ΣτΕ 7μ. Δ’ 770/2021
Αυτεπάγγελτος έλεγχος νομιμότητας κατά τα άρθρα 225 και 227 του ν.3852/2010 κατά το στάδιο που προηγείται της συνάψεως δημοσίας συμβάσεως. Ο νόμος όρισε ότι κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής, οι οποίες εκδίδονται κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης δημόσιας σύμβασης, δεν χωρεί η άσκηση άλλης διοικητικής προσφυγής -μη εξαιρουμένης, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, της προσφυγής του άρθρου 227 του ν. 3852/2010 κατά των σχετικών πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α.- εκτός από την ανωτέρω προδικαστική προσφυγή. Η διάταξη αυτή του νόμου (άρθρο 360 παρ. 3 ν. 4412/2016) καταλαμβάνει εκείνους μόνον τους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι δύνανται πάντως να ασκήσουν την προδικαστική προσφυγή του ν. 4412/2016, και όχι τυχόν τρίτους τους οποίους άλλωστε δεν αφορούν, κατά τα προεκτεθέντα, οι ρυθμίσεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι κατά τα ανωτέρω τρίτοι, εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες από την σχετική νομοθεσία προϋποθέσεις, δύνανται να ασκήσουν την προσφυγή νομιμότητας του άρθρου 227 του ν. 3852/2010 κατά των σχετικών με την ανάθεση σύμβασης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3852/2010 προκύπτει ότι α) από τις αποφάσεις των Ο.Τ.Α., που εκδίδονται κατά την διαδικασία σύναψης σύμβασης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας, οι μεν πράξεις ανάθεσης υπόκεινται σε «υποχρεωτικό» έλεγχο νομιμότητας, υπό την προϋπόθεση του ύψους του τιμήματος που τάσσεται από το άρθρο 225, οι δε λοιπές πράξεις υπόκεινται στον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας του άρθρου 226 (κατά την παράγραφο 1 του οποίου «μπορεί αυτεπαγγέλτως να [ακυρωθεί] οποιαδήποτε απόφαση των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων … για λόγους νομιμότητας»), και β) όλες οι σχετικές αποφάσεις υπόκεινται σε προσφυγή νομιμότητας ενώπιον του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά τα άρθρα 227 και 238 του ν. 3852/2010. Έλεγχος που ασκείται από την Εποπτική Αρχή (Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι, κατά την έννοια των άρθρων 225 έως 227 του ν. 3852/2010, με τις οποίες επιδιώκεται η τήρηση της αρχής της νομιμότητας και ο εξοβελισμός από την έννομη τάξη των παρανόμων πράξεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ο έλεγχος που ασκείται από την Εποπτική Αρχή (Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) δεν εξαντλείται στην διαπίστωση του νόμιμου ή παράνομου χαρακτήρα της πράξης του Ο.Τ.Α. Σε περίπτωση που η ελεγχόμενη πράξη κριθεί παράνομη, είτε στα πλαίσια του αυτεπάγγελτου -υποχρεωτικού ή μη- ελέγχου νομιμότητας, είτε κατόπιν προσφυγής θιγομένου, το εποπτικό όργανο οφείλει να την ακυρώσει. Πράξη Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατ’ενάσκηση του προσυμβατικού ελέγχου δημοσίας συμβάσεως συναπτόμενης από Ο.Τ.Α ως αναθέτουσα αρχή. Πράξη του αρμοδίου σχηματισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδιδόμενη κατά τον έλεγχο σχεδίου δημόσιας σύμβασης («προσυμβατικός» ή «προληπτικός» έλεγχος) με Ο.Τ.Α. ως αναθέτουσα αρχή, δεσμεύει καταρχήν τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης και την Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 κατά την ενάσκηση του προβλεπομένου από την οικεία νομοθεσία (ν. 3852/2010 και 3463/2006) ελέγχου νομιμότητας των σχετικών με την διαδικασία σύναψης της σύμβασης πράξεων του Ο.Τ.Α. Δεν δημιουργείται δε στην περίπτωση αυτή έλλειμμα δικαστικής προστασίας για τους θιγόμενους από τις πράξεις των εποπτικών αρχών, εφόσον οι τελευταίοι μπορούν να αμφισβητήσουν την νομιμότητα των πράξεων αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων (Συμβουλίου της Επικρατείας και διοικητικών εφετείων, κατά περίπτωση), τα οποία δεν δεσμεύονται από τα κριθέντα από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου (βλ. Α.Ε.Δ. 20/2005 και ΣτΕ 2472, 2473/2008 Ολομ., 3376/2017 επταμ.). εξάλλου, κατά τα γενόμενα δεκτά από το ΔΕΕ (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, C-570/08, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, σκέψη 36), «δεδομένου ότι το άρθρο 1 παρ. 3 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής “τουλάχιστον” σε όλα τα καθοριζόμενα από τη διάταξη αυτή πρόσωπα και λαμβανομένης υπόψη της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη δύνανται να συμπεριλάβουν τις αναθέτουσες αρχές στον κύκλο των προσώπων που έχουν δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διατάξεως, στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών ακυρώνονται από κατά βάση αρμόδιες αρχές, οι οποίες δεν είναι δικαστικές».
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2021, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ε. Αντωνόπουλος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Χρ. Σιταρά, Σύμβουλοι, Χρ. Μπολόφη, Ο. Νικολαράκου, Πάρεδροι.
Για να δικάσει την από 11 Ιανουαρίου 2021 αίτηση:
του Δήμου Πύργου Ηλείας, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη (Α.Μ. 28288), που τον διόρισε με απόφαση της Οικονομικής του Επιτροπής,
κατά των: 1. Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με …, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της και 2. Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, ο οποίος παρέστη με την …, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της.
Στη δίκη παρεμβαίνουν οι: 1. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία …, που εδρεύει στην … (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο … (Α.Μ. …), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 2. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο …, που εδρεύει στην … (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη (Α.Μ. 28288), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 3. … του …, κατοίκου … (…), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. …) και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του και 4. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο … που εδρεύει στη … (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο … (Α.Μ. …), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος επιδιώκει να ακυρωθούν: 1. η υπ’ αριθμ. 53/22.12.2020 απόφαση της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, 2. η υπ’ αριθμ. 177127+158135/9.10.2020 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, 3. η υπ’ αριθμ. 169738/20.10.2020 απόφαση του ίδιου ως άνω Συντονιστή και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στο Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της από 27 Ιανουαρίου 2021 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 4 Φεβρουαρίου 2021 πράξεως της Προέδρου του Δ’ Τμήματος.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ηλ. Μάζου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους του Δήμου και των παρεμβαινουσών εταιρειών, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
- Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου.
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση των ακόλουθων πράξεων: α. της απόφασης 177127+158335/9.10.2020 του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του … και ακυρώθηκε η απόφαση 374/20.7.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου· με την πράξη αυτή είχε εγκριθεί η προσφυγή στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση για την ανάθεση της εκτέλεσης του έργου «Αποκατάσταση ζημιών έργων υποδομής που προκλήθηκαν από ακραία καιρικά φαινόμενα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2016», β. της απόφασης 169738/20.10.2020 της ιδίας Αρχής (Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου), με την οποία, κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας, ακυρώθηκε η απόφαση 485/22.9.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου· με την πράξη αυτή της δημοτικής αρχής είχε εγκριθεί το αποτέλεσμα της δημοπράτησης του ανωτέρω έργου και είχε ανακηρυχθεί προσωρινή ανάδοχος, και για τα τρία τμήματα (υποέργα) στα οποία είχε διαιρεθεί το εν λόγω έργο, η εταιρεία «…, και γ. της απόφασης 53/22.12.2020 της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 ν. 3463/2006 Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία απερρίφθη προσφυγή του ήδη αιτούντος Δήμου Πύργου κατά των ως άνω υπό α´ και β´ πράξεων του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
- Επειδή, στην διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 («Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α´ 213), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α´ 51), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Τα αιτήματα των διαδίκων συνοδεύονται, επί ποινή απαραδέκτου, από παράβολο τριακοσίων (300) ευρώ υπέρ του Δημοσίου … Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα … Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες …».
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την 3/2021 πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α´ 213), όπως ισχύει, έγινε δεκτή η από 11.1.2021 αίτηση του Δήμου Πύργου και διατάχθηκε η εισαγωγή της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως (και της σχετικής αιτήσεως αναστολής) στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η αίτηση αυτή είχε ασκηθεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών ως δικαστηρίου αρμοδίου για την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται κατά την διαδικασία που προηγείται της σύναψης δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4412/2016. Με την ως άνω πράξη της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες ΤΑ ΝΕΑ και ΕΣΤΙΑ στις 29.1.2021 και 1.2.2021 αντιστοίχως, έγινε δεκτό ότι με την κρινόμενη αίτηση τίθενται γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα, τα οποία παρατίθενται σε επόμενες σκέψεις.
- Επειδή, κατόπιν της ανωτέρω 3/2021 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η υπόθεση εισάγεται, λόγω σπουδαιότητας, ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του καθ΄ ύλην αρμοδίου Δ´ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την από 4.2.2021 πράξη της Προέδρου του ως άνω σχηματισμού, περί ορισμού δικασίμου και εισηγητού.
- Επειδή, με την οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (L 94, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2014/18/ΕΚ) θεσπίσθηκαν κανόνες για τις διαδικασίες σύναψης από τις αναθέτουσες αρχές, μεταξύ άλλων, συμβάσεων δημοσίων έργων, των οποίων η εκτιμώμενη αξία, εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας, είναι ίση ή ανώτερη από το όριο των 5.350.000 ευρώ (άρθρο 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α´ της οδηγίας, όπως ισχύει). Εξάλλου, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων (συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων συμβάσεων έργων), εκδόθηκε η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 (L 395), η οποία, τροποποιηθείσα με τις οδηγίες 2007/66/ΕΚ (L 335) και 2014/23/ΕΕ (L 94), ορίζει στο μεν άρθρο 1 τα ακόλουθα: «1. … Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ …, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων αναθεωρήσεων … λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την ενωσιακή νομοθεσία περί διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της εν λόγω νομοθεσίας. 2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην υφίσταται καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία στο πλαίσιο διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεως του δημοσίου, λόγω της διάκρισης που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ των εθνικών κανόνων που εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο και των άλλων εθνικών κανόνων. 3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατό να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον σε οιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση». Στο δε άρθρο 2 παρ. 1 η ίδια οδηγία 89/665/ΕΟΚ διαλαμβάνει τα εξής: «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζει το άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου: α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα ώστε να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή δημόσιας σύμβασης ή της εκτέλεσης οιασδήποτε απόφασης λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές· β) να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης· γ) …».
- Επειδή, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις των ως άνω οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 89/665/ΕΟΚ εκδόθηκε ο ν. 4412/2016 (ΦΕΚ Α´ 147 και διόρθωση σφαλμάτων σε ΦΕΚ Α´ 200), ο οποίος πάντως περιλαμβάνει κανόνες σχετικούς με την διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων ανεξαρτήτως της εκτιμώμενης αξίας τους (βλ. άρθρο 3 παρ. 1, κατά την οποία διάταξη με τα άρθρα 3 έως 221 θεσπίζονται κανόνες για τις διαδικασίες προγραμματισμού και σύναψης συμβάσεων του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α´, ήτοι των δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, που πραγματοποιούνται από αναθέτουσες αρχές «ανεξαρτήτως εκτιμώμενης αξίας αυτών»· βλ. και άρθρο 1 παρ. 3 που ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 116 έως 128 εφαρμόζονται αποκλειστικά στην ως άνω κατηγορία δημοσίων συμβάσεων με εκτιμώμενη αξία κάτω των τασσομένων με την ανωτέρω οδηγία ορίων). Τα άρθρα 32 και 32Α του νόμου αυτού αφορούν την διαδικασία ανάθεσης με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης ενώ τα άρθρα 103 έως 105 αναφέρονται στην κατακύρωση του αποτελέσματος της διαδικασίας. Συναφώς, το άρθρο 105 προβλέπει, στις παραγράφους 3 και 4, τα ακόλουθα: «3. … Τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης κατακύρωσης και ιδίως, η σύναψη της σύμβασης επέρχονται εφόσον και όταν συντρέξουν σωρευτικά τα εξής: α) αα) σε συμβάσεις με εκτιμώμενη αξία άνω των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προδικαστικής προσφυγής ή σε περίπτωση άσκησης, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης αναστολής κατά της απόφασης της Α.Ε.Π.Π. και σε περίπτωση άσκησης αίτησης αναστολής κατά της απόφασης της Α.Ε.Π.Π., εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης, με την επιφύλαξη της χορήγησης προσωρινής διαταγής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 372 και ββ) … β) ολοκληρωθεί επιτυχώς ο προσυμβατικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τα άρθρα 35 και 36 του ν. 4129/2013, εφόσον απαιτείται και γ) κοινοποιηθεί η απόφαση κατακύρωσης στον προσωρινό ανάδοχο, εφόσον ο τελευταίος υποβάλλει, έπειτα από σχετική πρόσκληση, υπεύθυνη δήλωση … στην οποία θα δηλώνεται ότι, δεν έχουν επέλθει στο πρόσωπό του οψιγενείς μεταβολές κατά την έννοια του άρθρου 104 και μόνον στην περίπτωση του προσυμβατικού ελέγχου ή της άσκησης προδικαστικής προσφυγής κατά της απόφασης κατακύρωσης. Η υπεύθυνη δήλωση ελέγχεται από το αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο, το οποίο συντάσσει πρακτικό που συνοδεύει τη σύμβαση. 4. Μετά την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της απόφασης κατακύρωσης, η αναθέτουσα αρχή προσκαλεί τον ανάδοχο να προσέλθει για την υπογραφή του συμφωνητικού, θέτοντάς του προθεσμία που δε μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες από την κοινοποίηση σχετικής έγγραφης ειδικής πρόσκλησης». Στο δε άρθρο 340 παρ. 1 του νόμου ορίζεται ότι όταν, κατά την εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων, «ελεγκτικά ή εποπτικά διοικητικά όργανα εντοπίζουν, ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν λήψης πληροφοριών, συγκεκριμένες παραβιάσεις …, αναφέρουν υποχρεωτικά τα προβλήματα αυτά στην Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, στις αρχές λογιστικού ελέγχου και στα δικαστήρια».
- Επειδή, περαιτέρω, το Βιβλίο IV (άρθρα 345 – 374) του ιδίου ν. 4412/2016 αναφέρεται στην έννομη προστασία κατά την σύναψη δημοσίων συμβάσεων και προβλέπει στο άρθρο 345 παρ. 1 ότι οι διατάξεις του «εφαρμόζονται στις διαφορές που προκύπτουν κατά τη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων του παρόντος νόμου, … με εκτιμώμενη αξία ανώτερη των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ και ανεξάρτητα από τη φύση τους». Το άρθρο 346 του νόμου ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα ακόλουθα: «1. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί σύμβαση [της περίπτωσης α´] της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και έχει υποστεί ή ενδέχεται να έχει υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της ευρωπαϊκής ή εσωτερικής νομοθεσίας, έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 360 και να ζητήσει προσωρινή προστασία, σύμφωνα με το άρθρο 366 [και] ακύρωση παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 367 … 2. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από απόφαση της ΑΕΠΠ επί της προδικαστικής προσφυγής του άρθρου 360, μπορεί να ασκήσει αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης και αίτηση για την ακύρωση της απόφασής της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 372. Δικαίωμα άσκησης των ίδιων ενδίκων βοηθημάτων έχει και η αναθέτουσα αρχή αν η ΑΕΠΠ δεχθεί την διοικητική προσφυγή». Στο άρθρο 360 προβλέπονται τα εξής: «1. Κάθε ενδιαφερόμενος ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση του νόμου αυτού και έχει ή είχε υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, υποχρεούται, πριν από την υποβολή των προβλεπόμενων στον Τίτλο 3 ένδικων βοηθημάτων να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της ΑΕΠΠ κατά της σχετικής πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής. 2. Η άσκηση της προδικαστικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων του Τίτλου 3 κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων των αναθετουσών αρχών. 3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής κατά τη διαδικασία της ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων εκτός από την προδικαστική προσφυγή της παραγράφου 1». Το δε άρθρο 362 παρ. 4 διαλαμβάνει ότι «Δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής κατά απόφασης της ΑΕΠΠ, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου». Εξάλλου, ο Τίτλος 3 (άρθρα 372 και 373) του εν λόγω Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 αφορά ειδικώς την δικαστική προστασία στο στάδιο που προηγείται της σύναψης της σύμβασης. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 372 του νόμου αυτού ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: «1. Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της ΑΕΠΠ και την ακύρωσή της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου της έδρας της αναθέτουσας αρχής, με τριμελή σύνθεση, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Δικαίωμα άσκησης των ίδιων ενδίκων βοηθημάτων έχει και η αναθέτουσα αρχή αν η ΑΕΠΠ κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή … Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/989 (Α´ 8). 2. … 3. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των δύο προηγούμενων παραγράφων, … διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ με προϋπολογισμό μεγαλύτερο των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. 4. … Η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου. 5. … 6. … 7. Αν το δικαστήριο ακυρώσει πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής μετά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης, η τελευταία δεν θίγεται, εκτός αν πριν από τη σύναψη αυτής είχε ανασταλεί η διαδικασία σύναψης της σύμβασης με απόφαση της ΑΕΠΠ ή με απόφαση επί αίτησης αναστολής ή με προσωρινή διαταγή. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 373».
- Επειδή, ο θεσπισθείς αρχικώς με το άρθρο 15 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ Α´ 88, με το οποίο προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 19 του π.δ/τος 774/1980 «Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων», ΦΕΚ Α´ 189) έλεγχος νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο των δημοσίων συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας, προ της συνάψεώς τους, προβλέπεται ήδη στο άρθρο 98 του Συντάγματος, το οποίο, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 αυτού με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ´ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α´ 84), διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. … β. Ο έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή, όπως νόμος ορίζει. γ. … ζ. … 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει. Στις περιπτώσεις των στοιχείων α´ έως δ´ της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 92 παράγραφοι 2 και 3. 3. Οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για υποθέσεις της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας». Ήδη δε ο περί του Ελεγκτικού Συνεδρίου ν. 4700/2020 (ΦΕΚ Α´ 127) περιέλαβε σχετικές διατάξεις στο Κεφάλαιο 53 («Διενέργεια του προσυμβατικού ελέγχου»). Ειδικότερα, στο άρθρο 324 του νόμου αυτού («Υπαγωγή στον προσυμβατικό έλεγχο») ορίζονται, στις παραγράφους 1 και 2, τα ακόλουθα: «1. Στις συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αγοράς ακινήτων, που συνάπτονται από το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά τους πρόσωπα, τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις δημόσιες επιχειρήσεις ή οργανισμούς, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000,00) ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας, πριν από τη σύναψή τους από Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στις συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αγοράς ακινήτων, που συνάπτονται από το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά τους πρόσωπα, καθώς και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000,00) ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, και μέχρι το όριο της παρ. 1, διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας πριν από τη σύναψή τους από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι αρμόδιος για τον κατασταλτικό έλεγχο των λογαριασμών των υπηρεσιών ή φορέων αυτών». Το άρθρο 326 αναφέρεται στην διαδικασία άσκησης του προσυμβατικού ελέγχου και προβλέπει τα εξής: «1. Για τον σκοπό του ελέγχου που προβλέπεται στο παρόν Κεφάλαιο, υποβάλλεται στο οικείο κατά περίπτωση Κλιμάκιο Προσυμβατικού Ελέγχου ή στον Επίτροπο από τον αρμόδιο υπουργό ή φορέα ο φάκελος με όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία. Ο έλεγχος ολοκληρώνεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη διαβίβαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο του σχετικού φακέλου. Αν από τον έλεγχο διαπιστωθεί έλλειψη στοιχείων, αυτά ζητούνται από τον αρμόδιο φορέα πριν από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, η οποία, στην περίπτωση αυτή, διακόπτεται. Η έκδοση μη οριστικής κατά τα ανωτέρω πράξης από το Κλιμάκιο ή τον Επίτροπο επιτρέπεται μία μόνο φορά. 2. Η οριστική πράξη του Κλιμακίου ή του Επιτρόπου κοινοποιείται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον αρμόδιο φορέα, ο οποίος υποχρεούται αμελλητί να την κοινοποιήσει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σε όλους τους υποψηφίους που συμμετείχαν στην ελεγχόμενη διαδικασία ανάδειξης αναδόχου …». Στο δε άρθρο 328 του νόμου προβλέπεται ότι, αν δεν διενεργηθεί ο προβλεπόμενος κατά τα ανωτέρω έλεγχος, «η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη».
- Επειδή, στην παράγραφο 4 του άρθρου 102 του Συντάγματος, όπως ισχύει, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. Ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται, όπως νόμος ορίζει». Εξάλλου, ο ν. 3852/2010 («Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», ΦΕΚ Α΄ 87) ορίζει στην παράγραφο 1 του άρθρου 214, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 108 του ν. 4555/2018 (ΦΕΚ Α´ 133), ότι: «Το κράτος ασκεί στους Ο.Τ.Α. και στα νομικά πρόσωπα αυτών εποπτεία, που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους ούτε να υπεισέρχεται σε κρίσεις για τη σκοπιμότητα της δράσης τους ή να θίγει τη διοικητική και οικονομική τους αυτοτέλεια. Ειδικότερα η κρατική εποπτεία των Ο.Τ.Α. συνίσταται: (α) σε έλεγχο των πράξεων (έλεγχος νομιμότητας) και (β) …». Περαιτέρω, ο νόμος αυτός ορίζει και τα εξής: Άρθρο 215 (109 ν. 4555/2018) «1. Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, η σύμφωνα με το άρθρο 214 κρατική εποπτεία των Ο.Τ.Α. ασκείται από τις κατά τόπο αρμόδιες Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας Ο.Τ.Α. [ΑΥΕ Ο.Τ.Α.] 2. … 3. Η αρμοδιότητα της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. συνίσταται στην άσκηση του ελέγχου των πράξεων των δήμων, … σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος. 4. … 5. …», Άρθρο 216 (110 ν. 4555/2018) «1. Σε κάθε Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Ο.Τ.Α. συνιστάται θέση προϊσταμένου αυτής … που φέρει τον τίτλο “Επόπτης Ο.Τ.Α.” … 2. … 7. …», Άρθρο 225 («Υποχρεωτικός Έλεγχος Νομιμότητας», άρθρο 116 ν. 4555/2018) «1. Οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων των δήμων … αποστέλλονται υποχρεωτικά για έλεγχο νομιμότητας στην ΑΥΕ Ο.Τ.Α., εφόσον αφορούν: α) … β) την ανάθεση έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών, αν το τίμημα υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ χωρίς Φ.Π.Α., γ) …. θ) … 2. … 3. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την περιέλευσή της στην ΑΥΕ Ο.Τ.Α. και εκδίδει υποχρεωτικά ειδική πράξη. Η μη έκδοση της ειδικής πράξης του προηγούμενου εδαφίου συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα του Επόπτη Ο.Τ.Α. 4. …», Άρθρο 226 («Αυτεπάγγελτος έλεγχος νομιμότητας», άρθρο 117 ν. 4555/2018) «1. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. μπορεί αυτεπαγγέλτως να ακυρώσει οποιαδήποτε απόφαση των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων, … για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών αφότου η απόφαση έχει δημοσιευτεί ή εκδοθεί. 2. … 3. …», Άρθρο 227 («Ειδική διοικητική προσφυγή …», άρθρο 118 ν. 4555/2018) «1. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων …, για λόγους νομιμότητας, ενώπιον του Επόπτη Ο.Τ.Α., μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή την ανάρτησή της στο διαδίκτυο ή από την κοινοποίησή της ή αφότου έλαβε πλήρη γνώση αυτής … 2. … 4. Δικαίωμα για την άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής τεκμαίρεται ότι έχουν όλοι οι αιρετοί του οικείου δήμου …, ανεξάρτητα από το εάν έλαβαν μέρος στη συνεδρίαση κατά την οποία ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δεν την υπερψήφισαν … 5. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. αποφαίνεται επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Αν παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία θεωρείται ότι η προσφυγή έχει σιωπηρά απορριφθεί. 6. Η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση ένδικων βοηθημάτων ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων», Άρθρο 230 (άρθρο 121 ν. 4555/2018) «1. … 3. Οι αποφάσεις του Επόπτη Ο.Τ.Α. προσβάλλονται στα αρμόδια δικαστήρια με τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία», Άρθρο 238 («Εποπτεία των Ο.Τ.Α. μέχρι την έναρξη λειτουργίας της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. …», άρθρο 131 ν. 4555/2018) «1. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων, κατά τα άρθρα 225 έως 227, ασκείται από τον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και τις Ειδικές Επιτροπές του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α΄ 114), οι οποίες βρίσκονται στις έδρες των περιφερειών που ανήκουν στην ανωτέρω Αποκεντρωμένη Διοίκηση … 2. Όπου στα ανωτέρω άρθρα αναφέρεται ο Επόπτης Ο.Τ.Α., κατά το μεταβατικό διάστημα, νοείται ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης … 4. Η έναρξη λειτουργίας κάθε Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. 5. … 6. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 6 του άρθρου 227. 7. …». Στο δε άρθρο 151 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α΄ 114), Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων προβλέπεται ότι: «Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα [ήδη του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης] … ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του επόμενου άρθρου …» ενώ στο άρθρο 152 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, εκτός των άλλων, ότι: «1. Στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνιστάται τουλάχιστον μία (1) τριμελής Ειδική Επιτροπή … 2. Η Ειδική Επιτροπή ασκεί έλεγχο νομιμότητας και εκδίδει απόφαση επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της … 4. Οι αποφάσεις της Ειδικής Επιτροπής προσβάλλονται μόνο στα αρμόδια δικαστήρια».
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την απόφαση 374/20.7.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου εγκρίθηκε η ανάθεση του έργου «Αποκατάσταση ζημιών έργων υποδομής που προκλήθηκαν από ακραία καιρικά φαινόμενα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2016», προϋπολογισμού δαπάνης 1.132.258 ευρώ χωρίς Φ.Π.Α. (και 1.404.000 ευρώ με Φ.Π.Α.), με την διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης. Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε ότι το ανωτέρω έργο διαιρείται σε τρία τμήματα (υποέργα), τα οποία θα ανατεθούν με διακριτές συμβάσεις καθώς επίσης και ότι οι οικονομικοί φορείς, οι οποίοι θα προσκληθούν, μπορούν να υποβάλουν προσφορά για ένα, περισσότερα ή όλα τα τμήματα του έργου, ως κριτήριο δε κατακύρωσης ορίσθηκε η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει μόνο τιμής ανά υποέργο. Κατά της απόφασης αυτής (374/20.7.2020) της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου άσκησε στις 11.8.2020 προσφυγή στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, κατά τις διατάξεις περί εποπτείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 3852/2010), ο …, δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Πύργου, προβάλλοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για την εφαρμογή της εξαιρετικής διαδικασίας της ανάθεσης δημοσίου έργου με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης. Την επομένη, 12.8.2020, αναρτήθηκε στο Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων (Κ.Η.Μ.Δ.Σ.) πρόσκληση του αιτούντος Δήμου, απευθυνομένη σε τρεις οικονομικούς φορείς, για την υποβολή προσφορών για την ανάθεση του ανωτέρω έργου, ακολούθως δε, με την απόφαση 485/22.9.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου, εγκρίθηκαν τα από 25.8.2020 σχετικά πρακτικά της οικείας Επιτροπής Διαπραγμάτευσης και ανακηρύχθηκε προσωρινή ανάδοχος και για τα τρία τμήματα του επίδικου έργου η εταιρεία … Με την απόφαση, όμως, 177127+158135/9.10.2020 του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου έγινε δεκτή η προμνησθείσα προσφυγή του … και ακυρώθηκε η απόφαση 374/20.7.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου για τον λόγο ότι δεν πληρούνται οι τασσόμενες από τον νόμο (άρθρα 32 και 32Α ν. 4412/2016) προϋποθέσεις για την ανάθεση δημοσίου έργου με την διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης, εν συνεχεία δε, με την απόφαση 169738/20.10.2020 της ιδίας Εποπτικής Αρχής, ακυρώθηκε και η απόφαση 485/22.9.2020 της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Πύργου, περί ανακηρύξεως προσωρινού αναδόχου για τα τρία υποέργα του επίδικου έργου, ως τμήμα σύνθετης διοικητικής ενέργειας, σε προηγούμενο στάδιο της οποίας είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα ως μη νόμιμη, κατά τα προεκτεθέντα, εναρκτήρια της διαδικασίας ανάθεσης απόφαση 374/20.7.2020 της δημοτικής αρχής. Κατά των δύο αυτών πράξεων του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης άσκησε προσφυγή ο Δήμος Πύργου στις 12.11.2020 ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006. Εν τω μεταξύ, στις 21.10.2020 περιήλθε στο Ελεγκτικό Συνέδριο ο διαβιβασθείς με το υπ’ αριθμ. 28585/8.10.2020 έγγραφο του Δημάρχου Πύργου φάκελος με τα στοιχεία της διαδικασίας ανάθεσης του επίδικου έργου, εκδόθηκε δε συναφώς η πράξη 768/16.11.2020 του Ε´ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης μεταξύ του Δήμου Πύργου και της προσωρινής αναδόχου για την εκτέλεση των τριών τμημάτων του ανωτέρω έργου. Ακολούθως, με την απόφαση 53/22.12.2020 της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας απερρίφθη η κατά τα προαναφερθέντα προσφυγή του Δήμου Πύργου κατά των ως άνω πράξεων του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης: έγινε ειδικότερα δεκτό ότι η σχετική πράξη 768/2020 του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν δεσμεύει την Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της αλλά και ότι δεν προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του νόμου (άρθρο 32 παρ. 2 περ. γ´ του ν. 4412/2016) για την ανάθεση της εκτέλεσης δημοσίου έργου με την διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης. Κατά των τριών ως άνω πράξεων των εποπτικών αρχών (177127+158135/9.10.2020 και 169738/20.10.2020 αποφάσεις του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου και απόφαση 53/22.12.2020 της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας) ο Δήμος Πύργου άσκησε στις 11.1.2021 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών αιτήσεις ακυρώσεως και αναστολής κατ’ επίκληση του ν. 4412/2016 (επί της αιτήσεως παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας εκδόθηκε ήδη η απόφαση 54/2021 της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας). Την ίδια ημέρα ο ήδη αιτών Δήμος άσκησε κατά των ανωτέρω πράξεων και προδικαστική προσφυγή ενώπιον της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ), η οποία τελικώς απερρίφθη ως απαράδεκτη με την απόφαση 338/15.2.2021 της ΑΕΠΠ. Εξάλλου, μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, με την πράξη 65/29.1.2021 του Ε´ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου «αναθεωρήθηκε» οίκοθεν η προηγουμένη 768/2020 πράξη του ιδίου σχηματισμού και έγινε δεκτό ότι, μετά την έκδοση της αναφερθείσης ακυρωτικής απόφασης 177127+158135/9.10.2020 του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, «απαραδέκτως εισάγονται για έλεγχο τα σχέδια σύμβασης μεταξύ του Δήμου Πύργου και της εταιρείας … για την εκτέλεση των τριών υποέργων του [επίδικου] έργου». Ήδη, μετά την άσκηση σχετικής «προσφυγής ανάκλησης» του Δήμου Πύργου, εκκρεμεί ενώπιον της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με δικάσιμο 19.5.2021, κατόπιν της 519/2021 παραπεμπτικής αποφάσεως του Εβδόμου Τμήματος, το ζήτημα «της δυνατότητας ή μη και, σε καταφατική περίπτωση, των προϋποθέσεων υπό τις οποίες τα Κλιμάκια του [εν λόγω] Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διενέργειας προσυμβατικού ελέγχου, δύναται να αναθεωρούν οίκοθεν τις θετικές πράξεις τους, σε περίπτωση που συντρέξουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις, όπως σε περίπτωση που εκ των υστέρων περιέλθουν εις γνώση του Κλιμακίου οψιφανή γεγονότα, τα οποία ανατρέπουν το πραγματικό θεμέλιο της κρίσης του».
- Επειδή, με την προμνησθείσα πράξη 3/27.1.2021 της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, με την οποία διατάχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα η εισαγωγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως, έγινε δεκτό ότι με το αναφερθέν ένδικο βοήθημα τίθενται τα ακόλουθα γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα, τα οποία έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων: 1) Εάν δημόσια σύμβαση, υπαγόμενη στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016 και του Βιβλίου IV αυτού, υπόκειται στον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά το άρθρο 225 του ν. 3852/2010 ή στον έλεγχο νομιμότητας κατόπιν προσφυγής τρίτου προσώπου (όχι ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέως) κατά το άρθρο 227 του ν. 3852/2010 ή, δοθέντος ότι κατά το άρθρο 360 παρ. 3 του ν. 4412/2016 δεν επιτρέπεται για τις δημόσιες συμβάσεις αυτές η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένης αυτής του άρθρου 227 του ν. 3852/2010, ομοίως αποκλείεται και η επ’ αυτών άσκηση αυτεπάγγελτου ελέγχου νομιμότητας ή άσκηση ελέγχου κατόπιν προσφυγής τρίτων προσώπων που δεν έχουν την ιδιότητα του οικονομικού φορέως. 2) Σε περίπτωση που κριθεί ότι επιτρέπεται ο κατά τις διατάξεις των άρθρων 225 και 227 του ν. 3852/2010 έλεγχος της νομιμότητας των αποφάσεων των Ο.Τ.Α. που εκδίδονται κατά το στάδιο που προηγείται της συνάψεως δημοσίας συμβάσεως υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016 και του Βιβλίου IV αυτού: (α) Εάν οι πράξεις του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοικήσεως και της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, εκδοθείσες στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας του ν. 3852/2010, έχουν ως συνέπεια την ακύρωση της πράξεως της αναθέτουσας αρχής ή απλώς την διαπίστωση της μη νομίμου λήψεως αυτής. (β) Εάν πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδιδόμενη κατ’ ενάσκηση του προβλεπόμενου στο άρθρο 98 του Συντάγματος προσυμβατικού ελέγχου δημοσίας συμβάσεως συναπτόμενης από Ο.Τ.Α. ως αναθέτουσας αρχής, δεσμεύει τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοικήσεως και την Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 κατά την ενάσκηση από τα όργανα αυτά του προβλεπόμενου στο άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος ελέγχου νομιμότητας της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως από τον Ο.Τ.Α. (γ) Εάν οι πράξεις του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοικήσεως και της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, εκδοθείσες στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας του ν. 3852/2010, οι οποίες ακυρώνουν απόφαση Ο.Τ.Α. για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016, δημιουργούν διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 και σε καταφατική περίπτωση, εάν απαιτείται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής του άρθρου 360 του ν. 4412/2016 κατά των πράξεων αυτών. (δ) Εάν η απάντηση στο υπό (γ) νομικό ζήτημα διαφοροποιείται αναλόγως του εάν ο αιτών δικαστική προστασία είναι η αναθέτουσα αρχή ή ενδιαφερόμενος να του ανατεθεί σύμβαση οικονομικός φορέας. (ε) Σε περίπτωση που δεν εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016, αλλά οι κοινές διατάξεις του π.δ/τος 18/1989, πώς καθορίζεται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
- Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνει προς απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως ο …, κατόπιν προσφυγής του οποίου κινήθηκε η διαδικασία, η οποία κατέληξε στην έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων. Περαιτέρω, έχουν ασκήσει αυτοτελείς παρεμβάσεις, κατ’ επίκληση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, προκειμένου να τοποθετηθούν επί των νομικών ζητημάτων που τίθενται στην παρούσα «πρότυπη» δίκη σύμφωνα με την πράξη 3/2021 της οικείας Επιτροπής, οι α) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία … και β) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία …. Επικαλούνται δε οι εν λόγω ανώνυμες εταιρείες, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους για την άσκηση των παρεμβάσεων, εκκρεμείς δίκες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (Διοικητικό Εφετείο Πειραιά η πρώτη και Διοικητικό Εφετείο Χανίων η δεύτερη) στις οποίες ανακύπτουν ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος που τίθεται και στην δίκη επί της κρινομένης αιτήσεως. Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις και των δύο ως άνω παρεμβαινουσών τίθεται το ζήτημα του επιτρεπτού ή μη της ασκήσεως ελέγχου νομιμότητας από τις εποπτικές κρατικές αρχές επί των πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α., οι οποίες εκδίδονται κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης δημόσιας σύμβασης υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 (υπό 1 στην σκέψη 12), στην περίπτωση δε της εταιρείας … τίθεται και το ζήτημα της δεσμευτικότητας των πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί προσυμβατικού ελέγχου για τα εποπτικά όργανα κατά την ενάσκηση του ελέγχου νομιμότητας της διαδικασίας συνάψεως δημόσιας σύμβασης από Ο.Τ.Α. (υπό 2β στην σκέψη 12). Ενόψει των ισχυρισμών τούτων και των στοιχείων που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο προς απόδειξή τους, οι δύο ως άνω παρεμβάσεις ασκούνται παραδεκτώς. Παραδεκτώς παρεμβαίνει εξάλλλου κατ’ επίκληση της ιδίας διατάξεως και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…, η οποία δεν προβάλλει μεν ότι έχει ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά των ενδίκων εποπτικών πράξεων, έχει όμως ανακηρυχθεί προσωρινή ανάδοχος των τριών επί μέρους συμβάσεων εκτέλεσης του επίδικου έργου και η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των τιθεμένων στην παρούσα «πρότυπη» δίκη νομικών ζητημάτων επηρεάζει, ως εκ τούτου, τα έννομα συμφέροντά της.
- Επειδή, εν σχέσει με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα (υπό 1 στην σκέψη 12) σημειώνονται τα εξής: ο ν. 4412/2016 θέσπισε με το Βιβλίο IV αυτού σύστημα κανόνων σχετικών με την έννομη -δικαστική και μη- προστασία κατά την σύναψη δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (βλ. ανωτέρω σκέψη 8) και προέβλεψε ως προς τους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι έχουν ή είχαν συμφέρον να τους ανατεθεί δημόσια σύμβαση, ότι δύνανται να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον ειδικώς συνεστημένου οργάνου (της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών) με αίτημα, μεταξύ άλλων, την ακύρωση παράνομων και ζημιογόνων πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής. Η άσκηση της ως άνω προσφυγής («προδικαστική προσφυγή») αποτελεί μάλιστα, κατά τον νόμο, προϋπόθεση για την εν συνεχεία άσκηση των προβλεπομένων ενδίκων βοηθημάτων, ήτοι της αιτήσεως αναστολής και της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου (διοικητικού εφετείου και, κατ’ εξαίρεση, του Συμβουλίου της Επικρατείας). Παραλλήλως, ο νόμος όρισε ότι κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής, οι οποίες εκδίδονται κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης δημόσιας σύμβασης, δεν χωρεί η άσκηση άλλης διοικητικής προσφυγής -μη εξαιρουμένης, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, της προσφυγής του άρθρου 227 του ν. 3852/2010 κατά των σχετικών πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α.- εκτός από την ανωτέρω προδικαστική προσφυγή. Η διάταξη αυτή του νόμου (άρθρο 360 παρ. 3 ν. 4412/2016) καταλαμβάνει εκείνους μόνον τους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι δύνανται πάντως να ασκήσουν την προδικαστική προσφυγή του ν. 4412/2016, και όχι τυχόν τρίτους τους οποίους άλλωστε δεν αφορούν, κατά τα προεκτεθέντα, οι ρυθμίσεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016. Συνεπώς, με το εν λόγω άρθρο 360 παρ. 3 του νόμου δεν θίγεται το αναγνωριζόμενο από άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δικαίωμα των τρίτων, εν σχέσει προς τους ενδιαφερομένους για την ανάθεση δημόσιας σύμβασης, να ασκήσουν διοικητικές προσφυγές κατά των πράξεων των αναθετουσών αρχών που εκδίδονται κατά την διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι κατά τα ανωτέρω τρίτοι, εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες από την σχετική νομοθεσία προϋποθέσεις, δύνανται να ασκήσουν την προσφυγή νομιμότητας του άρθρου 227 του ν. 3852/2010 κατά των σχετικών με την ανάθεση σύμβασης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α. Αντιστοίχως δε οι πράξεις αυτές υπόκεινται και στον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας που προβλέπεται από τα άρθρα 225 και 226 του ν. 3852/2010. Τούτο ενισχύεται και από το μεταγενέστερο του ν. 4412/2016 άρθρο 116 του ν. 4555/2018, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 225 του ν. 3852/2010 και ορίσθηκε, στην παράγραφο 1, ότι υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας από την Εποπτική Κρατική Αρχή και «οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων των δήμων [οι οποίες] αφορούν … την ανάθεση έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών, αν το τίμημα υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ χωρίς Φ.Π.Α.» (περ. β΄). Ούτε μπορεί να συναχθεί, εξάλλου, ότι, κατά την έννοια των άρθρων 225, 226 και 227 του ν. 3852/2010, όπως τροποποιήθηκαν (ανωτέρω σκέψη 10), από τις πράξεις των οργάνων των Ο.Τ.Α., οι οποίες εκδίδονται κατά την διαδικασία σύναψης σύμβασης έργου προμήθειας ή υπηρεσίας, υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας –και μάλιστα στον «υποχρεωτικό» έλεγχο νομιμότητας του άρθρου 225- μόνον οι τελικές πράξεις ανάθεσης (αν το τίμημα υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων [60.000] ευρώ) και ότι έχει καταργηθεί αφενός ο αυτεπάγγελτος (μη υποχρεωτικός), κατ’ άρθρο 226, έλεγχος νομιμότητας των λοιπών σχετικών πράξεων και αφετέρου η κατ’ άρθρο 227 προσφυγή νομιμότητας κατά των εν γένει πράξεων των Ο.Τ.Α. που προηγούνται της συνάψεως της σύμβασης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας. Αντιθέτως, από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3852/2010 προκύπτει ότι α) από τις αποφάσεις των Ο.Τ.Α., που εκδίδονται κατά την διαδικασία σύναψης σύμβασης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας, οι μεν πράξεις ανάθεσης υπόκεινται σε «υποχρεωτικό» έλεγχο νομιμότητας, υπό την προϋπόθεση του ύψους του τιμήματος που τάσσεται από το άρθρο 225, οι δε λοιπές πράξεις υπόκεινται στον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας του άρθρου 226 (κατά την παράγραφο 1 του οποίου «μπορεί αυτεπαγγέλτως να [ακυρωθεί] οποιαδήποτε απόφαση των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων … για λόγους νομιμότητας»), και β) όλες οι σχετικές αποφάσεις υπόκεινται σε προσφυγή νομιμότητας ενώπιον του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά τα άρθρα 227 και 238 του ν. 3852/2010. Είναι, συνεπώς, απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα. Απορριπτέα είναι, επίσης, και τα προβαλλόμενα ότι από τις διατάξεις των άρθρων 105 παρ. 3 και 340 παρ. 1 του ν. 4412/2016 (ανωτέρω σκέψη 7) συνάγεται ότι με τον νόμο αυτόν καταργήθηκε ο κατόπιν προσφυγής καθώς και ο αυτεπάγγελτος έλεγχος νομιμότητας των σχετικών με την σύναψη συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών πράξεων των Ο.Τ.Α. Και τούτο διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν άλλα ζητήματα. Ειδικότερα η μεν πρώτη (άρθρο 105 παρ. 3) αναφέρεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης κατακύρωσης με την υπογραφή σύμβασης. Η δε δεύτερη (άρθρο 340 παρ. 1) αναφέρεται στις υποχρεώσεις που έχουν τα «ελεγκτικά ή εποπτικά διοικητικά όργανα» όταν εντοπίζουν, «ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν λήψης πληροφοριών», συγκεκριμένες παραβιάσεις κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, και δεν κωλύει, πάντως, τον έλεγχο νομιμότητας (και την ακύρωση, αν συντρέχει περίπτωση, ως μη νομίμων) από τα κρταικά εποπτικά όργανα των πράξεων των Ο.Τ.Α. που εντάσσονται στην διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης (βλ. Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΔΕΕ -, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, C-496/18 και C-497/18, HUNGEOD, για την έννοια του άρθρου 83 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, το οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το άρθρο 340 του ν. 4412/2016).
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι οι σχετικοί με τα πρώτο από τα τιθέμενα γενικού ενδιαφέροντος ζητήματα ισχυρισμοί του αιτούντος Δήμου και των παρεμβαινουσών εταιρειών … και
- Επειδή, εν σχέσει με το ζήτημα υπό 2α στην σκέψη 12, κατά την κρίση του Δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι, κατά την έννοια των άρθρων 225 έως 227 του ν. 3852/2010, με τις οποίες επιδιώκεται η τήρηση της αρχής της νομιμότητας και ο εξοβελισμός από την έννομη τάξη των παρανόμων πράξεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ο έλεγχος που ασκείται από την Εποπτική Αρχή (Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) δεν εξαντλείται στην διαπίστωση του νόμιμου ή παράνομου χαρακτήρα της πράξης του Ο.Τ.Α. Σε περίπτωση που η ελεγχόμενη πράξη κριθεί παράνομη, είτε στα πλαίσια του αυτεπάγγελτου -υποχρεωτικού ή μη- ελέγχου νομιμότητας, είτε κατόπιν προσφυγής θιγομένου, το εποπτικό όργανο οφείλει να την ακυρώσει. Αβασίμως, συνεπώς, προβάλλουν τα αντίθετα ο αιτών Δήμος και η παρεμβαίνουσα εταιρεία …
- Επειδή, ως προς το ζήτημα υπό 2β στην σκέψη 12 σημειώνονται τα ακόλουθα: Η διατυπούμενη κατά τον προσυμβατικό έλεγχο στις σχετικές πράξεις ή αποφάσεις των αρμοδίων σχηματισμών του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίση περί της νομιμότητας ή μη σχεδίου δημόσιας σύμβασης δεσμεύει καταρχήν τις αναθέτουσες και λοιπές (περιλαμβανομένων και των εποπτικών) αρχές. Και τούτο διότι συνιστά άσκηση, έστω και μη δικαιοδοτικής, αλλά πάντως διοικητικής (ελεγκτικής) φύσεως (Α.Ε.Δ. 4/2019, 20/2005) αρμοδιότητας, η οποία μάλιστα προβλέπεται από το Σύνταγμα και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του Κεφαλαίου 53 του ν. 4700/2020 και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να καταργηθεί ή να περιορισθεί αμέσως ή εμμέσως από τον κοινό ή τον κανονιστικό νομοθέτη. Κατά συνέπεια, πράξη του αρμοδίου σχηματισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδιδόμενη κατά τον έλεγχο σχεδίου δημόσιας σύμβασης («προσυμβατικός» ή «προληπτικός» έλεγχος) με Ο.Τ.Α. ως αναθέτουσα αρχή, δεσμεύει καταρχήν τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης και την Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 κατά την ενάσκηση του προβλεπομένου από την οικεία νομοθεσία (ν. 3852/2010 και 3463/2006) ελέγχου νομιμότητας των σχετικών με την διαδικασία σύναψης της σύμβασης πράξεων του Ο.Τ.Α. Είναι δε άμοιρη επιρροής από την άποψη αυτή η πρόβλεψη του ελέγχου νομιμότητας των πράξεων των Ο.Τ.Α. με διάταξη συνταγματικής περιωπής (άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος), η οποία, πάντως, δεν επιτρέπει τον περιορισμό (και, κατά μείζονα λόγο) την κατάργηση των συνταγματικώς οριζομένων αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δεν δημιουργείται δε στην περίπτωση αυτή έλλειμμα δικαστικής προστασίας για τους θιγόμενους από τις πράξεις των εποπτικών αρχών, εφόσον οι τελευταίοι μπορούν να αμφισβητήσουν την νομιμότητα των πράξεων αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων (Συμβουλίου της Επικρατείας και διοικητικών εφετείων, κατά περίπτωση), τα οποία δεν δεσμεύονται από τα κριθέντα από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου (βλ. Α.Ε.Δ. 20/2005 και ΣτΕ 2472, 2473/2008 Ολομ., 3376/2017 επταμ.). Πρέπει, συνεπώς, να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί με το ως άνω ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ισχυρισμοί του αιτούντος Δήμου και των εταιρειών … και …
- Επειδή, εξάλλου, κατά τα γενόμενα δεκτά από το ΔΕΕ (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, C-570/08, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, σκέψη 36), «δεδομένου ότι το άρθρο 1 παρ. 3 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής “τουλάχιστον” σε όλα τα καθοριζόμενα από τη διάταξη αυτή πρόσωπα και λαμβανομένης υπόψη της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη δύνανται να συμπεριλάβουν τις αναθέτουσες αρχές στον κύκλο των προσώπων που έχουν δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διατάξεως, στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών ακυρώνονται από κατά βάση αρμόδιες αρχές, οι οποίες δεν είναι δικαστικές».
- Επειδή, όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες στην σκέψη 8 διατάξεις του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016, η παροχή δικαστικής προστασίας κατά τον νόμο αυτόν αφορά διαφορές που αναφύονται από πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες εντάσσονται στην διαδικασία που προηγείται της συνάψεως των συμβάσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, ως τέτοιες δε πράξεις ή παραλείψεις νοούνται όχι μόνον εκείνες, οι οποίες εκδίδονται ή εκδηλώνονται κατά την διαδικασία, η οποία αρχίζει με την οικεία προκήρυξη και ολοκληρώνεται με την πράξη ανάθεσης της σύμβασης στον ανάδοχο, αλλά και οι πράξεις με τις οποίες ασκήθηκε έλεγχος νομιμότητας επί των πράξεων αυτών της διαγωνιστικής διαδικασίας (ΣτΕ 2/2021). Δικαίωμα δε άσκησης αίτησης αναστολής και αίτησης ακυρώσεως κατά το άρθρο 372 του ν. 4412/2016 έχει στην περίπτωση αυτή όχι μόνον ο ενδιαφερόμενος για την ανάθεση της σύμβασης αλλά και η αναθέτουσα αρχή, της οποίας οι πράξεις ακυρώθηκαν κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας. Και τούτο διότι ο ν. 4412/2016, με το άρθρο 346 παρ. 2 εδαφ. β’, έκανε χρήση της ευχέρειας που του παρέχει το ενωσιακό δίκαιο, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, και εξομοίωσε, από την άποψη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, την αναθέτουσα αρχή με τον οικονομικό φορέα, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση. Εξάλλου, κατά των εκδιδομένων κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας ως άνω πράξεων δεν απαιτείται η εκ μέρους του θιγομένου προηγούμενη άσκηση (και απόρριψη) προδικαστικής προσφυγής ενώπιον της ΑΕΠΠ ως προϋπόθεση της παραδεκτής ασκήσεως αιτήσεως αναστολής και αιτήσεως ακυρώσεως. Τούτο προκύπτει από την όλη οικονομία των διατάξεων του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016, με τις οποίες σκοπείται η θέσπιση μίας ταχείας και αποτελεσματικής παροχής δικαστικής προστασίας, και ιδίως από την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 362 του νόμου αυτού -με την οποία ορίζεται ότι κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου, δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής-, αναλόγως εφαρμοζόμενη. Νομίμως, συνεπώς, ασκήθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, ενόψει του ύψους του προϋπολογισμού της σύμβασης και της έδρας της αναθέτουσας αρχής, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η ακύρωση πράξεων των εποπτικών αρχών (Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης και Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006) εκδοθεισών κατ’ ενάσκηση ελέγχου νομιμότητας σε πράξεις οργάνων Ο.Τ.Α. σχετικές με την ανάθεση δημόσιας σύμβασης του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016. Εισάγεται δε ήδη η αίτηση αυτή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί με τα ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος υπό 2γ και 2δ ισχυρισμοί του αιτούντος Δήμου και της εταιρείας …
- Επειδή, μετά την απάντηση που κρίθηκε με την προηγούμενη σκέψη ότι προσήκει στα ζητήματα υπό 2γ και 2δ, παρέλκει ως αλυσιτελής η απάντηση στο ζήτημα υπό 2ε.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, μετά την επίλυση των ζητημάτων για τα οποία εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η κρινόμενη αίτηση πρέπει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών. Με την κρινόμενη αίτηση δε πρέπει να παραπεμφθεί και η παρέμβαση του … Εξάλλου, ενόψει των απαντήσεων που δόθηκαν στα τεθέντα γενικού ενδιαφέροντος ζητήματα, είναι απορριπτέα η παρέμβαση της εταιρείας … ενώ πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι παρεμβάσεις των … και …