(Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Πειθαρχικά παραπτώματα υπαλλήλων των ΟΤΑ. Ο προσφεύγων, ως διευθυντής των υπηρεσιών Συνδέσμου δήμων για την ίδρυση κοινού νεκροταφείου, υιοθέτησε και αποδέχτηκε ανεπιφύλαχτα σύστημα είσπραξης φιλοδωρημάτων κυρίως από εργολάβους κηδειών και επέδειξε χαρακτηριστική αμέλεια στην επιτέλεση του έργου της εποπτείας των εσόδων του Συνδέσμου και του τρόπου είσπραξης αυτών, με αποτέλεσμα να τελέσει το πειθαρχικό παράπτωμα της εντός υπηρεσίας χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για τον υπάλληλο διαγωγής. Προσήκουσα παρίσταται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης. Αρμόδιο να επιληφθεί της πειθαρχικής υποθέσεως του προσφεύγοντα ήταν το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Περιφέρειας, αφού αυτός δεν ήταν ανώτατος υπάλληλος. Η πειθαρχική ευθύνη του προσφεύγοντα είναι αυτοτελής και δεν συγχέεται με την πειθαρχική ευθύνη άλλων υπαλλήλων της Ταμειακής Υπηρεσίας και του λογιστηρίου του Συνδέσμου. Άγνοια του νόμου και του περιεχομένου των αρμοδιοτήτων του υπαλλήλου δεν συγχωρείται, προκειμένου αυτός να αποφύγει τις πειθαρχικές του ευθύνες. Παραδεκτά η προσφυγή ασκήθηκε απευθείας ενώπιον του ΣτΕ, διότι η πειθαρχική απόφαση δεν υπέκειτο σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Απορρίπτεται η προσφυγή.

 

  1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (3915355 και 1343486/2014 ειδικά έντυπα παραβόλου).
  2. Επειδή, με την προσφυγή αυτή ζητείται η εξαφάνιση 1) της 16/14.3.2014 αποφάσεως του Β’ Πειθαρχικού Συμβουλίου Περιφέρειας Αττικής, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα, υπάλληλο του Συνδέσμου Δήμων …, κατηγορίας ΠΕ4 (Αρχιτεκτόνων) με βαθμό Β’, η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως για τα πειθαρχικά παραπτώματα α) της παραβάσεως υπαλληλικού καθήκοντος, β) της «χαρακτηριστικής» αμέλειας και ατελούς ή μη έγκαιρης εκπληρώσεως του καθήκοντος και γ) της εντός υπηρεσίας αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής (άρθρα 110 και 111 παρ. 1 περ. στ’ και κβ’ του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων – ν. 3584/2007) και 2) της 1368/9.5.2014 πράξεως του Προέδρου του Συνδέσμου Δήμων και Αττικής για την ίδρυση κοινού Νεκροταφείου, με την οποία, κατ’ επίκληση του άρθρου 107 του ανωτέρω Κώδικα και του άρθρου πέμπτου του ν. 4057/2012, ο προσφεύγων, συνεπεία της ανωτέρω πειθαρχικής καταδίκης, τέθηκε σε αυτοδίκαιη αργία.
  3. Επειδή, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης προσβαλλόμενης πράξεως περί επιβολής στον προσφεύγοντα της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως, έχει το χαρακτήρα προσφυγής ουσίας, υπαγόμενης, κατά το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξεως περί θέσεως αυτού σε αυτοδίκαιη αργία έχει το χαρακτήρα αιτήσεως ακυρώσεως, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’ του ν. 702/1977 (Α’ 268), όπως ισχύει αντικατασταθέν από το άρθρο 47 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Λόγω όμως του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της προσβαλλόμενης με την αίτηση ακυρώσεως πράξεως, κατά της οποίας, άλλωστε, δεν προβάλλονται λόγοι ακυρώσεως αναγόμενοι σε αυτοτελείς πλημμέλειές της σε σχέση με την προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση, η αίτηση πρέπει να κρατηθεί από το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 (Α’ 150), και να συνεκδικασθεί με την κρινόμενη προσφυγή (πρβλ. ΣτΕ 771/2017, 73/2015, 926/2015, 1216/2015, 3429/2015 κ.ά.).
  4. Επειδή, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, η οποία προστέθηκε στο άρθρο αυτό με την υποπαράγραφο ΣΤ. 3 της παραγράφου ΣΤ’ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107/9.5.2013) και η οποία, ως δικονομική, καταλαμβάνει και τα πειθαρχικά παραπτώματα που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της (ΣτΕ 2339/2017, 226/2016), η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω του χρόνου εκδόσεώς της, δεν υπέκειτο σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, και, επομένως, παραδεκτώς ασκήθηκε η υπό κρίση προσφυγή απ’ ευθείας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
  5. Επειδή, ο Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007 (Α’ 143), ορίζει στο άρθρο 107, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε εν προκειμένω αντικατασταθέν με την διαδικαστικού περιεχομένου διάταξη της υποπαραγράφου Ζ. 3 περ. 3 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α’ 222), ότι: «1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία: α) … δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης και ε) … 2. … ». Εξάλλου, στο άρθρο 110 του ανωτέρω Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη και μπορεί να καταλογισθεί στον υπάλληλο. 2. Το υπαλληλικό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, οι εντολές και οδηγίες όσο και από τη συμπεριφορά που πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος εντός και εκτός της υπηρεσίας ώστε να μη θίγεται το κύρος αυτής. 3…», στο άρθρο 111 ότι: «1. Πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν ιδίως: α. … β… στ. Η αμέλεια, καθώς και η ατελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος. ζ. … κβ. Η εντός και εκτός υπηρεσίας αναξιοπρεπής ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή. κγ. …» και στο άρθρο 113 ότι: «1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α. … β. … στ. Η οριστική παύση. 2. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: α. … β. … γ. … δ. Χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή, εντός ή εκτός της υπηρεσίας. ε. … 3. …».
  6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, τον Ιούνιο του 2011, ο τότε Πρόεδρος του Συνδέσμου Δήμων και Αττικής για την ίδρυση κοινού Νεκροταφείου στη θέση …, που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ο.Τ.Α. Α’ βαθμού) και έχει συσταθεί με την 8608/1.11.1984 απόφαση του Νομάρχη (Β’ 805), διαπίστωσε, από τυχαίο δειγματοληπτικό έλεγχο, ασυμφωνία των στοιχείων μεταξύ των τμημάτων και των γραφείων του Συνδέσμου και όρισε πενταμελή επιτροπή υπαλλήλων για τη διενέργεια ελέγχου, των ετών 2007 έως και 2010, από τον οποίο προέκυψε μεγάλο χρηματικό έλλειμμα στο ταμείο του Συνδέσμου. Κατόπιν ομολογίας, με ίδια πρωτοβουλία, στις 9-6-2011, της υπαλλήλου του Συνδέσμου, …, η οποία ασκούσε καθήκοντα εισπράκτορα του Συνδέσμου στο ανωτέρω νεκροταφείο, ενώπιον του Προέδρου του Συνδέσμου και του προσφεύγοντος, ο οποίος, από το έτος 2000, ήταν Διευθυντής Διοικητικών – Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών του Συνδέσμου, ότι είχε παραποιήσει διπλότυπα εισπράξεως με σκοπό την προσπόριση οικονομικού οφέλους και ότι η ίδια ευθυνόταν για το διαπιστωθέν χρηματικό έλλειμμα, επελήφθη της υποθέσεως, κατόπιν της από 8.7.2011 σχετικής εντολής, το Σώμα Ελεγκτών-Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο στη συνέχεια, κατόπιν της μεταγενέστερης, από 6.12.2011, εντολής διενήργησε και ένορκη διοικητική εξέταση. Εξάλλου, η ανωτέρω υπάλληλος, στις 26.7.2011, υπέβαλε προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς και την …/26.7.2011 αναφορά-καταγγελία, με την οποία δήλωσε ότι τόσο αυτή, όσο και ο προσφεύγων, εμπλέκοντο σε ατασθαλίες κατά την οικονομική διαχείριση του νεκροταφείου Σχιστού. Κατόπιν της έρευνας που διενεργήθηκε από τους Επιθεωρητές – Ελεγκτές του Σώματος Ελεγκτών – Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.), … και …, για το χρονικό διάστημα 2008 έως 30.6.2011, συντάχθηκε η από Μαΐου 2012 Έκθεση Επιθεωρήσεως – Ελέγχου, με αντικείμενο τη διαδικασία εισπράξεως των εσόδων του Συνδέσμου από τη λειτουργία του κοινού Κοιμητηρίου, καθώς και η από Μαΐου 2012 Πορισματική Έκθεση Ένορκης Διοικητικής Εξετάσεως. Όπως αναφέρεται στις ανωτέρω δύο εκθέσεις, ο Σύνδεσμος Δήμων … εφαρμόζει για την είσπραξη των εσόδων του, σύμφωνα με το άρθρο 167 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων», τις διατάξεις του από 17.5/15.6.1959 β.δ/τος «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων», καθώς και τις λοιπές σχετικές διατάξεις, μέχρι δε το 2012 δεν

διέθετε ίδια ταμειακή υπηρεσία και η ταμειακή εξυπηρέτηση αυτού είχε ανατεθεί στο Δήμο …, σύμφωνα με την 07/ΔΤΑ/12301/25.7.2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής. Στον Δήμο αυτό τηρούντο και τα επίσημα βιβλία του Συνδέσμου, με βάση τα δικαιολογητικά που κατατίθεντο από τον εισπράκτορα-ταμία, ως προς τα έσοδα, και τον υπεύθυνο του λογιστηρίου, ως προς τα έξοδα. Τα έσοδα από τα δικαιώματα του νεκροταφείου, εισπράττοντο στα γραφεία του Συνδέσμου από τον εισπράκτορα, ο οποίος εξέδιδε για κάθε είσπραξη διπλότυπο εισπράξεως, που παραλάμβανε από τον αρμόδιο για τη διαχείριση του Συνδέσμου στο Δήμο …, και ο οποίος, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, απέδιδε αυτά στον εν λόγω διαχειριστή με την έκδοση γραμματίου εισπράξεως. Στη συνέχεια, τα ως άνω χρηματικά ποσά κατατίθεντο σε τραπεζικό λογαριασμό του Συνδέσμου. Όπως διαπιστώθηκε από την έρευνα, το Γραφείο Λογιστηρίου του Συνδέσμου, κατά τη χρονική περίοδο που αποτέλεσε αντικείμενο του ελέγχου, δεν προέβαινε, πριν από την είσπραξη της εκάστοτε οφειλής, σε έκδοση υπηρεσιακών βεβαιωτικών σημειωμάτων προς προσδιορισμό του είδους, του ύψους και της αιτίας της εισπράξεως αυτής, κατά παράβαση του άρθρου 5 του Β.Δ. 17-5/15-6-1959, με αποτέλεσμα το ταμείο να προβαίνει στην είσπραξη εσόδων από τη λειτουργία του νεκροταφείου χωρίς να τηρείται προηγουμένως η νόμιμη διαδικασία καθορισμού της οφειλής. Κατά τον τρόπο αυτό, ο εισπράκτορας προέβαινε ο ίδιος, όχι μόνον στην είσπραξη, αλλά και στον προσδιορισμό του ύψους, του είδους και της αιτίας της οφειλής, παρότι δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα, το δε Γραφείο Λογιστηρίου εξέδιδε συνολικά όλα τα υπηρεσιακά βεβαιωτικά σημειώματα εκ των υστέρων, μετά την είσπραξη και την έκδοση των διπλοτύπων εισπράξεως, με βάση τα διπλότυπα που του απέστελλε το Γραφείο Ταμειακής Υπηρεσίας, και εξήταζε απλώς τη συμφωνία των ποσών, με συνέπεια να μην γίνεται ο απαιτούμενος προληπτικός έλεγχος και η είσπραξη των εσόδων να λειτουργεί ανεξέλεγκτα. Στην έκθεση ελέγχου αναφέρεται ότι ουδέποτε είχε τοποθετηθεί Προϊστάμενος στο Οικονομικό Τμήμα, ώστε να έχει την άμεση εποπτεία τηρήσεως της νόμιμης διαδικασίας και ότι η κατά τα ως άνω παράτυπη διαδικασία τηρείτο τουλάχιστον από το έτος 2001 μέχρι τον Μάιο του 2011, όταν και ανέλαβε ο νέος Πρόεδρος του Συνδέσμου, ο οποίος καθιέρωσε την τήρηση της ορθής διαδικασίας. Η απόκρυψη εσόδων, ως προς τα δικαιώματα ταφής, όπως προέκυψε από τον έλεγχο των στοιχείων και την ανωμοτί κατάθεση της ως άνω εισπράκτορος, …, γινόταν με την αναγραφή στο μπλε στέλεχος του διπλοτύπου, που παραδίδετο στον ενδιαφερόμενο, της ορθής κατηγορίας ταφής ή του ορθού χρόνου παρατάσεως της ταφής και του ακριβούς ποσού, αφού προηγουμένως όμως τοποθετείτο ανάμεσα στα στελέχη μικρό «χαρτονάκι», ώστε το πλήρες ποσό, το οποίο και εισπράττετο, και τα λοιπά στοιχεία να μην αναγράφονται στο λευκό στέλεχος του διπλοτύπου που παρέμενε στην υπηρεσία, το οποίο συμπληρωνόταν εκ των υστέρων με μειωμένο ποσό, κατόπιν αλλαγής της κατηγορίας ταφής που αναγράφετο στο ημερήσιο πρόγραμμα ταφών ή μείωσης του χρόνου παρατάσεως της ταφής. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις παρατάσεως της ταφής, εκδίδονταν από την ταμειακή υπηρεσία διπλότυπα όχι με τη συγκεκριμένη αιτιολογία, αλλά με άλλη πλασματική αιτιολογία, στην οποία αντιστοιχούσαν μικρότερα ποσά. Περαιτέρω, ως προς την είσπραξη των εσόδων για τη δόμηση τάφων, από τον έλεγχο προέκυψε ότι στο ταμείο του Συνδέσμου τηρείτο βιβλίο με τίτλο «Αιτήσεις Οικογενειακών Τάφων για έγκριση από την Αρχιτεκτονική Επιτροπή», το οποίο ήταν άτυπο, καθώς όλα τα σχετικά με τις δομήσεις των τάφων στοιχεία τηρούντο μηχανογραφικά και ότι, σε πολλές περιπτώσεις, για αιτήσεις ατόμων που είχαν καταγραφεί στο βιβλίο αυτό προς έγκριση για τη δόμηση τάφων, δεν εκδίδοντο στη συνέχεια διπλότυπα εισπράξεως των αντίστοιχων δικαιωμάτων του Συνδέσμου, με αποτέλεσμα το Γραφείο Λογιστηρίου να μην λαμβάνει γνώση των εισπραχθέντων ποσών, τα οποία, ως εκ τούτου, δεν καταχωρούντο στο μηχανογραφημένο αρχείο, καθώς και ότι, σε άλλες περιπτώσεις, τα διπλότυπα εισπράξεως εκδίδονταν με ανακριβή στοιχεία, είτε για άλλες οικογένειες από εκείνες στις οποίες αφορούσαν είτε για την είσπραξη μικρότερων ποσών είτε με άλλες αιτιολογίες. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε, ότι οι εργολάβοι, προσκομίζοντας απλό σημείωμα με τα ονόματα των δικαιούχων, πλήρωναν στο ταμείο για την έκδοση άδειας δομήσεως τάφου, χωρίς συνήθως να παίρνουν απόδειξη, αλλά και χωρίς να τη ζητήσουν εκ των υστέρων, το δε ταμείο, στην περίπτωση αυτή, δεν εξέδιδε αποδείξεις και, συνεπώς, τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά δεν εισπράττονταν ως έσοδα του Συνδέσμου. Η συνολική απώλεια εσόδων του Συνδέσμου, ενόψει των ανωτέρω, ανήλθε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2008-30.6.2011), σε 262.075 ευρώ. Όπως επισημαίνεται στις εκθέσεις ελέγχου, η ευθύνη για την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας ανήκε στον προσφεύγοντα, ο οποίος, σύμφωνα με τις ληφθείσες μαρτυρικές καταθέσεις, τελούσε εν γνώσει της ακολουθούμενης κατά τα ανωτέρω παράτυπης πρακτικής και ο οποίος, παρά το γεγονός της επί μακρόν θητείας του ως Διευθυντού Διοικητικών, Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών, παρέλειψε να διασφαλίσει την είσπραξη των εσόδων του Συνδέσμου. Πέραν αυτών, οι Επιθεωρητές-Ελεγκτές του Σώματος Ελεγκτών-Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου στο νεκροταφείο του         εντόπισαν ημερήσιες καταστάσεις εισπράξεως του ταμείου, για τα έτη 2004, 2005, 2006 και 2007, στις οποίες αναγράφοντο τα ονόματα των οφειλετών και τα εισπραχθέντα ποσά, σε πολλές δε περιπτώσεις, στο περιθώριο κάθε σελίδας και δίπλα ακριβώς από τα νομίμως εισπραχθέντα δικαιώματα του Συνδέσμου, αναγράφοντο διάφορα άλλα ποσά. Κατά τις καταθέσεις του προσφεύγοντος και των δύο υπαλλήλων της ταμειακής υπηρεσίας, που αναγνώρισαν τις εν λόγω καταστάσεις, τα ποσά αυτά αφορούσαν «φιλοδωρήματα» που άφηναν οι οφειλέτες (συνήθως εργολάβοι κηδειών) στο ταμείο.

Ειδικότερα, η … κατέθεσε, ότι τα ποσά αυτά καταβάλλοντο από τους εργολάβους, προκειμένου να έχουν την εύνοια του προσφεύγοντος (π.χ. για την επιλογή θέσεως ταφής, για προτεραιότητες ταφών κ.λπ.), σε περίπτωση δε που κάποιοι εργολάβοι δεν άφηναν στο ταμείο φιλοδώρημα, ο προσφεύγων την υποχρέωνε να τους ενοχλεί τηλεφωνικώς, ενώ, τόσο η ανωτέρω υπάλληλος, όσο και ο δεύτερος εισπράκτορας του Συνδέσμου, …, κατέθεσαν, ότι στο τέλος κάθε ημέρας ή ανά τακτά χρονικά διαστήματα, παρέδιδαν τις καταστάσεις αυτές στον προσφεύγοντα με το συνολικώς εισπραχθέν ποσό, ο τελευταίος δε, αφού παρακρατούσε για τον εαυτό του το μεγαλύτερο μέρος, έδινε και σ’ αυτούς ένα μερίδιο. Ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του ελέγχου ότι τα «φιλοδωρήματα» είναι μια διαδικασία που είθισται σε όλα τα κοιμητήρια, ότι η πρακτική αυτή προϋπήρχε του διορισμού του και ότι ο ίδιος τη διατήρησε εν γνώσει του. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι επί του ελέγχου υπάλληλοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων, ως Διευθυντής Διοικητικών, Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών: «1. Παρέλειψε να διασφαλίσει τη νόμιμη διαδικασία είσπραξης των εσόδων του Συνδέσμου και να εποπτεύσει επαρκώς τους υφιστάμενους υπαλλήλους του παρά το γεγονός της επί μακρόν υπηρεσίας του ως Δ/ντής Διοικητικών, Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών και παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι το Ταμείο προέβαινε πέραν της είσπραξης και σε καθορισμό των οφειλόμενων στο Σύνδεσμο ποσών χωρίς την προηγούμενη βεβαίωσή τους από το Λογιστήριο. Αποτέλεσμα των παραλείψεών του ήταν η απώλεια εσόδων στο Σύνδεσμο συνολικού ύψους 262.075 €. 2. Προέβαινε κατ’ εξακολούθηση στη μη νόμιμη πράξη της αποδοχής και είσπραξης χρηματικών ωφελημάτων από εξυπηρετούμενους του Κοιμητηρίου, διαμέσου των υφισταμένων υπαλλήλων του          … και …, από τα οποία ο εν λόγω απολάμβανε το μεγαλύτερο μέρος. Με τις ως άνω πράξεις του παρέβη τα υπαλληλικά του καθήκοντα κατ’ άρθρο 110 και επ. του Ν. 3584/2007 … ». Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκθέσεις του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ., το έτος 2004 είχε επίσης διενεργηθεί διαχειριστικός έλεγχος στο Σύνδεσμο Δήμων … από τους Επιθεωρητές της Διευθύνσεως Οικονομικής Επιθεωρήσεως Πειραιά, για τα έτη 1998 μέχρι 2003, κατά τον οποίο είχε διαπιστωθεί και πάλι οικονομικό έλλειμμα στο Σύνδεσμο, που οφείλετο, κατά τη σχετική πορισματική έκθεση, είτε στο ότι εισπράττοντο δικαιώματα και τέλη, τα οποία δεν καταχωρούντο στα επίσημα βιβλία, είτε στο ότι δεν επιδιώκετο η είσπραξη αυτών, ενώ, κατά την ίδια έκθεση, είχαν παρουσιασθεί, και κατά τα έτη εκείνα, οι ίδιες δυσλειτουργίες και διαχειριστικές ατασθαλίες με τις διαπιστωθείσες εν προκειμένω, κατά την είσπραξη των εσόδων του Συνδέσμου. Καίτοι όμως το πόρισμα αυτό είχε κοινοποιηθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες, ουδεμία μέριμνα καταβλήθηκε έκτοτε από τον εκάστοτε Πρόεδρο του Συνδέσμου (πλην του τελευταίου, …, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα τον Μάιο του 2011) και τον προσφεύγοντα, ως Διευθυντή Τεχνικών, Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών, προκειμένου να καθιερωθεί η ορθή διαδικασία ελέγχου και η διασφάλιση των εισπρακτέων οφειλών. Οι οικονομικοί επιθεωρητές, μάλιστα, όπως προέκυψε από την Ε.Δ.Ε., είχαν προτείνει στους υπαλλήλους, προς διασφάλισή τους, την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, την οποία γνώριζε ο προσφεύγων και οι δύο ταμίες του Συνδέσμου και η οποία όμως με την πάροδο του χρόνου σταμάτησε να εφαρμόζεται. Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου, κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, και της …/2012 εκθέσεως επιθεωρήσεως – ελέγχου, έκρινε ότι ο προσφεύγων έπρεπε να ελεγχθεί πειθαρχικώς και ότι η πειθαρχική ποινή που έπρεπε να του επιβληθεί υπερέβαινε την αρμοδιότητά του, για το λόγο δε αυτό, με την 316/2012 (υπ’ αριθμ. πρωτ. 3063/31.8.2012) απόφαση, παρέπεμψε αυτόν στην Οικονομική Επιτροπή του Συνδέσμου, η οποία, για τον ίδιο λόγο, με την 99/4.9.2012 απόφαση τον παρέπεμψε ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, για τα πειθαρχικά παραπτώματα α) της παραβάσεως υπαλληλικού καθήκοντος (άρθρο 110 παρ. 1 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ν. 3584/2007), β) της παραβάσεως καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους, γ) της αμέλειας καθώς και ατελούς ή μη έγκαιρης εκπληρώσεως του καθήκοντος, δ) της αποδοχής υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος για το χειρισμό υποθέσεως από υπάλληλο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ε) της χρησιμοποιήσεως τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή για την πρόκληση ή ματαίωση διαταγής της υπηρεσίας, στ) της παραλείψεως διώξεως και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος υφισταμένου και ζ) της εντός και εκτός υπηρεσίας αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής (άρθρο 111 παρ. 1 περιπτ. β’, στ’, ιζ’, ιη’, κα’ και κβ’ του ίδιου Κώδικα). Εξάλλου, με την 4049/5.1.22012 πράξη του Προέδρου του Συνδέσμου Δήμων … διαπιστώθηκε, λόγω της πειθαρχικής παραπομπής του προσφεύγοντος, η αυτοδίκαιη θέση του σε αργία. Το Β’ Πειθαρχικό Συμβούλιο Περιφέρειας Αττικής, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, με την 27/2013 απόφαση, διέταξε την κλήση του προσφεύγοντος σε απολογία, για την οποία αυτός κατέθεσε το από 30.10.2013 απολογητικό υπόμνημα, και, στη συνέχεια, τη διενέργεια πειθαρχικής ανακρίσεως, προκειμένου, αφενός να κληθεί ο προσφεύγων να καταθέσει ανωμοτί, διότι κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ από το Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. αυτός είχε εξετασθεί ενόρκως, αφετέρου να διευκρινισθούν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Η διενέργεια πειθαρχικής ανακρίσεως ανετέθη στην Προϊσταμένη της Διευθύνσεως Διοικήσεως της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αττικής. Κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής αυτής ανακρίσεως κατέθεσε ανωμοτί ο προσφεύγων, καθώς και ο επίσης παραπεμφθείς ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, υπάλληλος της ταμειακής υπηρεσίας, …, και εξετάσθηκαν ενόρκως μάρτυρες, επιβεβαιώθηκαν δε τα συμπεράσματα των δύο εκθέσεων του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. Πέραν όμως των προεκτεθέντων, από την ανάκριση προέκυψε, περαιτέρω, ότι, καίτοι στον εν λόγω Σύνδεσμο είχε εγκατασταθεί, από το έτος 2008, μηχανογραφικό σύστημα, αυτό δεν είχε τεθεί σε πλήρη εφαρμογή, ώστε να υπάρχει διασύνδεση όλων των Γραφείων (ταφολογίου, λογιστηρίου και ταμείου) και να παρακολουθείται η είσπραξη των εσόδων, αλλά το σύστημα αυτό χρησιμοποιείτο μόνον για την παρακολούθηση των εξόδων. Ακολούθησε η σύνταξη της από 20.1.2014 «Εκθέσεως πορίσματος πειθαρχικής ανακρίσεως», στην οποία η εν λόγω ανακριτική υπάλληλος, εκθέτει ότι ο προσφεύγων τέλεσε τις πράξεις και παραλείψεις που του αποδίδονται και, επομένως, ότι υπέπεσε στα προαναφερθέντα πειθαρχικά παραπτώματα της παραβάσεως των άρθρων 110 και 111 παρ. 1 περ. β’, στ’, ιζ’, ιη’ και κβ’ του ν. 3584/2007. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη 16/14.3.2014 απόφαση του Β’ Πειθαρχικού Συμβουλίου Περιφέρειας Αττικής, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή, αφού λήφθηκε υπόψη το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της πειθαρχικής υποθέσεως, έγινε δεκτό ότι ο προσφεύγων «Α) … ως Διευθυντής των Διοικητικών, Τεχνικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Συνδέσμου Δήμων …, ενόψει των αρμοδιοτήτων και των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων, υιοθέτησε και αποδέχτηκε ανεπιφύλαχτα σύστημα είσπραξης φιλοδωρημάτων κυρίως από εργολάβους κηδειών, επιφορτίζοντας τους υφισταμένους του Ταμίες με την είσπραξη και τη συγκέντρωση των ποσών που προέκυπταν από τα φιλοδωρήματα αυτά, στο φυσικό χώρο του γραφείου του, διατηρώντας χαρακτηριστικά ειδικό «κουτί» -όπως αναφέρεται σε μαρτυρικές καταθέσεις-, έχοντας πλήρη επίβλεψη λειτουργίας του συστήματος αυτού και προβαίνοντας στη διαχείριση των χρημάτων αυτών, ανεξαρτήτως της οικειοθελούς καταβολής τους. Τα χρήματα αυτά χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν, ισχυριζόμενος, αναποδείκτως, ότι κάλυπτε μικροδαπάνες του Συνδέσμου. Θεωρούσε, δε, την ανωτέρω διαδικασία, ως διαδικασία που «είθισται σε όλα τα Κοιμητήρια» (σύμφωνα με την κατάθεσή του). Αντίθετα, ο ανωτέρω Διευθυντής παρέλειψε να προβεί σε πράξη απαγόρευσης λήψης οποιουδήποτε φιλοδωρήματος από οποιονδήποτε και για οποιαδήποτε αιτία, όπως τούτο έπραξε τον Μάιο του 2011, ο τότε Πρόεδρος του Συνδέσμου …, ο οποίος και ανήρτησε σχετικές πινακίδες απαγόρευσης καταβολής φιλοδωρημάτων στον χώρο του Κοιμητηρίου. Με την ανωτέρω «αποδεχόμενη» και διατηρούμενη πρακτική, δημιουργήθηκε η εσφαλμένη πεποίθηση προς τους συναλλασσόμενους είτε επρόκειτο για συγγενείς ταφέντων είτε για εργολάβους κηδειών, ότι έστω και ένα «ευτελούς» αξίας φιλοδώρημα θα εξασφάλιζε καλύτερη αντιμετώπιση της περίπτωσής τους, από την υπηρεσία. Η ηθική απαξία αυτής της πρακτικής αυτής είναι μεγάλη, και η αμέλεια του Διευθυντή χαρακτηριστική, καθόσον εξέθεσε την ίδια του την υπηρεσία έναντι των συναλλασσομένων πολιτών, στη συνείδηση των οποίων δημιουργήθηκε η προαναφερόμενη εσφαλμένη και εκτός νομιμότητας πεποίθηση … Β) Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω Διευθυντής, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές του, ως εκ της θέσεως και της υπηρεσιακής του εμπειρίας, επέδειξε χαρακτηριστική αμέλεια στην επιτέλεση του έργου του και συγκεκριμένα αυτού της εποπτείας των εσόδων του Συνδέσμου και του τρόπου είσπραξης αυτών, μη διαφυλάττοντας τα οικονομικά συμφέροντα του Συνδέσμου. Τούτο δε διότι: α) παρέλειψε πλήρως να θέσει σε λειτουργία το ήδη εγκατεστημένο και ολοκληρωμένο λειτουργικό σύστημα εσόδων του Συνδέσμου, όταν μάλιστα όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των υπαλλήλων του Συνδέσμου, είχε εμπεδωθεί η εντύπωση σε αυτούς ότι το λειτουργικό σύστημα δεν υπάρχει ή δεν λειτουργεί, β) αποδέχθηκε τη συνέχιση της εσφαλμένης πρακτικής που μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων του ακολουθείτο, δηλαδή, ο εισπράκτορας να βεβαιώνει ταυτοχρόνως και το ποσό που εισέπραττε, χωρίς να αποτυπώνονται λογιστικά οι εγγραφές του ταφολογίου με τις εκδιδόμενες από το λογιστήριο αποδείξεις, εμμένοντας ο ίδιος χαρακτηριστικά στην άποψη «έτσι τα βρήκαμε έτσι τα αφήσαμε, κανένας δεν μου υπέδειξε τον ορθό τρόπο», κατά παράβαση των άρθρων 5 και 59 του Β.Δ. 17-5/15-6-1959, γ) παράλληλα, ως Προϊστάμενος των Οικονομικών Υπηρεσιών του Συνδέσμου, δεν προέβη σε κανένα συνδυαστικό έλεγχο των στοιχείων του ταφολογίου και των δεδομένων των διπλοτύπων, προβαίνοντας στη διασταύρωση των ονομάτων που αναφέρονται στις μηχανογραφημένες ημερήσιες καταστάσεις είσπραξης του Λογιστηρίου με την κατηγορία ταφής, όπως αναγράφεται στο Ημερήσιο Πρόγραμμα Ταφών, δ) δεν ήλεγχε τις αιτήσεις ανανεώσεως αδειών ταφής με εμφανιζόμενο μικρότερο χρόνο παράτασης, ενώ δεν είχε δώσει κατάλληλες και σαφείς οδηγίες προς τους υφισταμένους του (βλ. κατάθεση …) και ε) δεν ήλεγχε την είσπραξη των εσόδων από την έκδοση αδειών δόμησης οικογενειακών τάφων … κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (2008 – 30/6/2011) …». Κατά την κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου, οι ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις του προσφεύγοντος στοιχειοθετούσαν τα παραπτώματα της παραβάσεως του υπαλληλικού καθήκοντος, κατά το άρθρο 110 του ν. 3584/2007, της «χαρακτηριστικής» αμέλειας και ατελούς ή μη έγκαιρης εκπληρώσεως του καθήκοντος και της εντός της υπηρεσίας αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για τον υπάλληλο διαγωγής, κατά το άρθρο 111 παρ. 1 περ. στ’ και κβ’ του ν. 2584/2007, για τα οποία του επέβαλε, ως προσήκουσα, την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως. Ακολούθως, με τη δεύτερη προσβαλλόμενη 1368/9.5.2014 πράξη του Προέδρου του Συνδέσμου Δήμων …, ο προσφεύγων, συνεπεία της ανωτέρω πειθαρχικής του καταδίκης, τέθηκε σε αυτοδίκαιη αργία, σύμφωνα με το άρθρο 107 του ανωτέρω Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε συνδυασμό και με το άρθρο πέμπτο του ν. 4057/2012.

  1. Επειδή, ο προσφεύγων, υπολαμβάνοντας ότι το Β’ Πειθαρχικό Συμβούλιο που έκρινε επί της προκειμένης πειθαρχικής υποθέσεως είχε το χαρακτήρα Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου υπήγετο αυτός, όπως υποστηρίζει, λόγω της ιδιότητάς του ως ανώτατος υπάλληλος ν.π.δ.δ., σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του ν. 3528/2007 περί Υπαλληλικού Κώδικα (όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 και εφαρμοζόταν και στις εκκρεμείς πειθαρχικές υποθέσεις, όπως η προκειμένη, βάσει του άρθρου έβδομου του τελευταίου αυτού νόμου), με την κρινόμενη προσφυγή προβάλλει, ότι η συγκρότηση και η σύνθεση του οργάνου αυτού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 146Β του ως άνω Υπαλληλικού Κώδικα που προβλέπουν τη συγκρότηση και τη λειτουργία των πρωτοβαθμίων πειθαρχικών συμβουλίων, δεν ήταν νόμιμη, διότι, εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν, αντιθέτως, οι διατάξεις του άρθρου 146Α του ίδιου Κώδικα (όπως το άρθρο αυτό είχε αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012), που προβλέπουν τη συγκρότηση και τη λειτουργία του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Ο λόγος όμως αυτός, είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως, ότι το πειθαρχικό όργανο που επελήφθη της υποθέσεως του προσφεύγοντος ήταν το κατά το άρθρο 146Α του Υ.Κ. αρμόδιο για την κρίση των ανωτάτων υπαλλήλων Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Υπό την εκδοχή δε ότι ο λόγος αυτός έχει την έννοια ότι ο προσφεύγων έπρεπε να κριθεί από το τελευταίο αυτό πειθαρχικό όργανο και όχι από το (πρωτοβάθμιο) Β’ Πειθαρχικό Συμβούλιο της Περιφέρειας Αττικής, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 146Β του ν. 3528/2007, που κατά το άρθρο πέμπτο του ν. 4057/2012 εφαρμόζονται αναλόγως και για το μόνιμο προσωπικό των δήμων, επιλαμβάνεται των πειθαρχικών υποθέσεων των υπαλλήλων που κατέχουν θέσεις κατώτερων της Γενικής Διευθύνσεως οργανικών μονάδων, είναι πάντως απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη διάρθρωση των οργανικών μονάδων του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α., κατά τις σχετικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα [άρθρ. 84 ν. 3528/2007 – βλ. και το προϊσχύσαν άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 2190/1994 (όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 8 του ν. 3260/2004)], και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (άρθρ. 10 παρ. 1 ν. 3584/2007), συνάγεται ότι, ανώτατοι υπάλληλοι, ήτοι υπάλληλοι που καταλαμβάνουν την κορυφαία βαθμίδα της υπαλληλικής ιεραρχίας των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είναι μόνον οι Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων και όχι και οι Προϊστάμενοι Διευθύνσεων (πρβλ. ΣτΕ 444/1996, 2991/2002, 2788-89/2009 7μ.), όπως ο προσφεύγων, ο οποίος προΐστατο της Διευθύνσεως Διοικητικών, Τεχνικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Συνδέσμου Δήμων …, ήτοι Διευθύνσεως κατωτέρου επιπέδου εκείνου της Γενικής Διευθύνσεως και, συνεπώς, δεν είχε την ιδιότητα του ανωτάτου υπαλλήλου. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Συνδέσμου Δήμων … (07/ΔΤΑ/8659/2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής – Β’ 1681), δεν υφίστατο στο Σύνδεσμο οργανική μονάδα επιπέδου Γενικής Διευθύνσεως. Κατ’ ακολουθίαν, αρμόδιο να επιληφθεί της πειθαρχικής υποθέσεως του προσφεύγοντος ήταν το ανωτέρω Β’ Πειθαρχικό Συμβούλιο της Περιφέρειας Αττικής, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με νόμιμη συγκρότηση, αποτελούμενο, κατά το άρθρο 146Β του Υ.Κ., από έναν Πρωτοδίκη Δ.Δ., ως Πρόεδρο, μία Δικαστική Αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ. και τον Προϊστάμενο της Διευθύνσεως Οικονομικών Υπηρεσιών του Ε.Τ.Α.Α., ως μέλη.
  2. Επειδή, όπως παγίως γίνεται δεκτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά την εκδίκαση της υπαλληλικής προσφυγής του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος εξετάζει την υπόθεση κατά το νόμο και την ουσία, ήτοι προβαίνει σε ιδία διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων που αποδίδονται στον πειθαρχικώς διωκόμενο, ως πειθαρχικών παραπτωμάτων, και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Το Δικαστήριο κρίνει, ύστερα από νέα στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, αν στοιχειοθετείται πειθαρχικό παράπτωμα και σε καταφατική περίπτωση αποφαίνεται για την προσήκουσα πειθαρχική ποινή, εκτιμώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το παράπτωμα και λαμβάνοντας υπόψη την τυχόν έμπρακτη μεταμέλεια, την εν γένει υπηρεσιακή εικόνα του υπαλλήλου καθ’ όλη τη σταδιοδρομία του και τις τυχόν συντρέχουσες ελαφρυντικές περιστάσεις (ΣτΕ 2669/2017, 1306- 1307/2017, 1649 – 1651/2016, 226/2016, 2164/2014 7μ., 2589/2013, 4659/2012, 1065/2012 κ.ά.). Συνεπώς είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς, οι λόγοι της προσφυγής ότι η προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση είναι ακυρωτέα, διότι δεν φέρει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΣτΕ 2669/2017, 1306-1307/2017, 1649 – 1651/2016, 2589/2013, 1065/2012, 2354/2008 κ.ά.), καθώς και διότι εξεδόθη κατά πλάνη περί τα πράγματα (ΣτΕ 3872/2015, 2841/2003 κ.ά.) και κατόπιν εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 31 παρ. 2 του Π.Κ. που προβλέπει τη συγγνωστή νομική πλάνη, σε συνδυασμό με το άρθρο 108 (παρ. 1 και 2) του ν. 3528/2007. Αλυσιτελώς, επίσης, προβάλλονται και οι λόγοι ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν θεμελιώνεται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των αποδιδόμενων στον προσφεύγοντα ενεργειών και παραλείψεων και της φερόμενης ζημίας του Συνδέσμου (ΣτΕ 2164/2014 7μ., 3897/2013, 2693/2012, 2138/2008) και ότι, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, δεν συνεκτιμήθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο το «λευκό πειθαρχικό παρελθόν» του προσφεύγοντος (ΣτΕ 1651/2016, 153/2016, 167/2015, 3473/2014, 1670/2013 7μ., 2589/2013 κ.ά.).
  3. Επειδή, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις εκθέσεις επιθεωρήσεως – ελέγχου των Επιθεωρητών – Ελεγκτών του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ., το πόρισμα της πειθαρχικής ανακρίσεως, την έκθεση ανωμοτί εξετάσεως, το απολογητικό και τα λοιπά υπομνήματα του προσφεύγοντος και τα όσα αυτός κατέθεσε κατά την αυτοπρόσωπη παράστασή του ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, προκύπτει ότι, αυτός, ως Προϊστάμενος της Διευθύνσεως Διοικητικών-Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών του Συνδέσμου Δήμων …, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (2008-30.6.2011), υιοθέτησε και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, όπως δεν αμφισβητείται, την πρακτική εισπράξεως χρηματικών ωφελημάτων, κυρίως από εργολάβους κηδειών, προφανώς, προκειμένου οι τελευταίοι να τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχειρίσεως, από τα οποία παρακρατούσε το μεγαλύτερο ποσό, ενώ μέρος αυτών παρέδιδε στους δύο ταμίες-εισπράκτορες του Συνδέσμου, πρακτική που δεν ήταν νόμιμη και εξέθετε την υπηρεσία του, όπως ορθά και νόμιμα έκρινε και το οικείο πειθαρχικό συμβούλιο. Για την πειθαρχική ευθύνη του προσφεύγοντος, είναι αδιάφορο εάν τα χρηματικά αυτά ωφελήματα καταβάλλοντο οικειοθελώς ή όχι ή εάν, όπως υποστηρίζει, αναποδείκτως πάντως, τα ποσά αυτά κάλυπταν μικροδαπάνες του κοιμητηρίου ή όχι, καθώς τα ανωτέρω, και υπό την εκδοχή ότι αληθεύουν, δεν αίρουν τον παράνομο χαρακτήρα της εισπράξεώς τους. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι, υπό την ιδιότητά του ως Προϊστάμενος της ανωτέρω Διευθύνσεως, ο προσφεύγων παρέλειψε να ασκήσει τις εποπτικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες που είχε, σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Συνδέσμου (άρθρο 7 παρ. 1), για τη σωστή λειτουργία των Τμημάτων, και ειδικότερα των οικονομικών υπηρεσιών, και την είσπραξη και απόδοση στο Σύνδεσμο των εσόδων από δικαιώματα ταφής, από παρατάσεις ταφής και από άδειες δομήσεως τάφων, με αποτέλεσμα να προκληθεί στον Σύνδεσμο, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, συνολική ζημία 262.075 ευρώ. Το γεγονός ότι η ταμειακή εξυπηρέτηση του Συνδέσμου είχε ανατεθεί στην Ταμειακή Υπηρεσία του Δήμου …, ουδόλως απάλλασσε τον προσφεύγοντα από τα καθήκοντα που όφειλε να ασκεί, όπως αβασίμως ισχυρίζεται αυτός, καθόσον η ανωτέρω υπηρεσία προέβαινε απλώς στον έλεγχο της συμφωνίας των χρηματικών ποσών που της παραδίδονταν με τα εκδοθέντα διπλότυπα εισπράξεως των εσόδων του Συνδέσμου και δεν ήταν αρμόδια για τον έλεγχο της λειτουργίας των υπηρεσιών και την εποπτεία των υπαλλήλων αυτού, καθήκοντα που ενέπιπταν στις δικές του αρμοδιότητες. Η ευθύνη του προσφεύγοντος επιτείνεται από το γεγονός ότι τα ίδια προβλήματα στη διαχείριση των εσόδων του Συνδέσμου και, ειδικότερα, η απώλεια εσόδων αυτού, είχε διαπιστωθεί, κατά τα προεκτεθέντα, και με την προηγηθείσα ΕΜΠ…/29.11.2007 πορισματική έκθεση των Οικονομικών Επιθεωρητών της Διευθύνσεως Οικονομικής Επιθεωρήσεως Πειραιώς. Ο προσφεύγων γνώριζε τη διενέργεια του εν λόγω διαχειριστικού ελέγχου, καθώς στο πλαίσιο αυτού είχε εξετασθεί και ο ίδιος ως μάρτυρας, ενώ όφειλε να γνωρίζει, ως εκ της θέσεώς του, και τα πορίσματα του ελέγχου. Πλην, ουδεμία μέριμνα έλαβε έκτοτε προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα του Συνδέσμου. Εξ άλλου, η από καιρού μη τοποθέτηση Προϊσταμένων στα Τμήματα της Διευθύνσεως του προσφεύγοντος και η έλλειψη υπαλλήλων κατηγορίας ΠΕ με ειδικές οικονομικές γνώσεις, όπως προβάλλει και προκύπτει και από τα πορίσματα του ελέγχου, ναι μεν δυσχέραναν το έργο του, ως Προϊσταμένου της Διευθύνσεως αυτής, δεν αναιρούν όμως ούτε μειώνουν την ευθύνη του για τις παραλείψεις, ως προς την άσκηση των εποπτικών και ελεγκτικών του αρμοδιοτήτων σχετικώς με τη βεβαίωση και την είσπραξη των εσόδων του Συνδέσμου, ούτε, άλλωστε, η ενδεχόμενη πειθαρχική ευθύνη των υπηρετούντων στην Γραφείο της Ταμειακής Υπηρεσίας και το Λογιστήριο του Συνδέσμου, μειώνει καθ’ οποιονδήποτε τρόπο τη δική του πειθαρχική ευθύνη, η οποία, ως Προϊσταμένου των υπηρεσιών αυτών, είναι αυτοτελής και δεν συγχέεται με την πειθαρχική ευθύνη των υπαλλήλων (πρβλ. ΣτΕ 2464/2007), όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, ούτε οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος ότι, ως αρχιτέκτονας, δεν είχε ειδικές οικονομικές γνώσεις και, ότι η συγκεκριμένη πρακτική κατά την είσπραξη των εσόδων, όπως προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις, εφαρμοζόταν επί σειρά ετών πριν ακόμη αναλάβει ο ίδιος την ανωτέρω θέση, δικαιολογούν την αμέλεια ως προς την εκπλήρωση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, διότι εφόσον ο προσφεύγων ανέλαβε θέση Προϊσταμένου Διευθύνσεως όφειλε να μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της θέσεως αυτής, άγνοια δε του νόμου και του περιεχομένου των αρμοδιοτήτων του δεν συγχωρείται, προκειμένου αυτός να αποφύγει τις πειθαρχικές του ευθύνες.
  4. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν προβάλλει λόγους, κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε υπαίτιος του ότι παρέλειψε να θέσει σε λειτουργία το ήδη εγκατεστημένο μηχανογραφικό σύστημα παρακολουθήσεως των εσόδων του Συνδέσμου, το Δικαστήριο κρίνει, κατά τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων που του αποδίδονται, ότι αυτός υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της εντός υπηρεσίας χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για τον υπάλληλο διαγωγής (άρθρο 113 παρ. 2 περιπτ. δ’ του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων – ν. 3584/2007), για το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό τελέσθηκε, την εν γένει συμπεριφορά του προσφεύγοντος, αλλά και το ύψος της ζημίας του Συνδέσμου, προσήκουσα παρίσταται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως. Συνεπώς, ορθώς τού επιβλήθηκε η εν λόγω ποινή με την προσβαλλόμενη απόφαση του Β’ Πειθαρχικού Συμβουλίου της Περιφέρειας Αττικής, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου και, για το λόγο αυτό, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
  5. Επειδή, μετά την απόρριψη του κρινομένου ενδίκου βοηθήματος κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης πειθαρχικής αποφάσεως, πρέπει αυτό να απορριφθεί και κατά το μέρος που συνιστά αίτηση ακυρώσεως κατά της διαπιστωτικής πράξεως περί θέσεως του προσφεύγοντος σε αυτοδίκαιη αργία, ενόψει του παρακολουθηματικού της χαρακτήρα και δεδομένου ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, κατά της πράξεως αυτής δεν προβάλλονται αυτοτελείς λόγοι ακυρώσεως.