Η θέσπιση των τεχνικών προδιαγραφών εκ μέρους των αναθετουσών αρχών αποτελεί, διαχρονικά, ένα «αγκάθι» στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, αφού η κακή χρήση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οδηγεί αναπόφευκτα σε φαινόμενα υπέρμετρου περιορισμού του ανταγωνισμού.
Τόσο η Οδηγία 2014/24/ΕΕ, και ιδίως το άρθρο 42 αυτής (στο οποίο στοιχεί το άρθρο 54 του Ν. 4412/2016), όσο και η νομολογία του ΔΕΕ έχουν διαμορφώσει ένα πεδίο που, αν και αναγνωρίζει στις αναθέτουσες αρχές το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη διατύπωση των τεχνικών προδιαγραφών μιας συμβάσεως, ως των πλέον αρμοδίων να καθορίζουν τις ανάγκες τους, στοχεύει παράλληλα στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού, θέτοντας σημαντικά όρια στην ελευθερία τους.
Αρχικώς, το ΔΕΕ, με την απόφαση Roche Lietuva, διευκρίνισε ότι, όσο πιο λεπτομερείς είναι οι τεχνικές προδιαγραφές, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να ευνοηθούν τα προϊόντα συγκεκριμένου κατασκευαστή και ότι ο βαθμός λεπτομέρειας των τεχνικών προδιαγραφών θα πρέπει επίσης να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Roche Lietuva, C‑413/17, EU:C:2018:865, σκέψεις 34 και 41). Με τον τρόπο αυτό, έδωσε μια κατεύθυνση προς τις αναθέτουσες αρχές να μη θεσπίζουν αυστηρές και λεπτομερείς τεχνικές προδιαγραφές, ούτως ώστε να είναι δυνατή η υποβολή προσφορών που αντικατοπτρίζουν την ποικιλία των προτύπων για τεχνικές λύσεις και των τεχνικών προδιαγραφών στην αγορά (βλ. αιτιολογική σκέψη 74 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, βλ. και αποφάσεις Roche Lietuva, ό.π., σκέψη 36).
Ακολούθως, με την απόφαση DYKA Plastics, διευκρίνισε ότι η απαρίθμηση στο άρθρο 42 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ των μεθόδων διατύπωσης των τεχνικών προδιαγραφών είναι εξαντλητική, με την επιφύλαξη εθνικών κανόνων σύμφωνων με το ενωσιακό δίκαιο και με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 (απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, DYKA Plastics, C‑424/23, EU:T:2025:15, σκέψη 38). Διευκρίνισε, επίσης, ότι το υλικό από το οποίο αποτελείται ένα προϊόν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επίδοση» ή ως «λειτουργική απαίτηση» και κατά συνέπεια, σύμφωνα με την παράγραφο 4, οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να θέτουν τον όρο «ή ισοδύναμο», όταν κάνουν χρήση του υλικού κατασκευής για τον προσδιορισμό των τεχνικών προδιαγραφών, εκτός αν η χρήση συγκεκριμένου υλικού αποτελεί την αναπόφευκτη συνέπεια του αντικειμένου της σύμβασης, χωρίς να υπάρχει καμία εναλλακτική δυνατότητα η οποία να στηρίζεται σε διαφορετική τεχνική λύση (σκέψεις 56 και 62).
Με την απόφαση Obshtina Pleven κατέστη σαφές ότι η χρήση του όρου «ή ισοδύναμο» είναι υποχρεωτική όταν οι τεχνικές προδιαγραφές διατυπώνονται με παραπομπή σε πρότυπα, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών προτύπων που μεταφέρουν ευρωπαϊκά πρότυπα (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2024, Obshtina Pleven, C‑513/23, EU:C:2024:917, σκέψη 36).
Με την πρόσφατη απόφαση Sof Medica, το ΔΕΕ προέβη σε περαιτέρω διευκρινίσεις επί των ζητημάτων σχετικά με τη θέσπιση των τεχνικών προδιαγραφών (απόφαση της 16ης Απριλίου 2026, Sof Medica, C-568/24, ECLI:EU:C:2026:305).
Απαντώντας στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, κατέστησε σαφές ότι η αιτιολόγηση θέσπισης των τεχνικών προδιαγραφών δεν απαιτείται να περιλαμβάνεται στα έγγραφα της σύμβασης κατά τη δημοσίευση της προκήρυξης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ιδίως ότι δεν προβλέπεται ρητώς από τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, εν αντιθέσει με άλλες απαιτήσεις, όπως η μη υποδιαίρεση της σύμβασης, και ότι μια τέτοια απαίτηση θα αποτελούσε υπέρμετρο βάρος για μια αναθέτουσα αρχή.
Παράλληλα, το ΔΕΕ, παραμένοντας στην ίδια κατεύθυνση που είχε ήδη χαράξει με την απόφαση Dyka Plastics, απαντώντας στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, επεσήμανε ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 42 απαγορεύει κατ’ αρχήν τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών με μνεία «συγκεκριμένης κατασκευής ή προέλευσης ή ιδιαίτερης μεθόδου κατασκευής που να χαρακτηρίζει τα προϊόντα […] που παρέχονται από συγκεκριμένο οικονομικό φορέα» ή «τύπου ή συγκεκριμένης […] παραγωγής», εισάγοντας δύο εξαιρέσεις. Η πρώτη εξαίρεση, όταν αυτό είναι αναγκαίο για να γίνει κατανοητή η περιγραφή του αντικειμένου, επιβάλλει τη χρήση του όρου «ή ισοδύναμο».
Η δεύτερη εξαίρεση έγκειται στο ότι η αναθέτουσα αρχή μπορεί να μη θέσει τον όρο «ή ισοδύναμο», μόνο όμως όταν αυτό δικαιολογείται από το αντικείμενο της σύμβασης. Η δεύτερη αυτή εξαίρεση, ωστόσο, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ώστε να καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες η απαίτηση σχετικά με έναν τύπο προϊόντος ή με τις διαστάσεις του προϊόντος απορρέει αναπόφευκτα από το αντικείμενο της σύμβασης.
Το ΔΕΕ, στην απόφασή του, παρείχε διευκρινίσεις προς το εθνικό δικαστήριο για το κατά πόσο οι τεχνικές προδιαγραφές που τέθηκαν από την αναθέτουσα αρχή πληρούν τις απαιτήσεις της δεύτερης εξαίρεσης. Ως προς τις προδιαγραφές σχετικά με τον αρθρωτό και κινητό χαρακτήρα του χειρουργικού ρομπότ, το βάρος του και την επιφάνεια που αυτό καταλαμβάνει στο έδαφος, καθώς και τη διάταξη των βραχιόνων του, διαπίστωσε ότι οι εν λόγω απαιτήσεις έχουν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των επιχειρήσεων που προμηθεύουν χειρουργικά ρομπότ μονοκόμματου τύπου ή χειρουργικά ρομπότ αρθρωτού τύπου που υπερβαίνουν το μέγιστο βάρος ή/και τη μέγιστη καταλαμβανόμενη επιφάνεια στο έδαφος που καθορίζονται στη συγγραφή υποχρεώσεων. Απεφάνθη εν τέλει, ότι, μόνο αν το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι απαιτήσεις αυτές συνδέονται με τις διαστάσεις και τη διάρθρωση των χειρουργικών αιθουσών, οι εν λόγω απαιτήσεις απορρέουν αναπόφευκτα από το αντικείμενο της σύμβασης, με συνέπεια να μην είναι υποχρεωτική η χρήση του όρου «ή ισοδύναμο».
Εκ της διαμορφωθείσας ως άνω νομολογίας καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, παρά την ευρεία διακριτική ευχέρεια των αναθετουσών αρχών κατά τη θέσπιση των τεχνικών προδιαγραφών, η ευχέρειά τους αυτή περιορίζεται αφενός μεν από την αρχή της αναλογικότητας, ώστε να μη θεσπίζουν λεπτομερείς προδιαγραφές αν αυτό δεν είναι αναγκαίο, αφετέρου από τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 4 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Η τελευταία αυτή διάταξη επιβάλλει κατ’ αρχήν τη χρήση του όρου «ή ισοδύναμο», όταν οι τεχνικές προδιαγραφές περιέχουν μνεία συγκεκριμένης κατασκευής ή προέλευσης ή ιδιαίτερης μεθόδου κατασκευής ή εμπορικού σήματος, διπλώματος ευρεσιτεχνίας, τύπου ή συγκεκριμένης καταγωγής ή παραγωγής. Ο τύπος του προϊόντος ή η συγκεκριμένη παραγωγή περιλαμβάνει και το υλικό κατασκευής ή το βάρος ή τις διαστάσεις του προϊόντος ή άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά του, τα οποία δεν έχουν την έννοια της επίδοσης ή λειτουργικής απαίτησης.
Η παράλειψη αναφοράς του όρου «ή ισοδύναμο» είναι επιτρεπτή μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν οι απαιτήσεις απορρέουν αναπόφευκτα από το αντικείμενο της σύμβασης. Η χρήση της λέξης «αναπόφευκτα» συνεπάγεται ότι ένας τέτοιος περιορισμός πρέπει να είναι εύλογος κι επομένως να δικαιολογείται ως η μοναδική τεχνικά λύση και όχι απλώς ως η επιθυμητή λύση που εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες της αναθέτουσας αρχής. Με άλλα λόγια, οι αναθέτουσες αρχές έχουν το βάρος να αποδείξουν όχι απλώς ότι επέλεξαν την τεχνική προδιαγραφή ως τη βέλτιστη λύση, αλλά ότι η συγκεκριμένη τεχνική προδιαγραφή είναι η μοναδική λύση που μπορεί, αντικειμενικά, να εξυπηρετήσει τις ανάγκες τους.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι απόψεις κατά τις οποίες με την αμφισβήτηση των τεχνικών προδιαγραφών στο πλαίσιο προδικαστικής προσφυγής επιδιώκεται απαραδέκτως ο έλεγχος σκοπιμότητας θέσπισής τους είναι μάλλον παρωχημένες. Και τούτο διότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί – με «δούρειο ίππο» την ευρεία διακριτική ευχέρειά της- να θεσπίζει τεχνικές προδιαγραφές με χρήση απαιτήσεων που συνδέονται με τεχνικά χαρακτηριστικά όπως το υλικό κατασκευής, το μέγεθος, το βάρος, ο τύπος ή ο τρόπος παραγωγής αποκλείοντας ισοδύναμες λύσεις, αλλά υποχρεούται κατ’ αρχήν να κάνει δεκτές τις τελευταίες, και μόνο κατ’ εξαίρεση -όταν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους και αποτελεί αναπόφευκτη επιλογή- μπορεί να τις αποκλείει. Όταν εν τοις πράγμασι βάσει της ιδιαίτερης φύσης της σύμβασης δεν υφίστανται ισοδύναμες λύσεις. Σε περίπτωση, λοιπόν, αμφισβήτησης των τεχνικών προδιαγραφών η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. και ακολούθως τα δικαστήρια υποχρεούνται να εξετάσουν αν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις του άρθρου 42 παρ. 4 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, ελέγχοντας αν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά συνδέονται αναπόφευκτα με τη σύμβαση.
Όλα τα ανωτέρω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι περιορίζεται η ευχέρεια της αναθέτουσας αρχής να καθορίσει τις ανάγκες της βάσει χαρακτηριστικών που δεν αποτελούν τεχνικές προδιαγραφές κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ. 3 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, όπως επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις ή παραπομπή σε πρότυπα. Στην περίπτωση που μια αναθέτουσα αρχή επιθυμεί να προκρίνει τεχνικά χαρακτηριστικά που δεν αποτελούν τεχνικές προδιαγραφές κατά την ως άνω έννοια, δεν μπορεί κατ’ αρχήν να αποκλείσει ισοδύναμες λύσεις, αλλά θα πρέπει να προσανατολιστεί στην επιλογή ως κριτήριου ανάθεσης της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς μέσω βέλτιστης σχέσης ποιότητας – τιμής, πριμοδοτώντας κατά τρόπο πρόσφορο και αναλογικό τα επιθυμητά τεχνικά χαρακτηριστικά μέσω της διαμόρφωσης καταλλήλων κριτηρίων ανάθεσης του άρθρου 67 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ (άρθρο 86 του ν. 4412/2016).
* Ο Βασίλης Χατζηγιαννάκης είναι Δικηγόρος, Ευάγγελος Χατζηγιαννάκης Δικηγορική Εταιρεία.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα www.daily.nb.org της Νομικής Βιβλιοθήκης.