ΣτΕ ΕΑ 54/2021
Πράξεις υπαγόμενες στο Βιβλίο IV του ν. 4412/2016 – Μη απαιτούμενη προηγούμενη άσκηση προδικαστικής προσφυγής. Δημόσιες συμβάσεις ΟΤΑ – Έλεγχος νομιμότητας Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης & Ειδικής Επιτροπής – Περιεχόμενο και έκταση ελέγχου ενόψει του ν. 4412/2016. Απορρίπτει. Ανάθεση με την διαδικασία της διαπραγμάτευσης, χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης αλλά κατόπιν πρόσκλησης υποβολής προσφορών, του έργου «Αποκατάσταση ζημιών έργων υποδομής που προκλήθηκαν από ακραία καιρικά φαινόμενα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2016», με κριτήριο κατακύρωσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει μόνο τιμής και προϋπολογισθείσα δαπάνη 1.132.258€, χωρίς Φ.Π.Α. Πράξεις υπαγόμενες στο Βιβλίο IV του ν. 4412/2016 – Μη απαιτούμενη προηγούμενη άσκηση προδικαστικής προσφυγής. Η παροχή δικαστικής προστασίας κατά τον ν. 4412/2016 αφορά διαφορές που αναφύονται από πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες εντάσσονται στην διαδικασία που προηγείται της συνάψεως των συμβάσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, ως τέτοιες δε πράξεις ή παραλείψεις νοούνται όχι μόνον εκείνες, οι οποίες εκδίδονται ή εκδηλώνονται κατά την διαδικασία, η οποία αρχίζει με την οικεία προκήρυξη και ολοκληρώνεται με την πράξη ανάθεσης της σύμβασης στον ανάδοχο, αλλά και οι πράξεις με τις οποίες ασκήθηκε έλεγχος νομιμότητας επί των πράξεων αυτών της διαγωνιστικής διαδικασίας (ΣτΕ 2/2021). Δικαίωμα δε άσκησης αίτησης αναστολής και αίτησης ακυρώσεως κατά το άρθρο 372 του ν. 4412/2016 έχει στην περίπτωση αυτή όχι μόνον ο ενδιαφερόμενος για την ανάθεση της σύμβασης αλλά και η αναθέτουσα αρχή, της οποίας οι πράξεις ακυρώθηκαν κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας (πρβλ. Ε.Α. 104/2018, υπό το προϊσχύσαν καθεστώς του ν. 3886/2010, ΦΕΚ Α´ 173). […] Κατά των εκδιδομένων κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας ως άνω πράξεων δεν απαιτείται η εκ μέρους του θιγομένου προηγούμενη άσκηση (και απόρριψη) προδικαστικής προσφυγής ενώπιον της ΑΕΠΠ ως προϋπόθεση της παραδεκτής ασκήσεως αιτήσεως αναστολής και αιτήσεως ακυρώσεως. Τούτο προκύπτει από την όλη οικονομία των διατάξεων του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016, με τις οποίες σκοπείται η θέσπιση μίας ταχείας και αποτελεσματικής παροχής δικαστικής προστασίας, και ιδίως από την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 362 του νόμου αυτού -με την οποία ορίζεται ότι κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου, δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής-, αναλόγως εφαρμοζόμενη (πρβλ. Ε.Α. 85/2002 υπό το κράτος του ν. 2522/1997, ΦΕΚ Α´ 178). Νομίμως, συνεπώς, ασκήθηκε ως αίτηση αναστολής του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, ενόψει του ύψους του προϋπολογισμού της σύμβασης και της έδρας της αναθέτουσας αρχής, η κρινόμενη αίτηση παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, με την οποία ζητείται η αναστολή της εκτέλεσης πράξεων των εποπτικών αρχών (Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης και Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006) εκδοθεισών κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας σε πράξεις οργάνων Ο.Τ.Α. σχετικές με την ανάθεση δημόσιας σύμβασης του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016. Εισάγεται δε ήδη η αίτηση αυτή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 του ν. 3900/2010. Δημόσιες συμβάσεις ΟΤΑ – Έλεγχος νομιμότητας Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης & Ειδικής Επιτροπής – Περιεχόμενο και έκταση ελέγχου ενόψει του ν. 4412/2016. Η διάταξη του άρθρου 360 παρ. 3 του ν. 4412/2016 [κατά την οποία δεν χωρεί η άσκηση άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των πράξεων ή παραλείψεων των αναθετουσών αρχών που υπόκεινται σε προδικαστική προσφυγή] καταλαμβάνει εκείνους μόνον τους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι δύνανται πάντως να ασκήσουν την προδικαστική προσφυγή του ν. 4412/2016, και όχι τυχόν τρίτους τους οποίους άλλωστε δεν αφορούν, οι ρυθμίσεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016. Συνεπώς, με το εν λόγω άρθρο 360 παρ. 3 του νόμου δεν θίγεται το αναγνωριζόμενο από άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δικαίωμα των τρίτων, εν σχέσει προς τους ενδιαφερομένους για την ανάθεση δημόσιας σύμβασης, να ασκήσουν διοικητικές προσφυγές κατά των πράξεων των αναθετουσών αρχών που εκδίδονται κατά την διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι κατά τα ανωτέρω τρίτοι νομίμως ασκούν την προσφυγή νομιμότητας του άρθρου 227 του ν. 3852/2010 κατά των σχετικών με την ανάθεση σύμβασης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α. Αντιστοίχως δε οι πράξεις αυτές υπόκεινται και στον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας που προβλέπεται από τα άρθρα 225 και 226 του ν. 3852/2010. Τούτο ενισχύεται και από το μεταγενέστερο του ν. 4412/2016 άρθρο 116 του ν. 4555/2018, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 225 του ν. 3852/2010 και ορίσθηκε, στην παράγραφο 1, ότι υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας από την Εποπτική Κρατική Αρχή και «οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων των δήμων [οι οποίες] αφορούν … την ανάθεση έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών, αν το τίμημα υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ χωρίς Φ.Π.Α.» (περ. β΄). Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από τις παρατιθέμενες στην σκέψη 4 διατάξεις των άρθρων 105 παρ. 3 και 340 παρ. 1 του ν. 4412/2016. Εξάλλου, κατά την έννοια των άρθρων 225 έως 227 του ν. 3852/2010, με τις οποίες επιδιώκεται η τήρηση της αρχής της νομιμότητας και ο εξοβελισμός από την έννομη τάξη των παρανόμων πράξεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ο έλεγχος που ασκείται από την Εποπτική Αρχή (Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) δεν εξαντλείται στην διαπίστωση του νόμιμου ή παράνομου χαρακτήρα της πράξης του Ο.Τ.Α. Σε περίπτωση που η ελεγχόμενη πράξη κριθεί παράνομη, είτε στα πλαίσια του αυτεπάγγελτου -υποχρεωτικού ή μη- ελέγχου νομιμότητας, είτε κατόπιν προσφυγής θιγομένου, το εποπτικό όργανο οφείλει να την ακυρώσει.
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 372 του ν. 4412/2016 και άρθρο 52 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει)
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 8 Μαρτίου 2021, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 11 Ιανουαρίου 2021 αίτηση αναστολής εκτέλεσης:
του Δήμου Πύργου Ηλείας, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη (Α.Μ. 28288), που τον διόρισε με αποφάσεις της Οικονομικής του Επιτροπής και του Δημάρχου του,
κατά των Υπουργών: 1. Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με τον …, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του και 2. Υποδομών και Μεταφορών, ο οποίος δεν παρέστη,
και κατά του παρεμβαίνοντος …, κατοίκου …, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος … και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.
Άσκησαν παρέμβαση υπέρ του αιτούντος Δήμου οι: 1. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία … που εδρεύει …, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο …, που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 2. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο …, που εδρεύει στην Αθήνα … η οποία παρέστη με: α) τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη και β) τη δικηγόρο Ιωάννα Χαραλάμπους (Α.Μ. 19336), που τους διόρισε με πληρεξούσιο, 3. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο …, που εδρεύει στη …, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο … που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 4. νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Αναγκαστικός Σύνδεσμος Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Διαχειριστικής Ενότητας Περιφέρειας Ηπείρου», που εδρεύει στην Άρτα (Περιφερειακή Οδός και Γρηγορίου Αυξεντίου), το οποίο παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη, που τον διόρισε με απόφαση του Προέδρου του.
Με την αίτηση αυτή ζητείται να διαταχθεί αναστολή εκτέλεσης: 1) της υπ’ αριθ. 53/22.12.2020 απόφασης της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, 2) της υπ’ αριθ. 177127+158135/9.10.2020 απόφασης του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, 3) της υπ’ αριθ. 169738/20.10.2020 απόφασης του ίδιου ως άνω Συντονιστή και κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως.
Η πιο πάνω αίτηση αναστολής εκτέλεσης εισάγεται στην Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν της υπ’ αριθ. 3/2021 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και της από 4.2.2021 πράξεως της Προέδρου του Δ΄ Τμήματος.
Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Ηλ. Μάζο.
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία νομίμως ασκείται ως αίτηση αναστολής του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 (κατωτέρω σκέψη 10), ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση των ακόλουθων πράξεων: α. της απόφασης 177127+158335/9.10.2020 του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του … και ακυρώθηκε η απόφαση 374/20.7.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου· με την πράξη αυτή είχε εγκριθεί η προσφυγή στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση για την ανάθεση της εκτέλεσης του έργου «Αποκατάσταση ζημιών έργων υποδομής που προκλήθηκαν από ακραία καιρικά φαινόμενα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2016», β. της απόφασης 169738/20.10.2020 της ιδίας Αρχής (Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου), με την οποία, κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας, ακυρώθηκε η απόφαση 485/22.9.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου· με την πράξη αυτή της δημοτικής αρχής είχε εγκριθεί το αποτέλεσμα της δημοπράτησης του ανωτέρω έργου και είχε ανακηρυχθεί προσωρινή ανάδοχος, και για τα τρία τμήματα (υποέργα) στα οποία είχε διαιρεθεί το εν λόγω έργο, η εταιρεία … και γ. της απόφασης 53/22.12.2020 της Ειδικής Επιτροπής άρθρου 152 ν. 3463/2006 Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία απερρίφθη προσφυγή του ήδη αιτούντος Δήμου Πύργου κατά των ως άνω υπό α´ και β´ πράξεων του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Ζητείται, περαιτέρω, «να διαταχθούν τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα ώστε να μπορέσει ο Δήμος να συνάψει … σύμβαση» για την ανάθεση του επίδικου έργου. Κατά των αυτών τριών πράξεων ο Δήμος Πύργου έχει ασκήσει και αίτηση ακυρώσεως, για την εκδίκαση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 11.5.2021.
3. Επειδή, με την οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (L 94, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2014/18/ΕΚ) θεσπίσθηκαν κανόνες για τις διαδικασίες σύναψης από τις αναθέτουσες αρχές, μεταξύ άλλων, συμβάσεων δημοσίων έργων, των οποίων η εκτιμώμενη αξία, εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας, είναι ίση ή ανώτερη από το όριο των 5.350.000 ευρώ (άρθρο 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α´ της οδηγίας, όπως ισχύει). Εξάλλου, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων (συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων συμβάσεων έργων), εκδόθηκε η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 (L 395), η οποία, τροποποιηθείσα με τις οδηγίες 2007/66/ΕΚ (L 335) και 2014/23/ΕΕ (L 94), ορίζει στο μεν άρθρο 1 τα ακόλουθα: «1. … Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ …, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων αναθεωρήσεων … λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την ενωσιακή νομοθεσία περί διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της εν λόγω νομοθεσίας. 2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην υφίσταται καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία στο πλαίσιο διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεως του δημοσίου, λόγω της διάκρισης που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ των εθνικών κανόνων που εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο και των άλλων εθνικών κανόνων. 3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατό να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον σε οιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση». Στο δε άρθρο 2 παρ. 1 η ίδια οδηγία 89/665/ΕΟΚ διαλαμβάνει τα εξής: «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζει το άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου: α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα ώστε να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή δημόσιας σύμβασης ή της εκτέλεσης οιασδήποτε απόφασης λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές· β) να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης· γ) …».
4. Επειδή, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις των ως άνω οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 89/665/ΕΟΚ εκδόθηκε ο ν. 4412/2016 (ΦΕΚ Α´ 147 και διόρθωση σφαλμάτων σε ΦΕΚ Α´ 200), ο οποίος πάντως περιλαμβάνει κανόνες σχετικούς με την διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων ανεξαρτήτως της εκτιμώμενης αξίας τους (βλ. άρθρο 3 παρ. 1, κατά την οποία διάταξη με τα άρθρα 3 έως 221 θεσπίζονται κανόνες για τις διαδικασίες προγραμματισμού και σύναψης συμβάσεων του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α´, ήτοι των δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, που πραγματοποιούνται από αναθέτουσες αρχές «ανεξαρτήτως εκτιμώμενης αξίας αυτών»· βλ. και άρθρο 1 παρ. 3 που ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 116 έως 128 εφαρμόζονται αποκλειστικά στην ως άνω κατηγορία δημοσίων συμβάσεων με εκτιμώμενη αξία κάτω των τασσομένων με την ανωτέρω οδηγία ορίων). Τα άρθρα 32 και 32Α του νόμου αυτού αφορούν την διαδικασία ανάθεσης με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης ενώ τα άρθρα 103 έως 105 αναφέρονται στην κατακύρωση του αποτελέσματος της διαδικασίας. Συναφώς, το άρθρο 105 προβλέπει, στις παραγράφους 3 και 4, τα ακόλουθα: «… Τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης κατακύρωσης και ιδίως, η σύναψη της σύμβασης επέρχονται εφόσον και όταν συντρέξουν σωρευτικά τα εξής: α) αα) σε συμβάσεις με εκτιμώμενη αξία άνω των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προδικαστικής προσφυγής ή σε περίπτωση άσκησης, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης αναστολής κατά της απόφασης της Α.Ε.Π.Π. και σε περίπτωση άσκησης αίτησης αναστολής κατά της απόφασης της Α.Ε.Π.Π., εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης, με την επιφύλαξη της χορήγησης προσωρινής διαταγής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 372 και ββ) … β) ολοκληρωθεί επιτυχώς ο προσυμβατικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τα άρθρα 35 και 36 του ν. 4129/2013, εφόσον απαιτείται και γ) κοινοποιηθεί η απόφαση κατακύρωσης στον προσωρινό ανάδοχο, εφόσον ο τελευταίος υποβάλλει, έπειτα από σχετική πρόσκληση, υπεύθυνη δήλωση … στην οποία θα δηλώνεται ότι, δεν έχουν επέλθει στο πρόσωπό του οψιγενείς μεταβολές κατά την έννοια του άρθρου 104 και μόνον στην περίπτωση του προσυμβατικού ελέγχου ή της άσκησης προδικαστικής προσφυγής κατά της απόφασης κατακύρωσης. Η υπεύθυνη δήλωση ελέγχεται από το αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο, το οποίο συντάσσει πρακτικό που συνοδεύει τη σύμβαση. 4. Μετά την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της απόφασης κατακύρωσης, η αναθέτουσα αρχή προσκαλεί τον ανάδοχο να προσέλθει για την υπογραφή του συμφωνητικού, θέτοντάς του προθεσμία που δε μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες από την κοινοποίηση σχετικής έγγραφης ειδικής πρόσκλησης». Στο δε άρθρο 340 παρ. 1 του νόμου ορίζεται ότι όταν, κατά την εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων, «ελεγκτικά ή εποπτικά διοικητικά όργανα εντοπίζουν, ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν λήψης πληροφοριών, συγκεκριμένες παραβιάσεις …, αναφέρουν υποχρεωτικά τα προβλήματα αυτά στην Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, στις αρχές λογιστικού ελέγχου και στα δικαστήρια».
5. Επειδή, περαιτέρω, το Βιβλίο IV (άρθρα 345 – 374) του ιδίου ν. 4412/2016 αναφέρεται στην έννομη προστασία κατά την σύναψη δημοσίων συμβάσεων και προβλέπει στο άρθρο 345 παρ. 1 ότι οι διατάξεις του «εφαρμόζονται στις διαφορές που προκύπτουν κατά τη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων του παρόντος νόμου, … με εκτιμώμενη αξία ανώτερη των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ και ανεξάρτητα από τη φύση τους». Το άρθρο 346 του νόμου ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα ακόλουθα: «1. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί σύμβαση [της περίπτωσης α´] της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και έχει υποστεί ή ενδέχεται να έχει υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της ευρωπαϊκής ή εσωτερικής νομοθεσίας, έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 360 και να ζητήσει προσωρινή προστασία, σύμφωνα με το άρθρο 366 [και] ακύρωση παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 367 … 2. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από απόφαση της ΑΕΠΠ επί της προδικαστικής προσφυγής του άρθρου 360, μπορεί να ασκήσει αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης και αίτηση για την ακύρωση της απόφασής της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 372. Δικαίωμα άσκησης των ίδιων ενδίκων βοηθημάτων έχει και η αναθέτουσα αρχή αν η ΑΕΠΠ δεχθεί την διοικητική προσφυγή». Στο άρθρο 360 προβλέπονται τα εξής: «1. Κάθε ενδιαφερόμενος ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση του νόμου αυτού και έχει ή είχε υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, υποχρεούται, πριν από την υποβολή των προβλεπόμενων στον Τίτλο 3 ένδικων βοηθημάτων να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της ΑΕΠΠ κατά της σχετικής πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής. 2. Η άσκηση της προδικαστικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων του Τίτλου 3 κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων των αναθετουσών αρχών. 3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής κατά τη διαδικασία της ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων εκτός από την προδικαστική προσφυγή της παραγράφου 1». Το δε άρθρο 362 παρ. 4 διαλαμβάνει ότι «Δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής κατά απόφασης της ΑΕΠΠ, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου». Εξάλλου, ο Τίτλος 3 (άρθρα 372 και 373) του εν λόγω Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 αφορά ειδικώς την δικαστική προστασία στο στάδιο που προηγείται της σύναψης της σύμβασης. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 372 του νόμου αυτού ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: «1. Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της ΑΕΠΠ και την ακύρωσή της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου της έδρας της αναθέτουσας αρχής, με τριμελή σύνθεση, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Δικαίωμα άσκησης των ίδιων ενδίκων βοηθημάτων έχει και η αναθέτουσα αρχή αν η ΑΕΠΠ κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή … Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/989 (Α´ 8). 2 … 3. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των δύο προηγούμενων παραγράφων, … διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ με προϋπολογισμό μεγαλύτερο των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. 4. Η άσκηση της αίτησης αναστολής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση της αίτησης ακύρωσης. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης επί της προδικαστικής προσφυγής και συζητείται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της. Για την άσκηση της αιτήσεως αναστολής κατατίθεται παράβολο … Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 36 του π.δ. 18/1989. Με την κατάθεση της αιτήσεως αναστολής η προθεσμία άσκησης της αίτησης ακύρωσης διακόπτεται και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, οφείλει μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής να ασκήσει αίτηση ακύρωσης, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς της αναστολής. Η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989 (Α´ 8), η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εσωτερικού δικαίου και η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί αν, από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Η απόφαση επί της αναστολής εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης. Το διατακτικό των αποφάσεων αυτών, υπογραφόμενο από τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον Γραμματέα, εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία επτά (7) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης ή αν έχει χορηγηθεί προθεσμία στους διαδίκους για τη νομιμοποίησή τους ή για την υποβολή υπομνήματος από τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Η προθεσμία προς τους διαδίκους δεν μπορεί πάντως να υπερβαίνει τις τρεις (3) ημέρες από την εκδίκαση. Η άσκηση αίτησης αναστολής κωλύει τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. 5. Εάν η αίτηση αναστολής γίνει δεκτή, το όργανο το οποίο εξέδωσε την πράξη της οποίας η εκτέλεση αναστέλλεται με την απόφαση μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα την πράξη που προκάλεσε τη διαφορά. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989. 6. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε ή άσκησε ανεπιτυχώς την αίτηση αναστολής και η σύμβαση υπογράφηκε και ολοκληρώθηκε η εκτέλεσή της πριν από τη συζήτηση της αίτησης ακύρωσης, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989. 7. Αν το δικαστήριο ακυρώσει πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής μετά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης, η τελευταία δεν θίγεται, εκτός αν πριν από τη σύναψη αυτής είχε ανασταλεί η διαδικασία σύναψης της σύμβασης με απόφαση της ΑΕΠΠ ή με απόφαση επί αίτησης αναστολής ή με προσωρινή διαταγή. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 373».
6. Επειδή, στην παράγραφο 4 του άρθρου 102 του Συντάγματος, όπως ισχύει, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. Ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται, όπως νόμος ορίζει». Εξάλλου, ο ν. 3852/2010 («Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», ΦΕΚ Α΄ 87) ορίζει στην παράγραφο 1 του άρθρου 214, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 108 του ν. 4555/2018 (ΦΕΚ Α´ 133) ότι: «Το κράτος ασκεί στους Ο.Τ.Α. και στα νομικά πρόσωπα αυτών εποπτεία, που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους ούτε να υπεισέρχεται σε κρίσεις για τη σκοπιμότητα της δράσης τους ή να θίγει τη διοικητική και οικονομική τους αυτοτέλεια. Ειδικότερα η κρατική εποπτεία των Ο.Τ.Α. συνίσταται: (α) σε έλεγχο των πράξεων (έλεγχος νομιμότητας) και (β) …». Περαιτέρω, ο νόμος αυτός ορίζει και τα ακόλουθα: Άρθρο 215 (109 ν. 4555/2018) «1. Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, η σύμφωνα με το άρθρο 214 κρατική εποπτεία των Ο.Τ.Α. ασκείται από τις κατά τόπο αρμόδιες Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας Ο.Τ.Α. [ΑΥΕ Ο.Τ.Α.] 2. … 3. Η αρμοδιότητα της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. συνίσταται στην άσκηση του ελέγχου των πράξεων των δήμων, … σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος. 4. … 5. …», Άρθρο 216 (110 ν. 4555/2018) «1. Σε κάθε Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Ο.Τ.Α. συνιστάται θέση προϊσταμένου αυτής … που φέρει τον τίτλο “Επόπτης Ο.Τ.Α.” … 2. … 7. …», Άρθρο 225 («Υποχρεωτικός Έλεγχος Νομιμότητας», άρθρο 116 ν. 4555/2018) «1. Οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων των δήμων … αποστέλλονται υποχρεωτικά για έλεγχο νομιμότητας στην ΑΥΕ Ο.Τ.Α., εφόσον αφορούν: α) … β) την ανάθεση έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών, αν το τίμημα υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ χωρίς Φ.Π.Α., γ) …. θ) … 2. … 3. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την περιέλευσή της στην ΑΥΕ Ο.Τ.Α. και εκδίδει υποχρεωτικά ειδική πράξη. Η μη έκδοση της ειδικής πράξης του προηγούμενου εδαφίου συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα του Επόπτη Ο.Τ.Α. 4. …», Άρθρο 226 («Αυτεπάγγελτος έλεγχος νομιμότητας», άρθρο 117 ν. 4555/2018) «1. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. μπορεί αυτεπαγγέλτως να ακυρώσει οποιαδήποτε απόφαση των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων, … για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών αφότου η απόφαση έχει δημοσιευτεί ή εκδοθεί. 2. … 3. …», Άρθρο 227 («Ειδική διοικητική προσφυγή …», άρθρο 118 ν. 4555/2018) «1. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων …, για λόγους νομιμότητας, ενώπιον του Επόπτη Ο.Τ.Α., μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή την ανάρτησή της στο διαδίκτυο ή από την κοινοποίησή της ή αφότου έλαβε πλήρη γνώση αυτής … 2. … 4. Δικαίωμα για την άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής τεκμαίρεται ότι έχουν όλοι οι αιρετοί του οικείου δήμου …, ανεξάρτητα από το εάν έλαβαν μέρος στη συνεδρίαση κατά την οποία ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δεν την υπερψήφισαν … 5. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. αποφαίνεται επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Αν παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία θεωρείται ότι η προσφυγή έχει σιωπηρά απορριφθεί. 6. Η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση ένδικων βοηθημάτων ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων», Άρθρο 230 (άρθρο 121 ν. 4555/2018) «1. … 3. Οι αποφάσεις του Επόπτη Ο.Τ.Α. προσβάλλονται στα αρμόδια δικαστήρια με τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία», Άρθρο 238 («Εποπτεία των Ο.Τ.Α. μέχρι την έναρξη λειτουργίας της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. …», άρθρο 131 ν. 4555/2018) «1. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων, κατά τα άρθρα 225 έως 227, ασκείται από τον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και τις Ειδικές Επιτροπές του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α΄ 114), οι οποίες βρίσκονται στις έδρες των περιφερειών που ανήκουν στην ανωτέρω Αποκεντρωμένη Διοίκηση … 2. Όπου στα ανωτέρω άρθρα αναφέρεται ο Επόπτης Ο.Τ.Α., κατά το μεταβατικό διάστημα, νοείται ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης … 4. Η έναρξη λειτουργίας κάθε Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. 5. … 6. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 6 του άρθρου 227. 7. …». Στο δε άρθρο 151 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α΄ 114), Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων προβλέπεται ότι: «Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα [ήδη του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης] … ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του επόμενου άρθρου …» ενώ στο άρθρο 152 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, εκτός των άλλων, ότι: «1. Στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνιστάται τουλάχιστον μία (1) τριμελής Ειδική Επιτροπή … 2. Η Ειδική Επιτροπή ασκεί έλεγχο νομιμότητας και εκδίδει απόφαση επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της … 4. Οι αποφάσεις της Ειδικής Επιτροπής προσβάλλονται μόνο στα αρμόδια δικαστήρια».
7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την απόφαση 374/20.7.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου εγκρίθηκε η ανάθεση του έργου «Αποκατάσταση ζημιών έργων υποδομής που προκλήθηκαν από ακραία καιρικά φαινόμενα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2016», προϋπολογισμού δαπάνης 1.132.258 ευρώ χωρίς Φ.Π.Α. (και 1.404.000 ευρώ με Φ.Π.Α.), με την διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης. Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε ότι το ανωτέρω έργο διαιρείται σε τρία τμήματα (υποέργα), τα οποία θα ανατεθούν με διακριτές συμβάσεις καθώς επίσης και ότι οι οικονομικοί φορείς, οι οποίοι θα προσκληθούν, μπορούν να υποβάλουν προσφορά για ένα, περισσότερα ή όλα τα τμήματα του έργου, ως κριτήριο δε κατακύρωσης ορίσθηκε η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει μόνο τιμής ανά υποέργο. Κατά της απόφασης αυτής (374/20.7.2020) της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου άσκησε στις 11.8.2020 προσφυγή στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, κατά τις διατάξεις περί εποπτείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 3852/2010), ο …, …, προβάλλοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για την εφαρμογή της εξαιρετικής διαδικασίας της ανάθεσης δημοσίου έργου με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης. Την επομένη, 12.8.2020, αναρτήθηκε στο Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων (Κ.Η.Μ.Δ.Σ.) πρόσκληση του αιτούντος Δήμου, απευθυνομένη σε τρεις οικονομικούς φορείς, για την υποβολή προσφορών για την ανάθεση του ανωτέρω έργου, ακολούθως δε, με την απόφαση 485/22.9.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου, εγκρίθηκαν τα από 25.8.2020 σχετικά πρακτικά της οικείας Επιτροπής Διαπραγμάτευσης και ανακηρύχθηκε προσωρινή ανάδοχος και για τα τρία τμήματα του επίδικου έργου η εταιρεία … Με την απόφαση, όμως, 177127+158135/9.10.2020 του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου έγινε δεκτή η προμνησθείσα προσφυγή του … και ακυρώθηκε η απόφαση 374/20.7.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου για τον λόγο ότι δεν πληρούνται οι τασσόμενες από τον νόμο (άρθρα 32 και 32Α ν. 4412/2016) προϋποθέσεις για την ανάθεση δημοσίου έργου με την διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης, εν συνεχεία δε, με την απόφαση 169738/20.10.2020 της ιδίας Εποπτικής Αρχής, ακυρώθηκε και η απόφαση 485/22.9.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου, περί ανακηρύξεως προσωρινού αναδόχου για τα τρία υποέργα του επίδικου έργου, ως τμήμα σύνθετης διοικητικής ενέργειας, σε προηγούμενο στάδιο της οποίας είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα ως μη νόμιμη, κατά τα προεκτεθέντα, εναρκτήρια της διαδικασίας ανάθεσης απόφαση 374/20.7.2020 της δημοτικής αρχής. Κατά των δύο αυτών πράξεων του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης άσκησε προσφυγή ο Δήμος Πύργου στις 12.11.2020 ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006. Εν τω μεταξύ, στις 21.10.2020 περιήλθε στο Ελεγκτικό Συνέδριο ο διαβιβασθείς με το υπ’ αριθμ. 28585/8.10.2020 έγγραφο του Δημάρχου Πύργου φάκελος με τα στοιχεία της διαδικασίας ανάθεσης του επίδικου έργου, εκδόθηκε δε συναφώς η Πράξη 768/16.11.2020 του Ε´ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης μεταξύ του Δήμου Πύργου και της προσωρινής αναδόχου, για την εκτέλεση των τριών τμημάτων του ανωτέρω έργου. Ακολούθως, με την απόφαση 53/22.12.2020 της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας απερρίφθη η κατά τα προαναφερθέντα προσφυγή του Δήμου Πύργου κατά των ως άνω πράξεων του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης: έγινε ειδικότερα δεκτό ότι δεν προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του νόμου (άρθρο 32 παρ. 2 περ. γ´ του ν. 4412/2016) για την ανάθεση της εκτέλεσης δημοσίου έργου με την διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης καθώς επίσης και ότι η προμνησθείσα Πράξη 768/2020 του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν δεσμεύει την Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Ο Δήμος Πύργου άσκησε στις 11.1.2021 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών αφ’ ενός αίτηση ακυρώσεως κατά των ανωτέρω δύο πράξεων του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου (177127+158135/9.10.2020 και 169738/20.10.2020) καθώς και της απόφασης 53/22.12.2020 της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας. Αφ’ ετέρου άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναστολής κατ’ επίκληση του άρθρου 372 του ν. 4412/2016. Την ίδια ημέρα ο ήδη αιτών Δήμος άσκησε κατά των ιδίων πράξεων και προδικαστική προσφυγή ενώπιον της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ), η οποία τελικώς απερρίφθη ως απαράδεκτη με την απόφαση 338/15.2.2021 της ΑΕΠΠ. Εξάλλου, μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, με την Πράξη 65/29.1.2021 του Ε´ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου «αναθεωρήθηκε» οίκοθεν η προηγουμένη 768/2020 πράξη του ιδίου σχηματισμού και έγινε δεκτό ότι, μετά την έκδοση της αναφερθείσης ακυρωτικής απόφασης 177127+158135/9.10.2020 του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, «απαραδέκτως εισάγονται για έλεγχο τα σχέδια σύμβασης μεταξύ του Δήμου Πύργου και της εταιρείας … για την εκτέλεση των τριών υποέργων του [επίδικου] έργου». Κατά της εν λόγω Πράξης 65/2021 ασκήθηκε από τον Δήμο Πύργου η από 18.2.2021 «προσφυγή ανάκλησης», η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις 2.3.2021.
8. Επειδή, με την πράξη 3/27.1.2021 της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α´ 213), όπως ισχύει, έγινε δεκτή η από 11.1.2021 αίτηση του Δήμου Πύργου και διατάχθηκε η εισαγωγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας της ασκηθείσης κατά τα προεκτεθέντα από τον Δήμο Πύργου αίτησης ακυρώσεως καθώς και της κρινόμενης αίτησης αναστολής. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών ως δικαστηρίου αρμοδίου για την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται κατά την διαδικασία που προηγείται της σύναψης δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4412/2016. Με την ως άνω πράξη της Επιτροπής έγινε δεκτό ότι με τα αναφερθέντα ένδικα βοηθήματα τίθενται τα ακόλουθα γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα, τα οποία έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων: 1) Εάν δημόσια σύμβαση, υπαγόμενη στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016 και του Βιβλίου IV αυτού, υπόκειται στον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά το άρθρο 225 του ν. 3852/2010 ή στον έλεγχο νομιμότητας κατόπιν προσφυγής τρίτου προσώπου (όχι ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέως) κατά το άρθρο 227 του ν. 3852/2010 ή, δοθέντος ότι κατά το άρθρο 360 παρ. 3 του ν. 4412/2016 δεν επιτρέπεται για τις δημόσιες συμβάσεις αυτές η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένης αυτής του άρθρου 227 του ν. 3852/2010, ομοίως αποκλείεται και η επ’ αυτών άσκηση αυτεπάγγελτου ελέγχου νομιμότητας ή άσκηση ελέγχου κατόπιν προσφυγής τρίτων προσώπων που δεν έχουν την ιδιότητα του οικονομικού φορέως. 2) Σε περίπτωση που κριθεί ότι επιτρέπεται ο κατά τις διατάξεις των άρθρων 225 και 227 του ν. 3852/2010 έλεγχος της νομιμότητας των αποφάσεων των Ο.Τ.Α. που εκδίδονται κατά το στάδιο που προηγείται της συνάψεως δημοσίας συμβάσεως υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016 και του Βιβλίου IV αυτού: (α) Εάν οι πράξεις του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοικήσεως και της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, εκδοθείσες στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας του ν. 3852/2010, έχουν ως συνέπεια την ακύρωση της πράξεως της αναθέτουσας αρχής ή απλώς την διαπίστωση της μη νομίμου λήψεως αυτής. (β) Εάν πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδιδόμενη κατ’ ενάσκηση του προβλεπόμενου στο άρθρο 98 του Συντάγματος προσυμβατικού ελέγχου δημοσίας συμβάσεως συναπτόμενης από Ο.Τ.Α. ως αναθέτουσας αρχής, δεσμεύει τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοικήσεως και την Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 κατά την ενάσκηση από τα όργανα αυτά του προβλεπόμενου στο άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος ελέγχου νομιμότητας της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως από τον Ο.Τ.Α. (γ) Εάν οι πράξεις του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοικήσεως και της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, εκδοθείσες στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας του ν. 3852/2010, οι οποίες ακυρώνουν απόφαση Ο.Τ.Α. για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016, δημιουργούν διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 και σε καταφατική περίπτωση, εάν απαιτείται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής του άρθρου 360 του ν. 4412/2016 κατά των πράξεων αυτών. (δ) Εάν η απάντηση στο υπό (γ) νομικό ζήτημα διαφοροποιείται αναλόγως του εάν ο αιτών δικαστική προστασία είναι η αναθέτουσα αρχή ή ενδιαφερόμενος να του ανατεθεί σύμβαση οικονομικός φορέας. (ε) Σε περίπτωση που δεν εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016, αλλά οι κοινές διατάξεις του π.δ/τος 18/1989, πώς καθορίζεται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
9. Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, C-570/08, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, σκέψη 36), «δεδομένου ότι το άρθρο 1 παρ. 3 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής “τουλάχιστον” σε όλα τα καθοριζόμενα από τη διάταξη αυτή πρόσωπα και λαμβανομένης υπόψη της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη δύνανται να συμπεριλάβουν τις αναθέτουσες αρχές στον κύκλο των προσώπων που έχουν δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διατάξεως, στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών ακυρώνονται από κατά βάση αρμόδιες αρχές, οι οποίες δεν είναι δικαστικές».
10. Επειδή, όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες στην σκέψη 5 διατάξεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016, η παροχή δικαστικής προστασίας κατά τον νόμο αυτόν αφορά διαφορές που αναφύονται από πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες εντάσσονται στην διαδικασία που προηγείται της συνάψεως των συμβάσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, ως τέτοιες δε πράξεις ή παραλείψεις νοούνται όχι μόνον εκείνες, οι οποίες εκδίδονται ή εκδηλώνονται κατά την διαδικασία, η οποία αρχίζει με την οικεία προκήρυξη και ολοκληρώνεται με την πράξη ανάθεσης της σύμβασης στον ανάδοχο, αλλά και οι πράξεις με τις οποίες ασκήθηκε έλεγχος νομιμότητας επί των πράξεων αυτών της διαγωνιστικής διαδικασίας (ΣτΕ 2/2021). Δικαίωμα δε άσκησης αίτησης αναστολής και αίτησης ακυρώσεως κατά το άρθρο 372 του ν. 4412/2016 έχει στην περίπτωση αυτή όχι μόνον ο ενδιαφερόμενος για την ανάθεση της σύμβασης αλλά και η αναθέτουσα αρχή, της οποίας οι πράξεις ακυρώθηκαν κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας (πρβλ. Ε.Α. 104/2018, υπό το προϊσχύσαν καθεστώς του ν. 3886/2010, ΦΕΚ Α´ 173). Και τούτο διότι ο ν. 4412/2016, με το άρθρο 346 παρ. 2 εδ. β´, έκανε χρήση της ευχέρειας που του παρέχει το ενωσιακό δίκαιο, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, και εξομοίωσε, από την άποψη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, την αναθέτουσα αρχή με τον οικονομικό φορέα, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση. Εξάλλου, κατά των εκδιδομένων κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας ως άνω πράξεων δεν απαιτείται η εκ μέρους του θιγομένου προηγούμενη άσκηση (και απόρριψη) προδικαστικής προσφυγής ενώπιον της ΑΕΠΠ ως προϋπόθεση της παραδεκτής ασκήσεως αιτήσεως αναστολής και αιτήσεως ακυρώσεως. Τούτο προκύπτει από την όλη οικονομία των διατάξεων του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016, με τις οποίες σκοπείται η θέσπιση μίας ταχείας και αποτελεσματικής παροχής δικαστικής προστασίας, και ιδίως από την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 362 του νόμου αυτού -με την οποία ορίζεται ότι κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου, δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής-, αναλόγως εφαρμοζόμενη (πρβλ. Ε.Α. 85/2002 υπό το κράτος του ν. 2522/1997, ΦΕΚ Α´ 178). Νομίμως, συνεπώς, ασκήθηκε ως αίτηση αναστολής του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, ενόψει του ύψους του προϋπολογισμού της σύμβασης και της έδρας της αναθέτουσας αρχής, η κρινόμενη αίτηση παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, με την οποία ζητείται η αναστολή της εκτέλεσης πράξεων των εποπτικών αρχών (Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης και Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006) εκδοθεισών κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας σε πράξεις οργάνων Ο.Τ.Α. σχετικές με την ανάθεση δημόσιας σύμβασης του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016. Εισάγεται δε ήδη η αίτηση αυτή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
11. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνει προς απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως ο …, κατόπιν προσφυγής του οποίου κινήθηκε η διαδικασία, η οποία κατέληξε στην έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων. Περαιτέρω, η εταιρεία …, η οποία είχε ανακηρυχθεί προσωρινή ανάδοχος των τριών επί μέρους συμβάσεων εκτέλεσης του επίδικου έργου, παραδεκτώς παρεμβαίνει, κατ’ επίκληση του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, προκειμένου να τοποθετηθεί επί των νομικών ζητημάτων που τίθενται στην παρούσα πρότυπη δίκη σύμφωνα με την προμνησθείσα πράξη 3/2021 της οικείας Επιτροπής. Έχουν ασκήσει, επίσης, αυτοτελείς παρεμβάσεις κατ’ επίκληση της ίδιας διάταξης και οι: α) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία …, β) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία … και γ) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου «Αναγκαστικός Σύνδεσμος Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Διαχειριστικής Ενότητας Περιφέρειας Ηπείρου» [εξ αυτών η εταιρεία … άσκησε αρχικώς με το ίδιο δικόγραφο -Δ´ 168/26.2.2021- παρέμβαση στην δίκη επί της κρινόμενης αιτήσεως αναστολής και της σχετικής αιτήσεως ακυρώσεως του Δήμου Πύργου· εν συνεχεία, όμως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της η ως άνω παραιτήθηκε από το ανωτέρω δικόγραφο παρεμβάσεως καθ’ ό μέρος αφορούσε την δίκη επί της αιτήσεως αναστολής και άσκησε, εκ νέου, αυτοτελή πλέον παρέμβαση -Δ´ 172/1.3.2021- στην δίκη επί της κρινομένης αιτήσεως]. Οι εν λόγω επικαλούνται, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση των παρεμβάσεων, εκκρεμείς δίκες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (Διοικητικό Εφετείο Πειραιά η πρώτη και Διοικητικό Εφετείο Χανίων η δεύτερη) ή του Συμβουλίου της Επικρατείας (ο τρίτος Αναγκαστικός Σύνδεσμος), στις οποίες ανακύπτει ένα από τα ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος που τίθεται και στην δίκη επί της κρινομένης αιτήσεως, ήτοι το ζήτημα του επιτρεπτού ή μη ασκήσεως ελέγχου νομιμότητας από τις εποπτικές κρατικές αρχές επί των πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α., οι οποίες εκδίδονται κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης δημόσιας σύμβασης υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016. Ενόψει των ισχυρισμών τούτων και των στοιχείων που προσκομίσθηκαν στην Επιτροπή Αναστολών προς απόδειξή τους, οι τρεις εν λόγω παρεμβάσεις ασκούνται παραδεκτώς.
12. Επειδή, ο ν. 4412/2016 θέσπισε με το Βιβλίο IV αυτού σύστημα κανόνων σχετικών με την έννομη -δικαστική και μη- προστασία κατά την σύναψη δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (βλ. ανωτέρω σκέψη 5) και προέβλεψε ως προς τους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι έχουν ή είχαν συμφέρον να τους ανατεθεί δημόσια σύμβαση, ότι δύνανται να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον ειδικώς συνεστημένου οργάνου (της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών) με αίτημα, μεταξύ άλλων, την αναστολή της εκτέλεσης ή την ακύρωση παράνομων και ζημιογόνων πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής. Η άσκηση της ως άνω προσφυγής («προδικαστική προσφυγή») αποτελεί μάλιστα, κατά τον νόμο, προϋπόθεση για την εν συνεχεία άσκηση των προβλεπομένων ενδίκων βοηθημάτων, ήτοι της αιτήσεως αναστολής και της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου (διοικητικού εφετείου και, κατ’ εξαίρεση, του Συμβουλίου της Επικρατείας). Παραλλήλως, ο νόμος όρισε ότι κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής, οι οποίες εκδίδονται κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης δημόσιας σύμβασης, δεν χωρεί η άσκηση άλλης διοικητικής προσφυγής -μη εξαιρουμένης, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, της προσφυγής του άρθρου 227 του ν. 3852/2010 κατά των σχετικών πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α.- εκτός από την ανωτέρω προδικαστική προσφυγή. Η διάταξη αυτή του νόμου (άρθρο 360 παρ. 3 ν. 4412/2016) καταλαμβάνει εκείνους μόνον τους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι δύνανται πάντως να ασκήσουν την προδικαστική προσφυγή του ν. 4412/2016, και όχι τυχόν τρίτους τους οποίους άλλωστε δεν αφορούν, κατά τα προεκτεθέντα, οι ρυθμίσεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016. Συνεπώς, με το εν λόγω άρθρο 360 παρ. 3 του νόμου δεν θίγεται το αναγνωριζόμενο από άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δικαίωμα των τρίτων, εν σχέσει προς τους ενδιαφερομένους για την ανάθεση δημόσιας σύμβασης, να ασκήσουν διοικητικές προσφυγές κατά των πράξεων των αναθετουσών αρχών που εκδίδονται κατά την διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι κατά τα ανωτέρω τρίτοι νομίμως ασκούν την προσφυγή νομιμότητας του άρθρου 227 του ν. 3852/2010 κατά των σχετικών με την ανάθεση σύμβασης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α. Αντιστοίχως δε οι πράξεις αυτές υπόκεινται και στον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας που προβλέπεται από τα άρθρα 225 και 226 του ν. 3852/2010. Τούτο ενισχύεται και από το μεταγενέστερο του ν. 4412/2016 άρθρο 116 του ν. 4555/2018, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 225 του ν. 3852/2010 και ορίσθηκε, στην παράγραφο 1, ότι υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας από την Εποπτική Κρατική Αρχή και «οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων των δήμων [οι οποίες] αφορούν … την ανάθεση έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών, αν το τίμημα υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ χωρίς Φ.Π.Α.» (περ. β΄). Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από τις παρατιθέμενες στην σκέψη 4 διατάξεις των άρθρων 105 παρ. 3 και 340 παρ. 1 του ν. 4412/2016, τις οποίες επικαλείται ο αιτών: και τούτο διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν άλλα ζητήματα και συγκεκριμένα η μεν πρώτη τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης κατακύρωσης με την σύναψη της σύμβασης, η δε δεύτερη τις υποχρεώσεις που έχουν τα «ελεγκτικά ή εποπτικά διοικητικά όργανα» όταν εντοπίζουν, «ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν λήψης πληροφοριών», συγκεκριμένες παραβιάσεις κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων.
13. Επειδή, εξάλλου, κατά την έννοια των άρθρων 225 έως 227 του ν. 3852/2010, με τις οποίες επιδιώκεται η τήρηση της αρχής της νομιμότητας και ο εξοβελισμός από την έννομη τάξη των παρανόμων πράξεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ο έλεγχος που ασκείται από την Εποπτική Αρχή (Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) δεν εξαντλείται στην διαπίστωση του νόμιμου ή παράνομου χαρακτήρα της πράξης του Ο.Τ.Α. Σε περίπτωση που η ελεγχόμενη πράξη κριθεί παράνομη, είτε στα πλαίσια του αυτεπάγγελτου -υποχρεωτικού ή μη- ελέγχου νομιμότητας, είτε κατόπιν προσφυγής θιγομένου, το εποπτικό όργανο οφείλει να την ακυρώσει.
14. Επειδή, ενόψει της λύσεως που δόθηκε στο ανωτέρω νομικό ζήτημα, ότι δηλαδή οι πράξεις των οργάνων των Ο.Τ.Α., που εκδίδονται κατά την διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016, υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης (και την Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006), είναι απορριπτέες οι παρεμβάσεις των …, … και …, καθώς και η παρέμβαση του Αναγκαστικού Συνδέσμου Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Διαχειριστικής Ενότητας Περιφέρειας Ηπείρου, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα.
15. Επειδή, η αναστολή εκτελέσεως διοικητικής πράξης επιτρέπεται, καταρχήν, μόνο για την διατήρηση υφιστάμενης πραγματικής καταστάσεως και όχι για την δημιουργία νέας. Εν προκειμένω, όμως, η κατ’ αποδοχήν της κρινομένης αιτήσεως αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλομένων πράξεων θα είχε ως συνέπεια την δημιουργία νέας πραγματικής καταστάσεως, η οποία θα επέτρεπε την εκτέλεση των ένδικων αποφάσεων της Οικονομικής Επιτροπής του αιτούντος Δήμου, θα επέτρεπε δηλαδή την σύναψη συμβάσεως με την εταιρεία … -όπως, άλλωστε, ζητείται με το δικόγραφο της αιτήσεως κατά τα εκτιθέμενα στην σκέψη 2- και την εκτέλεση από αυτήν του επίδικου έργου (πρβλ. Ε.Α. 245/2003). Υπό την εκδοχή, όμως, αυτή η αναστολή εκτελέσεως θα εξοπλίζετο, ανεπιτρέπτως κατά νόμο, με προσωρινό ακυρωτικό αποτέλεσμα (πρβλ ήδη Ε.Α. 307/1996 κ.ά.). Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση. Και ναι μεν προβάλλει ο αιτών με το από 5.3.2021 υπόμνημα ότι καταλείπεται στάδιο προσωρινής δικαστικής προστασίας εφόσον, σε περίπτωση αποδοχής της κρινομένης αιτήσεως, η Επιτροπή Αναστολών μπορεί να διατάξει, ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο, να επιτραπεί στον Δήμο Πύργου η έκδοση πράξης, με την οποία να ζητείται από την προσωρινή ανάδοχο η παράταση της προσφοράς της (και της εγγύησης συμμετοχής της στην διαδικασία) μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι απορριπτέος διότι ο αιτών, ως αναθέτουσα αρχή, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας επί της αιτήσεως ακυρώσεώς του κατά των προσβαλλομένων πράξεων, δύναται πάντως να ζητήσει από την ανακηρυχθείσα προσωρινή ανάδοχο την παράταση της ισχύος της προσφοράς της και της εγγυητικής επιστολής συμμετοχής της στην διαδικασία ανάθεσης, χωρίς να απαιτείται προς τούτο σχετική απόφαση της Επιτροπής Αναστολών. Απορριπτέα είναι, επίσης, και τα προβαλλόμενα με το ίδιο υπόμνημα ότι ο ν. 4412/2016 αποδέχεται το «οιονεί ακυρωτικό αποτέλεσμα» της απόφασης επί της αιτήσεως αναστολής εφόσον στο άρθρο 372 παρ. 5 αναγνωρίζει την δυνατότητα του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, της οποίας αναστέλλεται η εκτέλεση, να επανέλθει επί της υποθέσεως και, συμμορφούμενο προς την απόφαση επί της αιτήσεως αναστολής, να ανακαλέσει την πράξη που προκάλεσε την διαφορά, με αποτέλεσμα την κατάργηση της δίκης κατά το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989. Και τούτο διότι η δυνατότητα επανόδου της Αρχής που εξέδωσε την ένδικη πράξη και ανάκλησης της πράξης αυτής κατά το άρθρο 372 παρ. 5 του ν. 4412/2016 προϋποθέτει την παραδεκτή άσκηση αίτησης παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας και δεν θεραπεύει το απαράδεκτο της αιτήσεως αναστολής κατά τα ανωτέρω.
16. Επειδή, κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να γίνει δεκτή η ασκηθείσα παρέμβαση του ….