρεσιών». Η αιτιολογική σκέψη 14 της εν λόγω οδηγίας, η οποία αποσαφηνίζει το περιεχόμενο του ως άνω ορισμού, αναφέρει ότι η έννοια του «οικονομικού φορέα» πρέπει να «ερμηνεύεται διασταλτικά» και μνημονεύει ρητώς τις θυγατρικές.
43. Επιπροσθέτως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της PreZero, που συνίσταται στην εφαρμογή στον τομέα στων δημοσίων συμβάσεων της έννοιας της «οικονομικής ενότητας», όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το Δικαστήριο με τη σχετική με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ νομολογία του.
44. Ειδικότερα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η διακριτή νομική προσωπικότητα μιας θυγατρικής εταιρίας δεν εμποδίζει, αυτή καθεαυτήν, τον καταλογισμό της συμπεριφοράς της στη μητρική της εταιρία, ιδίως όταν η θυγατρική αυτή, μολονότι έχει διακριτή νομική προσωπικότητα, δεν καθορίζει αυτοτελώς τον τρόπο κατά τον οποίο ενεργεί στην αγορά, αλλά εφαρμόζει κατ’ ουσίαν τις οδηγίες της μητρικής εταιρίας. Λόγω της ενότητας του ομίλου ο οποίος σχηματίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ενέργειες των θυγατρικών εταιριών μπορούν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να καταλογισθούν στη μητρική εταιρία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η τυπική διάκριση μεταξύ των εν λόγω εταιριών που προκύπτει από τη διακριτή νομική τους προσωπικότητα δεν αντιτάσσεται, από πλευράς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, στην ενιαία συμπεριφορά τους στην αγορά (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1972, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, 48/69, EU:C:1972:70, σκέψεις 132, 133, 135 και 140, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, Sumal, C‑882/19, EU:C:2021:800, σκέψεις 41 και 43).
45. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης, στη σκέψη 60 της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:536), ότι, όταν μητρική εταιρία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου θυγατρικής η οποία διέπραξε παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υφίσταται μαχητό τεκμήριο ότι η εν λόγω μητρική εταιρία ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής της.
46. Εντούτοις, η ανωτέρω νομολογία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων, δεδομένου ότι η έννοια της «οικονομικής ενότητας», κατά τη νομολογία αυτήν, αποσκοπεί κυρίως στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης από τις δημόσιες αρχές (public enforcement), αποτρέποντας τους μεγάλους ομίλους να χρησιμοποιούν τη σύσταση θυγατρικών εταιριών προκειμένου να αποφύγουν βαριές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των εν λόγω κανόνων. Ο σκοπός αυτός, όμως, είναι ξένος προς το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
47. Η πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων που διέπουν τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων απαιτεί, αντιθέτως, να διαθέτει η αναθέτουσα αρχή όσο το δυνατόν ακριβέστερη και πλήρη γνώση της κατάστασης κάθε οικονομικού φορέα ο οποίος ζητεί να συμμετάσχει σε διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης ή ο οποίος προτίθεται να υποβάλει προσφορά, προκειμένου η αρχή αυτή να βεβαιωθεί για την ακεραιότητα και την αξιοπιστία του και, ως εκ τούτου, για τη μη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης με τον οικείο οικονομικό φορέα (πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2022, Taxi Horn Tours, C‑631/21, EU:C:2022:869, σκέψη 49).
48. Συνεπώς, όταν μητρική εταιρία αναφέρει στην προσφορά της ότι προτίθεται να αναθέσει την εκτέλεση της επίμαχης δημόσιας σύμβασης σε μία από τις επακριβώς προσδιορισμένες θυγατρικές της, η αναθέτουσα αρχή πρέπει να είναι σε θέση να εξακριβώσει, αφενός, την καταλληλότητα της θυγατρικής αυτής κατά την έννοια του άρθρου 58 της οδηγίας 2014/24 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, Ballast Nedam Groep, C‑389/92, EU:C:1994:133, σκέψεις 15 και 16) και, αφετέρου, την απουσία, ως προς την εν λόγω θυγατρική, λόγων αποκλεισμού βάσει του άρθρου 57 της οδηγίας.
49. Επομένως, σε αντίθεση με την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στο δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης, το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, και ειδικότερα το άρθρο 63, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24, στηρίζεται σε μια αντίληψη της έννοιας των «άλλων φορέων» ερειδόμενη κυρίως στη νομική προσωπικότητα των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων. Εξ ορισμού, όμως, μια οικονομική ενότητα, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και δεν εξαλείφει τη νομική ταυτότητα καθενός από αυτά. Ως εκ τούτου, για την εφαρμογή της οδηγίας 2014/24, θυγατρική ανήκουσα κατά 100 % στη μητρική της εταιρία εξακολουθεί να αποτελεί «άλλον φορέα» διακριτό από αυτήν.
50. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι μητρική εταιρία στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων όταν προτίθεται να χρησιμοποιήσει, για την εκτέλεση δημόσιας σύμβασης, τις ικανότητες θυγατρικής της οποίας κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
51. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 56, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι μητρική εταιρία που προτίθεται να στηριχθεί στις ικανότητες θυγατρικής, το σύνολο του κεφαλαίου της οποίας της ανήκει και ένας από τους διαχειριστές της οποίας είναι επίσης διαχειριστής της μητρικής εταιρίας, πρέπει να αποκλειστεί από διαδικασία διαγωνισμού για τον λόγο και μόνον ότι δεν επισύναψε στην προσφορά της το ΕΕΕΣ της θυγατρικής.
52. Από το άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει ότι το ΕΕΕΣ μπορεί να έχει, κατά περίπτωση, εναλλακτικώς ή σωρευτικώς, έναν ή περισσότερους από τους τρεις ακόλουθους σκοπούς. Συγκεκριμένα, το έγγραφο αυτό αποτελεί ενημερωμένη υπεύθυνη δήλωση η οποία υποκαθιστά, ως a priori απόδειξη, τα πιστοποιητικά που εκδίδουν δημόσιες αρχές ή τρίτα μέρη, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι ο οικείος οικονομικός φορέας δεν εμπίπτει σε κάποιον από τους λόγους αποκλεισμού από τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 57 της εν λόγω οδηγίας, ότι πληροί τα κριτήρια επιλογής τα οποία έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 58 της οδηγίας αυτής και ότι, κατά περίπτωση, τηρεί τους αντικειμενικούς κανόνες και τα αντικειμενικά κριτήρια που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 65 της οδηγίας (πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2022, Taxi Horn Tours, C‑631/21, EU:C:2022:869, σκέψη 48).
53. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα βασίζεται στην παραδοχή ότι ο οικονομικός φορέας που προτίθεται να στηριχθεί στις ικανότητες άλλων φορέων υποχρεούται να προσκομίσει το ΕΕΕΣ καθενός από τους φορείς αυτούς.
54. Όπως όμως προκύπτει από το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 63, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, οι οικονομικοί φορείς μπορούν να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε κατάλληλα μέσα για να αποδεικνύουν στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχουν στη διάθεσή τους τους αναγκαίους πόρους για την εκτέλεση της επίμαχης δημόσιας σύμβασης, προσκομίζοντας, μεταξύ άλλων, τη σχετική δέσμευση των άλλων αυτών φορέων.
55. Δεδομένου ότι είναι εφαρμοστέα η αρχή της ελευθερίας αποδείξεως, δεν μπορεί να απαιτείται από υποψήφιο ή προσφέροντα να υποβάλει στην αναθέτουσα αρχή ΕΕΕΣ τόσο για τον ίδιο όσο και για καθέναν από τους φορείς στις ικανότητες των οποίων προτίθεται να στηριχθεί.
56. Είναι αληθές ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 1 του εκτελεστικού κανονισμού 2016/7, το ΕΕΕΣ αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της προσπάθειας την οποία κατέβαλε ο νομοθέτης της Ένωσης, ιδίως μέσω της οδηγίας 2014/24, και η οποία συνίσταται στη μείωση του διοικητικού φόρτου που αντιμετωπίζουν τόσο οι αναθέτουσες αρχές όσο και οι οικονομικοί φορείς, ιδίως οι ΜΜΕ.
57. Υπό το πρίσμα αυτό, το άρθρο 59, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24, καθόσον προβλέπει ότι, κατά την υποβολή των αιτήσεων συμμετοχής ή των προσφορών, οι αναθέτουσες αρχές «δέχονται» το ΕΕΕΣ, αντιμετωπίζει μόνον τη συνηθέστερη περίπτωση κατά την οποία ο υποψήφιος ή ο προσφέρων επέλεξε να προσφύγει σε έναν τέτοιο τρόπο αποδείξεως (πρβλ. διάταξη της 10ης Ιανουαρίου 2023, Ambisig, C‑469/22, EU:C:2023:25, σκέψη 24).
58. Ωστόσο, ένας οικονομικός φορέας μπορεί να αποφασίσει να προσκομίσει, αντί του ΕΕΕΣ, πιστοποιητικά εκδοθέντα από δημόσιες αρχές ή τρίτα μέρη τα οποία αποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, ότι όχι μόνον ο ίδιος, αλλά και οι φορείς στις ικανότητες των οποίων προτίθεται να στηριχθεί, δεν εμπίπτουν σε λόγο αποκλεισμού προβλεπόμενο στο άρθρο 57 της ως άνω οδηγίας και/ή ότι πληρούν τα κριτήρια επιλογής που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 58 της οδηγίας.
59. Επομένως, εν προκειμένω, εφόσον η άδεια εκμετάλλευσης του χώρου υγειονομικής ταφής, η περιβαλλοντική άδεια και η άδεια εκμετάλλευσης της Valor RIB, τις οποίες η PreZero επισύναψε στην προσφορά της, αρκούσαν για να αποδείξουν ότι η θυγατρική αυτή πληρούσε τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 58 της οδηγίας 2014/24, η PreZero δεν ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει ΕΕΕΣ για να αποδείξει την πλήρωση των εν λόγω κριτηρίων. Επιπροσθέτως, στο μέτρο που η διαχείριση της θυγατρικής ασκείται από έναν μόνο διαχειριστή, ο οποίος είναι επίσης ο διαχειριστής της μητρικής εταιρίας, το ΕΕΕΣ της τελευταίας μπορεί να αποδείξει ότι για το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αποκλεισμού που προβλέπονται στο άρθρο 57 της οδηγίας. Εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.
60. Αντιθέτως, αν τα έγγραφα για τα οποία γίνεται λόγος στις σκέψεις 35 και 59 της παρούσας αποφάσεως δεν αρκούσαν για να αντισταθμίσουν την έλλειψη του ΕΕΕΣ της Valor RIB, η PreZero όφειλε, κατ’ εφαρμογήν του παραρτήματος 2, μέρος II, σημείο Γ, του εκτελεστικού κανονισμού 2016/7, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το δέκατο όγδοο εδάφιο του παραρτήματος 1 του εκτελεστικού κανονισμού καθώς και με την αιτιολογική σκέψη 84, τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 59, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24, να διαβιβάσει στην αναθέτουσα αρχή χωριστό ΕΕΕΣ που να περιέχει τις σχετικές πληροφορίες για καθέναν από τους φορείς των οποίων τις ικανότητες προτίθετο να χρησιμοποιήσει.
61. Εν πάση περιπτώσει, από το άρθρο 56, παράγραφος 3, της ως άνω οδηγίας προκύπτει σαφώς ότι, «[ό]ταν οι πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλλονται από τους οικονομικούς φορείς είναι ή εμφανίζονται ελλιπείς ή λανθασμένες ή όταν λείπουν συγκεκριμένα έγγραφα, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν –εφόσον δεν ορίζεται άλλως από την εθνική νομοθεσία με την οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία– να ζητούν από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς να υποβάλλουν, να συμπληρώνουν, να αποσαφηνίζουν ή να ολοκληρώνουν τις σχετικές πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά εντός εύλογης προθεσμίας υπό την προϋπόθεση ότι τα σχετικά αιτήματα υποβάλλονται τηρουμένων απολύτως των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας».
62. Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι το άρθρο 72, παράγραφος 3, στοιχείο a, του CCP παρέχει ρητώς στους υποψηφίους και στους προσφέροντες τη δυνατότητα να θεραπεύσουν τις τυπικές πλημμέλειες που επηρεάζουν τις υποψηφιότητες ή τις προσφορές τους, εφόσον η τακτοποίηση αυτή δεν είναι ικανή να μεταβάλει το ίδιο το περιεχόμενό τους και δεν παραβιάζει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και του ανταγωνισμού. Επιπλέον, η διάταξη αυτή μνημονεύει, μεταξύ των πλημμελειών που μπορούν να θεραπευθούν, τη μη υποβολή ή την εσφαλμένη υποβολή εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του ΕΕΕΣ, που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόδειξη πραγματικών περιστατικών ή προσόντων προγενέστερων της ημερομηνίας υποβολής της υποψηφιότητας ή της προσφοράς.
63. Επομένως, εφόσον είναι δυνατόν να τακτοποιηθεί η μη διαβίβαση από υποψήφιο ή προσφέροντα του ΕΕΕΣ που τον αφορά, το ίδιο πρέπει να ισχύει και όταν η παράλειψη αφορά τη διαβίβαση του ΕΕΕΣ θυγατρικής στις ικανότητες της οποίας προτίθεται να στηριχθεί ο υποψήφιος ή ο προσφέρων.
64. Δεύτερον, μια τέτοια τακτοποίηση είναι σύμφωνη προς τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, εφόσον, αφενός, ο υποψήφιος ή ο προσφέρων δήλωσε, με την υποψηφιότητά του ή με την προσφορά του, ότι σκόπευε να στηριχθεί στον φορέα του οποίου το ΕΕΕΣ δεν διαβιβάστηκε και, αφετέρου, πρόκειται, όπως προβλέπει το άρθρο 72, παράγραφος 3, στοιχείο a, του CCP, για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών ή προσόντων προγενέστερων της ημερομηνίας υποβολής της υποψηφιότητας ή της προσφοράς.
65. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 56, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι μητρική εταιρία που προτίθεται να στηριχθεί στις ικανότητες θυγατρικής, το σύνολο του κεφαλαίου της οποίας της ανήκει και ένας από τους διαχειριστές της οποίας είναι επίσης διαχειριστής της μητρικής εταιρίας, δεν μπορεί να αποκλειστεί από διαδικασία διαγωνισμού για τον λόγο και μόνον ότι δεν επισύναψε στην προσφορά της το ΕΕΕΣ της θυγατρικής, καθόσον μια τέτοια παράλειψη μπορεί να τακτοποιηθεί, εφόσον η τακτοποίηση δεν απαγορεύεται από διάταξη του εθνικού δικαίου και πραγματοποιείται τηρουμένων των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας.
Επί των δικαστικών εξόδων
66. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ,
έχει την έννοια ότι:
μητρική εταιρία στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων όταν προτίθεται να χρησιμοποιήσει, για την εκτέλεση δημόσιας σύμβασης, τις ικανότητες θυγατρικής της οποίας κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου.
2) Το άρθρο 56, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/24
έχει την έννοια ότι:
μητρική εταιρία που προτίθεται να στηριχθεί στις ικανότητες θυγατρικής, το σύνολο του κεφαλαίου της οποίας της ανήκει και ένας από τους διαχειριστές της οποίας είναι επίσης διαχειριστής της μητρικής εταιρίας, δεν μπορεί να αποκλειστεί από διαδικασία διαγωνισμού για τον λόγο και μόνον ότι δεν επισύναψε στην προσφορά της το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕΕΣ) της θυγατρικής, καθόσον μια τέτοια παράλειψη μπορεί να τακτοποιηθεί, εφόσον η τακτοποίηση δεν απαγορεύεται από διάταξη του εθνικού δικαίου και πραγματοποιείται τηρουμένων των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας.