Με την απόφαση ΣτΕ Ολ. 1833/2021, δημοσιευθείσα επί προσφυγής αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εισήχθη με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν αίτησης που υπογράφεται από τον δικηγόρο Βασίλη Χατζηγιαννάκη, έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, ότι ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, καθώς η θεσπιζόμενη με την ανωτέρω διάταξη παραγραφή αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής είκοσι ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη, δεδομένης και της αυξανόμενης ταχύτητας και πολυπλοκότητας των σύγχρονων βιοτικών σχέσεων και συναλλαγών, που αξιώνουν, κατ’ αρχήν, ταχεία εκκαθάριση των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεων των διοικουμένων.

Κρίθηκε ακόμα ότι ως προς την οργάνωση και τη λειτουργία των ασφαλιστικών φορέων, ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πρέπει να επαρκεί, ώστε, με τη συνδρομή και των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας, να διενεργούνται, στο πλαίσιο της ορθολογικής οργάνωσής τους, επίκαιροι και αποτελεσματικοί, από την άποψη της εισπραξιμότητας, έλεγχοι με στόχο την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, χωρίς να εκτείνεται σε μεγάλη διάρκεια, η οποία, λόγω της χρονικής απόστασης από την παράβαση  δεν συμβάλλει στην ορθή, κατά το χρόνο ισχύος της, εφαρμογή της διαρκώς μεταβαλλόμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και τη δημιουργία συνείδησης συμμόρφωσης προς αυτή, οδηγεί αναγκαίως, δεδομένης και της σοβαρής υποστελέχωσης των  υπηρεσιών, σε ανεπίκαιρους και για το λόγο αυτό μειωμένης εισπραξιμότητας ελέγχους, συνεπάγεται μη διαχειρίσιμο φόρτο για τις υπηρεσίες και, ενδεχομένως, ενθαρρύνει την απραξία των ασφαλιστικών φορέων, ενώ ως προς τους βεβαρυμένους με τις ασφαλιστικές εισφορές υποχρέους, ο χρόνος της παραγραφής απαιτείται να είναι ο αναγκαίος, ώστε, αφενός, να διασφαλίζεται το δικαίωμα άμυνας αυτών έναντι δυσχερειών απόδειξης περιστατικών αναγόμενων στο απώτερο παρελθόν, αφετέρου δε να μην οδηγούνται οι οφειλέτες σε οικονομική εξουθένωση λόγω της υποχρέωσης ταυτόχρονης καταβολής συσσωρευμένων οφειλών περισσότερων ετών, με περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση και την εθνική οικονομία γενικότερα.

Μάλιστα, επισημαίνεται ότι η μη καταβολή ή πλημμελής καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν συνδέεται αναγκαίως με πρόθεση αποφυγής τους, αλλά δύναται να οφείλεται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αποτέλεσμα των συνεχών τροποποιήσεων και του κατακερματισμού των επί μέρους ρυθμίσεών της.

Σύμφωνα με την άποψη που μειοψήφησε, η εικοσαετής γενική παραγραφή, που θεσπίζεται με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή.

 

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης

ΣτΕ Ολ. 1833/2021

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2021, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Πρόεδρος, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ε. Αντωνόπουλος, Ά. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Π. Μπραΐμη, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Ελ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα, Μ. Σωτηροπούλου, Π. Τσούκας, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Ιφ. Αργυράκη, Β. Ανδρουλάκης, Κ. Μαρίνου, Σύμβουλοι, Μ. Αθανασοπούλου, Μ. Σταματοπούλου, Στ. Λαμπροπούλου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Σωτηροπούλου και Ιφ. Αργυράκη, καθώς και η Πάρεδρος Στ. Λαμπροπούλου, μετείχαν στη συνεδρίαση ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008.

Για να δικάσει την από 14 Νοεμβρίου 2019 προσφυγή:

της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο …, που εδρεύει στην … (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη (Α.Μ. 28288), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) και ήδη Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου 8), ο οποίος παρέστη με τους: α) …, Νομική Σύμβουλο του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της, β) … και γ) …, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.
Η πιο πάνω προσφυγή εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 17 Σεπτεμβρίου 2020 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και της από 19 Οκτωβρίου 2020 πράξεως της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.
Με την προσφυγή αυτή η αιτούσα μη κερδοσκοπική εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθούν οι: 1. υπ’ αριθμ. … απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΕΦΚΑ …, 2. υπ’ αριθμ. … Πράξη Επιβολής Εισφορών του ΕΦΚΑ …, 3. υπ’ αριθμ. … απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΕΦΚΑ …, 4. υπ’ αριθμ. … Πράξη Επιβολής Εισφορών του ΕΦΚΑ … και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που εμφανίσθηκαν δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Κ. Κονιδιτσιώτου.

1. Επειδή, λόγω κωλύματος του τακτικού μέλους της σύνθεσης, που δίκασε την υπόθεση, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου, στη διάσκεψη μετείχε αντ’ αυτού ως τακτικό μέλος κατά το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241) η Σύμβουλος Μ. Σωτηροπούλου, αναπληρωματικό μέλος της σύνθεσης.
2. Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή, η οποία κατατέθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Χαλκίδας, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) κατόπιν της 17/17.9.2020 πράξης της οικείας Επιτροπής του Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό το από 26.8.2020 αίτημα της προσφεύγουσας εταιρείας για την εκδίκαση της υπόθεσης σε πιλοτική δίκη. Σύμφωνα με την ως άνω πράξη, στην υπό κρίση προσφυγή τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, το οποίο έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, της συνταγματικότητας της θεσπισθείσας με την παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85) παραγραφής. Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή της παρ. 1 του άρθρου 95 θεσπίστηκε ενιαία ρύθμιση για την παραγραφή των αξιώσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι εντάσσονται στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α., ο οποίος μετονομάσθηκε ήδη, από 1.3.2020, σε e-Ε.Φ.Κ.Α., άρθρο 51Α ν. 4387/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 1 ν. 4670/2020, Α΄ 43), η διάρκεια της οποίας ορίστηκε σε είκοσι έτη. Η υπόθεση εισάγεται ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου δυνάμει της από 2664/19.10.2020 πράξης της Προέδρου του λόγω σπουδαιότητας του τιθέμενου σ’ αυτήν ζητήματος, έχουν δε διενεργηθεί οι κατά νόμο δημοσιεύσεις (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, όπως ισχύει), καθώς και οι νόμιμες κοινοποιήσεις.
3. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (με κωδικό 30803608695001130097/ 14.11.2019) και ασκείται εν γένει παραδεκτώς, η προσφεύγουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία ζητεί την ακύρωση ή τροποποίηση των … και … αποφάσεων της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) … του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών …, με τις οποίες απορρίφθηκαν ενστάσεις της κατά των … και …, αντιστοίχως, πράξεων επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.) του ίδιου υποκαταστήματος. Με τις τελευταίες αυτές πράξεις είχαν επιβληθεί σε βάρος της εταιρείας ασφαλιστικές εισφορές για την ασφαλιστική τακτοποίηση εργαζόμενης σ’ αυτήν ποσού 25.790,49 ευρώ και 9.629,70 ευρώ, αντιστοίχως, που αφορούσαν εργασία παρασχεθείσα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2015, η προσφεύγουσα δε παραπονείται για την επιβολή των εισφορών για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2013, προβάλλοντας ότι η αξίωση για την καταβολή των εισφορών αυτών είχε υποπέσει σε παραγραφή.
4. Επειδή, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και θεμελιώνεται ιδίως στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων. Η ως άνω θεμελιώδης αρχή της ασφάλειας δικαίου πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που δύνανται να επιφέρουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους διοικούμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων με τη μορφή ασφαλιστικών εισφορών, απαιτεί δε, ειδικότερα, η κατάσταση του διοικουμένου, όσον αφορά τον έλεγχο της εκ μέρους του τήρησης των κανόνων της οικείας νομοθεσίας, να μην μπορεί να τίθεται επ’ αόριστον εν αμφιβόλω. Συνεπώς, στη οικεία νομοθεσία περί επιβολής ασφαλιστικών εισφορών απαιτείται η πρόβλεψη προθεσμίας παραγραφής, η οποία για τη διασφάλιση της λειτουργίας της ως άνω αρχής πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων, η διάρκειά της να είναι προβλέψιμη από το διοικούμενο, μετά δε τη λήξη της να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή σε βάρος του διοικουμένου ούτε της σχετικής οικονομικής επιβάρυνσης ούτε οιασδήποτε σχετικής κύρωσης (πρβ. Σ.τ.Ε. 1738/2017 Ολομ. σκ. 5, 2649/2017 Ολομ. σκ. 33, βλ. και Δ.Ε.Ε. αποφάσεις της 2.2.2011 για τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-201/2010 και C-2002, Ze Fu Fleischhandel και Vion Trading κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, σκ. 32, Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 9.1.2013, Volkov κατά Ουκρανίας, αρ. προσφ. 21722/2011 σκ. 137 και 139).
5. Επειδή, περαιτέρω, η προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων των ασφαλιστικών φορέων για καταβολή ασφαλιστικών εισφορών πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να συνάδει προς την κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (πρβ. Σ.τ.Ε. 1738/2017 Ολομ. σκ. 5, 2649/2017 Ολομ. σκ. 33, βλ. και Δ.Ε.Ε. απόφαση της 17.9.2014, C-341/13, Cruz & Companhia Lda κατά Instituto de Financiamento da Agricultura e Pescas IP IFAP, σκ. 59 έως 61). Για να είναι δε εύλογη η διάρκεια της προθεσμίας αυτής πρέπει να είναι σχετικά σύντομη, δεδομένης και της αυξανόμενης ταχύτητας και πολυπλοκότητας των σύγχρονων βιοτικών σχέσεων και συναλλαγών και του συνακόλουθου πολλαπλασιασμού των νομικών υποχρεώσεων των διοικουμένων, που απαιτούν, κατ’ αρχήν, ταχεία εκκαθάριση των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεών τους (πρβ. Σ.τ.Ε. 2934-5/2017 επταμ. σκ. 11, 732/2019 επταμ. σκ. 9). Ειδικότερα, εν σχέσει προς την οργάνωση και τη λειτουργία των ασφαλιστικών φορέων, ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πρέπει να επαρκεί μεν, ώστε, με τη συνδρομή και των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας, να διενεργούνται, στο πλαίσιο της ορθολογικής οργάνωσής τους, επίκαιροι και αποτελεσματικοί, από την άποψη της εισπραξιμότητας, έλεγχοι με στόχο την προστασία του κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, χωρίς, όμως, να εκτείνεται σε μεγάλη διάρκεια, η οποία, λόγω της χρονικής απόστασης από την παράβαση δεν συμβάλλει στην ορθή, κατά το χρόνο ισχύος της, εφαρμογή της διαρκώς μεταβαλλόμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και τη δημιουργία συνείδησης συμμόρφωσης προς αυτή, οδηγεί αναγκαίως, δεδομένης και της σοβαρής υποστελέχωσης των οικείων υπηρεσιών, σε ανεπίκαιρους και για το λόγο αυτό μειωμένης εισπραξιμότητας και εν τέλει αλυσιτελείς ελέγχους, εάν δεν καταλήξουν στην είσπραξη των οφειλομένων εισφορών, αλλά απλώς στη βεβαίωσή τους, συνεπάγεται μη διαχειρίσιμο φόρτο για τις υπηρεσίες και, ενδεχομένως, ενθαρρύνει την απραξία των ασφαλιστικών φορέων. Εν σχέσει προς τους βεβαρυμένους με τις ασφαλιστικές εισφορές υποχρέους (εργοδότες ή αυτοαπασχολούμενους), ο χρόνος της παραγραφής απαιτείται να είναι ο αναγκαίος, ώστε, αφενός, να διασφαλίζεται το κατοχυρωμένο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα άμυνας αυτών (και των τυχόν, λόγω του διαδραμόντος χρόνου, καθολικών ή οιονεί καθολικών διαδόχων τους) έναντι δυσχερειών απόδειξης περιστατικών αναγόμενων στο απώτερο παρελθόν, αφετέρου δε, εν όψει της φύσης των ασφαλιστικών εισφορών, που καταβάλλονται περιοδικά και κατά κανόνα σε συνάρτηση με την κατά το χρόνο γένεσης της σχετικής υποχρέωσης εισφοροδοτική ικανότητα του οφειλέτη τους, να μην οδηγούνται οι οφειλέτες σε οικονομική εξουθένωση λόγω της υποχρέωσης ταυτόχρονης καταβολής συσσωρευμένων οφειλών περισσότερων ετών, με περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση αλλά και στην εθνική οικονομία γενικότερα. Τα ανωτέρω δε ισχύουν, λαμβανομένου επιπλέον υπ’ όψιν ότι η μη καταβολή ή πλημμελής καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν συνδέεται αναγκαίως με πρόθεση αποφυγής τους, αλλά δύναται να οφείλεται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αποτέλεσμα των συνεχών τροποποιήσεων και του κατακερματισμού των επί μέρους ρυθμίσεών της (άλλωστε και οι διατάξεις του επίμαχου ν. 4387/2016 έχουν υποστεί αλλεπάλληλες τροποποιήσεις). Αντιθέτως, απαιτείται να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, εγγύς του χρόνου κτήσης του εισοδήματος που συνδέεται με την παροχή της ασφαλιστέας εργασίας, και σε τακτό και σχετικώς σύντομο χρόνο γνώση των υποχρεώσεών τους, ώστε οι οφειλέτες να μην αιφνιδιάζονται, αλλά να δύνανται να προγραμματίζουν, κατά το μέτρο του δυνατού, με ασφάλεια την επαγγελματική τους δραστηριότητα προς όφελος και της εθνικής οικονομίας. Η διαμόρφωση δε της προθεσμίας παραγραφής υπό τους ανωτέρω όρους, που αποτελούν και εκδήλωση της ειρηνευτικής λειτουργίας του δικαίου, συμβάλλει στην καλλιέργεια της αναγκαίας σε ένα κράτος δικαίου σχέσης εμπιστοσύνης των διοικούμενων προς τη Διοίκηση (πρβ. Σ.τ.Ε. 1738/2017 Ολομ. σκ. 5 και 6, 2649/2017 Ολομ. σκ. 33, Σ.τ.Ε. 172-3/2018 επταμ. σκ. 11, Σ.τ.Ε. 732/2019 επταμ. σκ. 9).
6. Επειδή, με το ν. 4387/2016, επιχειρήθηκε μείζων μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ο πυρήνας της οποίας συνίσταται στην εγκατάλειψη του μέχρι τότε κρατούντος στην Ελλάδα συστήματος κοινωνικής ασφάλισης σε περισσότερους του ενός φορείς, για τους οποίους ίσχυαν διαφορετικοί κανόνες, και στην υιοθέτηση ενιαίων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους. Ειδικότερα, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται ότι «το υφιστάμενο σύστημα είναι … άναρχο, κοινωνικά άδικο, αναποτελεσματικό … χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερματισμό, που αντανακλά την εν γένει πελατειακή λειτουργία του πολιτικού συστήματος πριν από την κρίση … (και) εκτεταμένη πολυνομία, η οποία δημιουργεί έντονες κοινωνικές ανισότητες, αφού αντιμετωπίζει όμοιες περιπτώσεις πολιτών με διαφορετικό τρόπο». Οι ενιαίοι αυτοί κανόνες, οι οποίοι τέθηκαν με τον ως άνω νόμο, εφαρμόζονται για όλους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, και αφορούν τόσο σε ζητήματα οργανωτικά, που στοχεύουν κατά την ως άνω έκθεση στη «διοικητική αποτελεσματικότητα του συστήματος», με κυριότερο τη δημιουργία ενός φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης για όλους τους ασφαλισμένους (Ε.Φ.Κ.Α.), στον οποίο εντάσσονται όλοι οι υφιστάμενοι αντίστοιχοι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, όσο και ζητήματα ουσιαστικά, που επιδιώκουν, κατά τα αναφερόμενα στην εν λόγω έκθεση, την καθιέρωση «πλήρους ισονομίας», με κυριότερο τον ενιαίο τρόπο υπολογισμού των εισφορών και των παροχών (βλ. Σ.τ.Ε. 1890-1/2019 Ολομ. σκ. 16 και 17). Στο πλαίσιο δε της κατά τα ανωτέρω ενοποίησης των κανόνων του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης εντάσσεται και η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 95, που αφορά την παραγραφή των αξιώσεων για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλιστικών φορέων. Συγκεκριμένα, στη διάταξη αυτή ορίζεται: «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία. Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται στις ήδη παραγεγραμμένες, κατά τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις, απαιτήσεις. Η παραγραφή των απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης αλλά δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, ορίζεται εικοσαετής και άρχεται από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία». Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση εν σχέσει με το συγκεκριμένο άρθρο, «δεδομένου ότι με τον παρόντα νόμο λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά η ουσιαστική ενοποίηση των υφιστάμενων Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και προκειμένου η ένταξή τους στον Ε.Φ.Κ.Α. να πραγματοποιηθεί χωρίς λειτουργικά και οργανωτικά προβλήματα, στο άρθρο 95 ρυθμίζονται ζητήματα για χρέη προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης…». Μέχρι τη θέσπιση της διάταξης αυτής, το ζήτημα της διάρκειας του χρόνου παραγραφής σε άλλους μεν ασφαλιστικούς φορείς κύριας ασφάλισης ρυθμιζόταν με ειδικές διατάξεις, με διάρκεια παραγραφής που κυμαινόταν μεταξύ της δεκαετίας (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., άρθρο 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε τελικώς με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2972/2001, Α΄ 291∙ η δεκαετής παραγραφή είχε θεσπισθεί με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν.δ. 2698/1953, Α΄ 315) και της εικοσαετίας (Ο.Α.Ε.Ε. άρθρο 17 π.δ. 258/2005, Α΄ 316, Ν.Α.Τ. παρ. 7 του άρθρου 88 π.δ. 913/1978, Α΄ 220, παρ. που προστέθηκε με το άρθρο 32 παρ. 14 ν. 2166/1993, Α΄ 137), σε άλλους δε φορείς, για τους οποίους δεν υπήρχε αντίστοιχη νομοθετική πρόβλεψη (Ο.Γ.Α., Τ.Ν., Τ.Α.Σ., Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), η νομολογία προσέφευγε στην εφαρμογή της εικοσαετούς παραγραφής του άρθρου 249 Α.Κ. (βλ. λ.χ. Σ.τ.Ε. 1973/2011 σκ. 12, 4729/2014 σκ. 10, 2483/2020 επταμ. σκ. 23). Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, εν όψει του στόχου της οργανωτικής, ιδίως δε της ουσιαστικής ενοποίησης των κανόνων του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, για την αποτροπή της πολυνομίας και των μη δικαιολογημένων διακρίσεων, θεσπίστηκε για πρώτη φορά με το ν. 4387/2016, μεταξύ άλλων ρυθμίσεων, κανόνας κοινός για το σύνολο των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, ο οποίος αφορά την παραγραφή των αξιώσεων για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με τον οποίο διάρκεια του χρόνου της παραγραφής προβλέφθηκε η εικοσαετία. Σκοπός δε της μακράς αυτής προθεσμίας παραγραφής, όπως συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση, είναι η διασφάλιση των πόρων του Ε.Φ.Κ.Α. εν όψει και των οργανωτικών δυσχερειών από την πραγματοποιηθείσα με τον ίδιο νόμο ενοποίηση των ασφαλιστικών φορέων.
7. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν ήδη δεκτά στη σκέψη 5, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, με την οποία θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση για την παραγραφή των αξιώσεων για καταβολή εισφορών των εντασσομένων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, με την οποία ορίζεται η διάρκειά της σε είκοσι έτη, αντίκειται στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής είκοσι ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη (πρβ. Σ.τ.Ε. 732/2019 επταμ. σκ. 11, Σ.τ.Ε. 1611/2020 επταμ. σκ. 6, βλ. και Δ.Ε.Ε. απόφαση της 17.9.2014, C-341/13, Cruz & Companhia Lda κατά Instituto de Financiamento da Agricultura e Pescas IP IFAP, σκ. 62 έως 65 για προθεσμία παραγραφής είκοσι ετών επί ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή, βλ. και Δ.Ε.Ε. αποφάσεις της 2.2.2011 για τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-201/2010 και C-2002, Ze Fu Fleischhandel και Vion Trading κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, σκ. 43 έως 47 για προθεσμία παραγραφής τριάντα ετών, ομοίως, επί ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθείσας επιστροφής). Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου κατά το μέρος που η εικοσαετής παραγραφή, που θεσπίσθηκε, μάλιστα, σε χρόνο κατά τον οποίο οι υπαγόμενοι στις ρυθμίσεις του νέου ασφαλιστικού νόμου είχαν ήδη υποστεί διάφορες οικονομικές επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας (π.χ. περικοπές αποδοχών, αύξηση φορολογικών συντελεστών, επιβολή νέων φόρων και εκτάκτων εισφορών, μείωση αφορολογήτου ορίου στο φόρο εισοδήματος, κ.λπ.), ισχύει αναδρομικώς, δηλαδή και για απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της νέας διάταξης, υπάγονταν στην προβλεπόμενη εδώ και δεκαετίες για το μεγαλύτερο, έως την ίδρυση του Ε.Φ.Κ.Α., ασφαλιστικό φορέα, το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., δεκαετή παραγραφή, όπως είναι και οι εν προκειμένω ένδικες, και δεν είχαν ακόμη παραγραφεί. Δεν δικαιολογείται δε τόσο μακρός χρόνος παραγραφής ούτε η αναδρομική εφαρμογή της νέας ρύθμισης από λόγους που συνδέονται με τις δυσχέρειες κατά την οργάνωση του νέου ασφαλιστικού φορέα και την ένταξη σε αυτόν όλων των μέχρι τότε φορέων κοινωνικής ασφάλισης και όλων των εργαζομένων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα (μισθωτών του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα, αυτοαπασχολουμένων, ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών), ούτε από την έως την ίδρυση του Ε.Φ.Κ.Α. ενδεχόμενη αδράνεια των διαφόρων φορέων κοινωνικής ασφάλισης να μεριμνήσουν για την είσπραξη των απαιτήσεών τους, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφειλόταν η αδράνεια αυτή, καθώς και αν προβλήματα οργανωτικά και λειτουργικά των εν λόγω φορέων, τα οποία δεν είχαν επιλυθεί επί δεκαετίες, θα αποτελούσαν επαρκή λόγο για την πρόβλεψη τόσο μακρού χρόνου παραγραφής (πρβ. Σ.τ.Ε. 2934-5/2017 επταμ. σκ. 12, Σ.τ.Ε. 172-3/2018 επταμ. σκ. 10 και 12, Δ.Ε.Ε. αποφάσεις της 2.2.2011 για τις υποθέσεις C-201/2010 και C-2002, Ze Fu Fleischhandel και Vion Trading κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, σκ. 43). Περαιτέρω, η ίδια η πρόβλεψη σχετικά σύντομης προθεσμίας για την οικεία παραγραφή δεν επιφέρει για τους ασφαλισμένους δυσμενείς συνέπειες κατά τη συνταξιοδότησή τους και, μάλιστα, σε περίπτωση αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης που ανάγεται σε παρελθόντα χρόνο. Τούτο δε διότι το ζήτημα του καθορισμού εύλογης (σχετικά σύντομης) διάρκειας προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών -που, άλλωστε, απαντάται στην πλειονότητα των σύγχρονων ευρωπαϊκών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης- ουδόλως συνάπτεται με το διάφορο ζήτημα, εν όψει και της διακριτής λειτουργίας τους, που δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω, της τυχόν πρόβλεψης σε διαφορετικά νομοθετήματα προϋποθέσεων, χρονικών ή άλλων συναπτόμενων με την καταβολή εισφορών, για την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης με σκοπό τη συνταξιοδότηση. Ειδικότερα, με μόνη εξαίρεση τη ρύθμιση για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. [βλ. άρθρο 26 παρ. 8α εδ. β΄ α.ν. 1846/1951, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2972/2001, στο οποίο ορίζεται ότι «Ο ασφαλισμένος που αποχωρεί ή απολύεται από την εργασία του υποχρεούται μέσα σε ένα δωδεκάμηνο από την αποχώρησή του ή την απόλυσή του να δηλώνει γραπτά στο Ι.Κ.Α. τις ημέρες εργασίας που πραγματοποίησε και για τις οποίες δεν ασφαλίστηκε. Σε καμία περίπτωση δεν αναγνωρίζονται ημέρες εργασίας που πραγματοποιήθηκαν από ασφαλισμένο σε περίοδο για την οποία, κατά την υποβολή της σχετικής αίτησης για αναγνώριση, είχε παραγραφεί το δικαίωμα του Ι.Κ.Α. να βεβαιώσει και να καταλογίσει ασφαλιστικές εισφορές»] -με την οποία, πάντως, ο χρόνος της παραγραφής συνδέεται μεν στο νόμο με την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης, υπό την έννοια ότι ο ασφαλισμένος οφείλει να υποβάλει το αίτημα αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης πριν τη παραγραφή της αξίωσης του ασφαλιστικού φορέα, άλλως δεν αναγνωρίζονται οι ημέρες εργασίας, ο νομοθέτης, όμως, έθεσε τον ανωτέρω χρονικό περιορισμό για την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης έχοντας υπ’ όψιν την ισχύουσα δεκαετή διάρκεια παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων- στις λοιπές επιμέρους ρυθμίσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας, η αναγνώριση χρόνου ασφάλισης δεν εξαρτάται από τη μη παραγραφή της αξίωσης για την καταβολή των αντίστοιχων εισφορών, ούτε απαγορεύεται η εξόφληση παραγεγραμμένων σχετικών αξιώσεων, στις περιπτώσεις όπου η καταβολή των εισφορών τίθεται ως προϋπόθεση συνταξιοδότησης [βλ. λ.χ. για τον Ο.Α.Ε.Ε., όπου με ρητή διάταξη επιτρέπεται η καταβολή παραγεγραμμένων αξιώσεων καταβολής εισφορών με σκοπό την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης, άρθρο 17 εδ. γ΄ και δ΄ π.δ. 258/2005, Α΄ 316, ομοίως, ρητώς για το Τ.Σ.Α.Υ. άρθρο 3 εδ. τελευτ. ν. 982/1979, Α΄ 239, βλ. για το Τ.Ε.Α.Η.Ε. άρθρο 9 παρ. 2 και 10 του Καταστατικού του, 22792/1711/6.10.1945 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Β΄ 163, στο οποίο προβλέπεται μετά την παραγραφή δυνατότητα αναγνώρισης χρόνου με εξαγορά. Βλ., επίσης, τις διατάξεις για το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., άρθρο 20 ν. 915/1979, Α΄ 103, και για το Ταμείο Νομικών, άρθρο 24 ν.δ. 4114/1960, Α΄ 164, όπως ισχύει, με τις οποίες ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την εξόφληση των οφειλών προς τον ασφαλιστικό φορέα ως προϋπόθεση συνταξιοδότησης, χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να συνδέεται το ζήτημα αυτό με θέματα παραγραφής]. Επιπροσθέτως, και η ρύθμιση του άρθρου 34, όπως ισχύει, του ανωτέρω ν. 4387/2016 για τον Ε.Φ.Κ.Α., η οποία κατά την αιτιολογική έκθεση απαριθμεί τις διάφορες περιπτώσεις χρόνου ασφάλισης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο πραγματικός χρόνος ασφάλισης, σχετικά με τον οποίο ορίζεται ότι είναι ο χρόνος για τον οποίον έχουν καταβληθεί εισφορές ή προκειμένου περί μισθωτών επιπροσθέτως και εκείνος για τον οποίον οφείλονται εισφορές, συνδέει μεν την αναγνώριση χρόνου με την καταβολή εισφορών, στην ειδικότερη δε περίπτωση της μισθωτής εργασίας, αρκείται στην οφειλή εισφορών, χωρίς, όμως, να την εξαρτά, δεδομένου ότι εκφεύγει από το αντικείμενο της ρύθμισης, από τη μη παραγραφή των σχετικών αξιώσεων του φορέα. Σε κάθε δε περίπτωση, τα τυχόν ανακύπτοντα ζητήματα από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων εν σχέσει προς τις προϋποθέσεις αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης τελούν υπό τις εγγυήσεις του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και ερμηνεύονται υπό το φως των γενικών αρχών του δίκαιου της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων η αρχή της στενής ερμηνείας των διατάξεων που, με σκοπό την προστασία των ασφαλιστικών φορέων από την καταδολίευσή τους με την αναγνώριση ημερών εργασίας που ανάγονται σε παρωχημένο χρόνο, με συνέπεια να παρίσταται εξαιρετικά δυσχερής η εξακρίβωση της πραγματοποίησής τους, θέτουν χρονικούς περιορισμούς στο σχετικό δικαίωμα αναγνώρισης (Σ.τ.Ε. 2689/1991, 2904/2013, 2952/2020 κ.ά.), καθώς και η αρχή ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι του ασφαλιστικού φορέα και, ειδικότερα, η μη καταβολή των οφειλόμενων εισφορών εκ μέρους του δεν δύναται, κατ’ αρχήν, να αποβεί εις βάρος του ασφαλισμένου (Σ.τ.Ε. 90/1963, 1839/1970, 3386/1971, 1428/1979, πρβ. και 844/1961 επταμ.). Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Σ. Χρυσικοπούλου και Γ. Τσιμέκας και οι Σύμβουλοι Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα, Π. Τσούκας και Β. Ανδρουλάκης, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Με εξαίρεση το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για το οποίο ίσχυε η δεκαετής παραγραφή [βλ. άρθρο 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2972/2001 (Α΄ 291)], η εικοσαετής παραγραφή των αξιώσεων όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες εισφορές ήταν ο κανόνας στο ασφαλιστικό σύστημα ήδη πριν από τη θέσπιση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, με την οποία καθιερώθηκε και πάλι η συνήθης εικοσαετής παραγραφή των απαιτήσεων του νέου Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ν.π.δ.δ.) από μη καταβληθείσες εισφορές. Η εικοσαετής παραγραφή ίσχυε είτε δυνάμει ειδικής διάταξης περιεχόμενης στα καταστατικά των ασφαλιστικών ταμείων [βλ. σχετικώς άρθρα 17 π.δ. 258/2005 (Α΄ 316) για τον Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών και 88 παρ. 7 του π.δ. 913/1978 (Α΄ 220), όπως ισχύει, για το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο. Βλ. επίσης τη γενική ρύθμιση του άρθρου 137 παρ. Α1 εδάφιο τρίτο περίπτ. α του ν. 3655/2008 (Α΄ 58) σχετικά με την τότε μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος] είτε, ελλείψει ειδικής διάταξης περί παραγραφής, δυνάμει του προβλέποντος την εικοσαετή παραγραφή άρθρου 249 του Α.Κ., στην οποία έχει παγίως κριθεί ότι υπόκεινται οι ανωτέρω αξιώσεις (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 2485, 2488/2020 επτ. για τον Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως, 4729/2014 για το Ταμείο Συμβολαιογράφων, 1973/2011 και 1765/2009 για το Ταμείο Νομικών, 4143/1986 επτ. για το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως και Προνοίας Προσωπικού Εμπορικών και Βιομηχανικών, Επαγγελματικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων του Κράτους· σημειωτέον ότι, ελλείψει ειδικής διάταξης, στην εικοσαετή γενική παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ. υπέκειντο και οι αξιώσεις του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης). Η ρύθμιση λοιπόν του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, επαναλαμβάνοντας κατά βάση τον προϊσχύοντα γενικό κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής, είναι απόλυτα σαφής και προβλέψιμη και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Όσον αφορά δε την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ εύλογη διάρκεια της παραγραφής, η εικοσαετία δικαιολογείται λόγω των οργανωτικών και λοιπών λειτουργικών προβλημάτων που έχουν ανακύψει από την για πρώτη φορά ουσιαστική ενοποίηση των εντασσόμενων φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που υιοθέτησε ο 4387/2016 (άρθρο 53) κατά ριζική τροποποίηση του μέχρι τότε ισχύοντος κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, το οποίο προέβλεπε την ύπαρξη περισσότερων φορέων (βλ. την εισηγητική έκθεση επί του ανωτέρω άρθρου 95). Εξ άλλου, η ασφαλιστική εισφορά που οφείλεται ενδιαφέρει το σύνολο των ασφαλισμένων, αφού αποτελεί πόρο του ταμείου από τον οποίο αντλείται η δυνατότητα καταβολής σύνταξης σε όλους τους ασφαλισμένους (βλ. Σ.τ.Ε. 1973/2011, με την οποία κρίθηκε ότι η διαφοροποίηση του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος φορέα κοινωνικής ασφάλισης να καταλογίζει οφειλόμενες εισφορές σε σχέση με τον χρόνο παραγραφής των αξιώσεων των ιδιωτών κατά του φορέα δεν αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας). Πράγματι, λόγω της διασύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το εργασιακό καθεστώς των ωφελούμενων από αυτές (μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων, ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών), οι μικρότερες προθεσμίες παραγραφής των αξιώσεων των φορέων από ασφαλιστικές εισφορές εκθέτουν τους ασφαλισμένους στον κίνδυνο μη αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης, δεδομένου ότι, κατά τα προβλεπόμενα στην ασφαλιστική νομοθεσία, χωρίς καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν αναγνωρίζεται ο χρόνος πραγματικής ασφάλισης τον οποίο αφορούν οι εισφορές αυτές, στους δε μισθωτούς δεν αναγνωρίζεται ως χρόνος πραγματικής ασφάλισης ο χρόνος εργασίας, ως προς τον οποίο έχει παραγραφεί το δικαίωμα προς καταλογισμό ασφαλιστικών εισφορών [βλ. σχετικώς τις ρυθμίσεις των άρθρων 34 παρ. 1 περίπτ. α΄ του ν. 4387/2016 για τον Ε.Φ.Κ.Α., 26 παρ. 8α του αν.ν. 1846/1951, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2972/2001, για το ΙΚΑ και ΣτΕ 3542/2014· βλ. επίσης άρθρα 24 του ν.δ. 4114/1960 (Α΄ 164), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 423/1993 (Α΄ 180), για το Ταμείο Νομικών, 3 του ν. 982/1979 (Α΄ 239) για το Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών, βλ. και άρθρα 15 και 22 του ν. 3518/2006 (Α΄ 272) για το Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων]. Τούτο έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη συνταξιοδότηση, σε πολλές δε περιπτώσεις συνεπάγεται την απώλεια συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και την παράταση του εργασιακού βίου· για το λόγο αυτό άλλωστε είχε υιοθετηθεί υπό το προγενέστερο νομοθετικό και νομολογιακό καθεστώς η μακρότερη εικοσαετής παραγραφή. Περαιτέρω, όπως είναι κοινώς γνωστό, στο πλαίσιο των διαδοχικών λειτουργικών και διοικητικών αναδιαρθρώσεων (συγχωνεύσεων, εντάξεων) και τελικώς της ενοποίησης των φορέων κοινωνικής ασφάλισης [βλ. ιδίως νόμους 2676/1999 (Α΄ 1), 3029/2002 (Α΄ 160), 3518/2006 (Α΄ 272 και διόρθ. σφαλμ. Α΄ 2/2007), 3655/2008, 3863/2010 (Α΄ 115)] έως και τη σύσταση του Ε.Φ.Κ.Α. και του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. με το ν. 4387/2016, στους εκάστοτε δημιουργούμενους κατά κλάδο ασφάλισης νέους φορείς των ασφαλιστικών οργανισμών εντάσσονταν οι επιμέρους κλάδοι κύριας ασφάλισης, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας των εκάστοτε καταργούμενων φορέων, χωρίς όμως να συνοδεύονται πάντα από μητρώα εργοδοτών – ασφαλισμένων ή να έχουν Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα, αφού η υποδομή αυτή, μη δυνάμενη να διασπαστεί, παρέμενε στη διαχείριση ενός από τους κλάδους του καταργηθέντος φορέα και κατ’ επέκταση και στη διαχείριση του νεοσύστατου φορέα, στον οποίο εντασσόταν ο κλάδος αυτός (βλ. Σ.τ.Ε. 542/2014 σχετικά με το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων). Με τα δεδομένα αυτά, έχουν ανακύψει οργανωτικά και λειτουργικά προβλήματα και δυσκολίες στη δυνατότητα εντοπισμού των υποχρέων, οι οποίοι δεν κατέβαλλαν τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές εκμεταλλευόμενοι την αδράνεια των οργάνων του εντασσόμενου φορέα, η οποία μπορεί να οφειλόταν και στις πρακτικές δυσκολίες που είχαν δημιουργηθεί στο παρελθόν, εξακολουθούν όμως να υπάρχουν και κατά την ενοποίηση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης με το ν. 4387/2016. Επομένως, η υιοθέτηση υπέρ του νέου ενιαίου φορέα κοινωνικής ασφάλισης του ήδη ισχύοντος στο ασφαλιστικό δίκαιο γενικού κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές αντί της εξαίρεσης της δεκαετούς παραγραφής που προβλεπόταν για τις αξιώσεις του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ή της βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής που επικαλείται ως «εύλογη» η ενάγουσα, εικοσαετούς παραγραφής η οποία ανταποκρίνεται, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, στις υφιστάμενες ειδικές συνθήκες και καταστάσεις (βλ. αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 95 του ν. 4387/2016), δεν παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου ούτε θίγει το συμφέρον των οφειλετών για την προβλεψιμότητα των υποχρεώσεών τους, αλλά δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής (πρβ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 10.11.2020, Vegotex International S.A. κατά Βελγίου αρ. προσφ. 49812/09) και στην πάταξη της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας, στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των ασφαλισμένων με την μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του χρόνου πραγματικής ασφάλισής τους και στη διασφάλιση της επάρκειας των παροχών κύριας ασφάλισης (και ήδη επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας) και της βιωσιμότητας του Ε.Φ.Κ.Α. (ήδη e-ΕΦΚΑ). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η εικοσαετής γενική παραγραφή που θεσπίζεται με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας ούτε σε άλλη συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή.
8. Επειδή, κατόπιν της ως άνω κρίσης περί της αντισυνταγματικότητας του γενικού κανόνα παραγραφής, που θεσπίστηκε με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, καταλείπεται κενό στη ρύθμιση, δεδομένου ότι δεν υφίσταται προϋφιστάμενο δίκαιο, που να ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα, εν όψει και της σαφούς βούλησης του νομοθέτη να θεσπίσει κοινή ρύθμιση για την παραγραφή των αξιώσεων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του συνόλου των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, βούληση η οποία ως προς το ζήτημα της θέσπισης κοινού κανόνα παραγραφής δεν έρχεται σε αντίθεση με καμία διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος. Το κενό αυτό δεν είναι ανεκτό από το Σύνταγμα, εφόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 4, από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου απαιτείται η πρόβλεψη προθεσμίας παραγραφής. Πρέπει δε να πληρωθεί με την εφαρμογή του κανόνα της δεκαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών όλων των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, ο οποίος κρίνεται ότι αποτελεί εύλογο χρόνο παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων και αποτελούσε, όπως προεκτέθηκε, το προϊσχύσαν δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (άρθρο 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε τελικώς με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2972/2001∙κατά τα προεκτεθέντα δε η δεκαετής παραγραφή είχε θεσπισθεί το πρώτον με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν.δ. 2698/1953), του μεγαλύτερου, έως την ίδρυση του Ε.Φ.Κ.Α., φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών της χώρας, όπως είναι και οι επίμαχες αξιώσεις. Η πλήρωση δε του νομοθετικού κενού με τον εν λόγω γενικό κανόνα της δεκαετούς παραγραφής τελεί σε αρμονία προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, που αξιώνει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και προς την αρχή της οικονομίας της δίκης, την οποία θάλπει ο θεσμός της πιλοτικής δίκης στο Συμβούλιο της Επικρατείας που εισήχθη κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 και αποβλέπει στην κατά το δυνατόν ταχύτερη επίλυση νομικών ζητημάτων, που ενδιαφέρουν ευρύ κύκλο προσώπων. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή γινόταν δεκτό με την παρούσα απόφαση ότι η εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής περιορίζεται μόνον στις αξιώσεις καταβολής εισφορών υποχρέων προερχόμενων από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπως είναι οι επίδικες στην παρούσα υπόθεση αξιώσεις, θα ανέκυπτε, ως άμεση συνέπεια της παρούσας αποφάσεως, ασάφεια περί του εφαρμοστέου δικαίου ως προς το χρόνο της παραγραφής για τις αξιώσεις των λοιπών, πλην του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α., καθ’ όσον η θέσπιση εικοσαετούς παραγραφής για τις αξιώσεις ασφαλιστικών φορέων κρίθηκε γενικώς ότι αντίκειται στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (ανωτέρω σκέψη 7), όπως εκτέθηκε δε στη σκέψη 6 σε κάποιους εκ των εντασσόμενων φορέων ίσχυε, πριν την επίμαχη τροποποίηση, επίσης, εικοσαετής παραγραφή, ενώ σε άλλους φορείς δεν υπήρχε σχετική νομοθετική πρόβλεψη και η νομολογία προσέφευγε στην εφαρμογή της εικοσαετούς παραγραφής του άρθρου 249 Α.Κ. Η ασάφεια δε και η αβεβαιότητα ως προς το χρόνο της παραγραφής θα δημιουργούσε προσκόμματα στον ομαλό προγραμματισμό των εργασιών ελέγχου των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίες δεν θα ήταν σε θέση να αποφασίσουν, ποιους ελέγχους θα έπρεπε να προτάξουν, και ανασφάλεια σε όλους γενικώς τους υπαγομένους στον Ε.Φ.Κ.Α. Εξάλλου, υπό την ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, θα απαιτείτο η επίλυση του ζητήματος του εφαρμοστέου χρόνου παραγραφής χωριστά για ένα έκαστο των ενταχθέντων στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλιστικών φορέων με αλλεπάλληλες δίκες και, μάλιστα, παρά το γεγονός ότι, επί τη βάσει της παρούσας πιλοτικής δίκης, έχει ήδη ανασταλεί, κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 εδ. δ΄ ν. 3900/2010, η εκδίκαση των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα, της συνταγματικότητας της γενικής εικοσαετούς παραγραφής της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, ανεξαρτήτως του ασφαλιστικού φορέα από τον οποίο προερχόταν ο εκάστοτε υπόχρεως.
9. Επειδή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα του χρόνου παραγραφής που ισχύει ως προς τις απαιτήσεις από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α. με τον ν. 4387/2016 διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες: Α) Κατά τη γνώμη της Αντιπροέδρου Ε. Νίκα, κατόπιν της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας της εικοσαετούς παραγραφής, εφαρμοστέα τυγχάνει ειδικώς για τους υπόχρεους ασφαλιστικών εισφορών, που υπάγονταν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, η προϊσχύσασα για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα δεκαετής παραγραφή, παρέλκει δε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης η κρίση περί του εύλογου χρόνου παραγραφής των αξιώσεων, που αφορούν τους υπόχρεους οι οποίοι προέρχονται από τους λοιπούς εντασσόμενους φορείς. Β) Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη των Αντιπροέδρων Σ. Χρυσικοπούλου και Γ. Τσιμέκα και των Συμβούλων Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα, Π. Τσούκα και Β. Ανδρουλάκη, δεν υφίσταται εν προκειμένω νομοθετικό κενό καθόσον, μετά την ανωτέρω κρίση περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 για την εικοσαετή παραγραφή των αξιώσεων του ΕΦΚΑ από εισφορές, εφαρμοστέα στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά αξιώσεις του ενταχθέντος στον ΕΦΚΑ (και ήδη e-ΕΦΚΑ) ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, είναι η προϊσχύουσα ειδική για τον εν λόγω ενταχθέντα ασφαλιστικό φορέα διάταξη του άρθρου 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2972/2001), με την οποία οριζόταν δεκαετής παραγραφή των αξιώσεών του από εισφορές. Η εφαρμογή δε της ως άνω ειδικής και εξαιρετικού δικαίου διάταξης, που ίσχυε έως την ψήφιση της ανωτέρω κριθείσας ως αντισυνταγματικής γενικής ρύθμισης του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, δεν αποτελεί θέσπιση νέου γενικού κανόνα δικαίου εκ μέρους του Δικαστηρίου, αλλά άσκηση έργου ανατεθειμένου κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος στα δικαστήρια και συνισταμένου στη μη εφαρμογή κανόνος δικαίου που αντίκειται στο Σύνταγμα και στην επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς με την εφαρμογή, εάν υπάρχει, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση, προγενέστερου νόμου ρυθμίζοντος το ίδιο ζήτημα (βλ. ΣτΕ 874/1992 Ολομ., 2153/1993 Ολομ., 2056/2000, 1536/2002, βλ. και 44/2017 απόφαση Ειδικού Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και 10/2014 πρακτικό Συμβουλίου Συμμόρφωσης ΣτΕ άρθρου 2 ν. 3062/2002). Περαιτέρω, όμως, κατά την τελευταία αυτή γνώμη που μειοψήφησε, μετά την κρίση του Δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, στο νομοθέτη εναπόκειται να επανέλθει επί του επίμαχου ζητήματος της παραγραφής των αξιώσεων των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ (και ήδη e-ΕΦΚΑ) φορέων κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές και να θεσπίσει νέα προθεσμία παραγραφής συνάδουσα με την αρχή της αναλογικότητας, αφού συνεκτιμήσει, κατά την κυριαρχική του κρίση στο πλαίσιο της άσκησης της κοινωνικοασφαλιστικής πολιτικής του Κράτους υπό τις παρούσες δυσμενείς δημοσιονομικές συνθήκες, την επίπτωση της διάρκειας της προθεσμίας αυτής στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ΕΦΚΑ και στην επάρκεια των χορηγούμενων από αυτόν ασφαλιστικών παροχών, ενόψει της εγγυητικής υποχρέωσης του Κράτους για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών (βλ. άρθρο 1 του ν. 4387/2016 και ήδη άρθρο 20 του ν. 4670/2020). Γ) Κατά τη γνώμη της Συμβούλου Κ. Κονιδιτσιώτου, προθεσμία παραγραφής δέκα ετών για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί μακρό χρόνο παραγραφής, λαμβανομένων υπ’ όψιν των συνεκτιμητέων κριτηρίων που παρατίθενται στη σκέψη 6, και δεν συνάδει με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Κατά την ίδια δε γνώμη, που μειοψήφησε, το κενό στη ρύθμιση πρέπει να πληρωθεί με την εφαρμογή ως εύλογου, κατά τον κανόνα, χρόνου παραγραφής των αξιώσεων καταβολής εισφορών των εντασσομένων στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλιστικών φορέων της πενταετίας, σε περιπτώσεις δε σοβαρών παραβάσεων μπορεί να προβλέπεται από το νόμο μακρότερη παραγραφή. Άλλωστε, κατά την ίδια γνώμη, πενταετής ήταν και η προθεσμία παραγραφής, που είχε προβλεφθεί αρχικώς από το νομοθέτη κατά την ίδρυση του Ι.Κ.Α., του κύριου φορέα ασφάλισης μισθωτών της χώρας [βλ. την αρχικώς θεσπισθείσα ρύθμιση του άρθρου 27 παρ. 7 α.ν. 1846/1951, βλ. και τη ρύθμιση της παρ. 6 εδ. β΄ του άρθρου 27 α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 ν. 2972/2001, Α΄ 291, με την οποία παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας για έκδοση απόφασης περί καθορισμού πενταετούς παραγραφής των σχετικών αξιώσεων του Ι.Κ.Α., καθώς, επίσης, και τη ρύθμιση περί πενταετούς παραγραφής που προβλέπεται στον επικουρικό φορέα Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας, άρθρο 10 παρ. 3 απόφασης 22792/1711/1945 Υπουργού Εργασίας, Β΄ 163. Βλ., εξάλλου, και στο πεδίο του φορολογικού δικαίου, όπου ισχύει η πενταετία ως εύλογος, κατά τον κανόνα, χρόνος παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου για την επιβολή φόρων (Σ.τ.Ε. 1611/2020 επταμ. σκ. 6). Για τη σύγχρονη διεθνή τάση σύντομων παραγραφών και στις περιπτώσεις των αξιώσεων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών βλ., ενδεικτικώς, τα ισχύοντα στη Γαλλία, όπου η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων ορίζεται τριετής, κατά τον κανόνα, με αφετηρία για μεν τους εργοδότες το τέλος του έτους στο οποίο γεννάται η αξίωση, για δε τους ανεξάρτητους επαγγελματίες την 30ή Ιουνίου του επόμενου έτους. Επί δε αδήλωτης εργασίας η παραγραφή προβλέπεται πενταετής, με όμοια χρονική αφετηρία, άρθρα L244-3 και L244-11 Code de la sécurité sociale].
10. Επειδή, μετά την επίλυση του ζητήματος γενικότερου ενδιαφέροντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να παραπέμψει την προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, αλλά πρέπει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. στ΄ του ν. 3900/2010, όπως ισχύει, να κρατήσει και να δικάσει περαιτέρω την υπόθεση για λόγους οικονομίας της δίκης.
11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την … Π.Ε.Ε. του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών … (όπως η πράξη αυτή διορθώθηκε με την … Π.Ε.Ε.) επιβλήθηκαν σε βάρος της προσφεύγουσας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, που διατηρεί ραδιοφωνικό σταθμό στη …, ασφαλιστικές εισφορές ποσού 25.790,49 ευρώ για την ασφαλιστική τακτοποίηση εργαζόμενής της για εργασία παρασχεθείσα το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του έτους 2009 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2015 (η ως άνω Π.Ε.Ε. αναφέρεται και σε προγενέστερο χρονικό διάστημα -από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2009- για το οποίο, όμως, παραλείφθηκε η επιβολή εισφορών με την συγκεκριμένη Π.Ε.Ε.). Η πράξη αυτή εκδόθηκε μετά τη διενέργεια ελέγχου που πραγματοποιήθηκε κατόπιν καταγγελίας της εργαζόμενης σχετικά με πλημμέλειες στην ασφάλισή της. Ένσταση της προσφεύγουσας εταιρείας κατά της εν λόγω πράξης απορρίφθηκε με την πρώτη προσβαλλόμενη … απόφαση της Τ.Δ.Ε. … του ανωτέρω υποκαταστήματος. Ακολούθως, με συμπληρωματική … Π.Ε.Ε. του ίδιου υποκαταστήματος (η οποία διορθώθηκε με την … Π.Ε.Ε.) επιβλήθηκαν σε βάρος της ανωτέρω εταιρείας εισφορές ποσού 9.629,70 ευρώ, που αφορούσαν την ασφαλιστική τακτοποίηση της ίδιας εργαζόμενης για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2009 (διάστημα για το οποίο, κατά τα ανωτέρω, είχε παραλειφθεί η επιβολή εισφορών με την προαναφερθείσα … Π.Ε.Ε.). Ένσταση κατά της τελευταίας αυτής Π.Ε.Ε. απορρίφθηκε με τη δεύτερη προσβαλλόμενη … απόφαση της ανωτέρω Τ.Δ.Ε. Οι πλημμέλειες κατά την ασφάλιση της εργαζόμενης, για τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες πράξεις, συνίστανται στην παράλειψη καταβολής εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας των ασφαλιστικών εισφορών, που αφορούσαν την κύρια ασφάλιση για σύνταξη, παρά το γεγονός της καταβολής εκείνων που αφορούσαν την ασφάλιση υγείας. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων της Τ.Δ.Ε. η προσφεύγουσα άσκησε την κρινόμενη προσφυγή, με την οποία προβάλλει ότι ο εύλογος χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του ασφαλιστικού φορέα για την έκδοση πράξεων επιβολής εισφορών δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία ή, έστω, τη δεκαετία, ότι η θεσπισθείσα με το άρθρο 95 του ν. 4387/2016 εικοσαετής προθεσμία παραγραφής, «η οποία αποφασίστηκε αναιτιολόγητα … εξαιτίας της ενοποίησης των φορέων, προκειμένου να δοθεί περισσότερος χρόνος για να μην αντιμετωπίσουν λειτουργικά και οργανωτικά προβλήματα», αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, της ασφάλειας του δικαίου, που απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου, και του δικαιώματος άμυνας του διοικούμενου που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. και ότι, εάν κριθεί ότι ισχύει πενταετής παραγραφή, πρέπει να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής εισφορών για τα έτη 2006 έως και 2013, άλλως, εάν κριθεί ότι ισχύει δεκαετής παραγραφή, πρέπει να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής εισφορών για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2008.
12. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν ήδη δεκτά στη σκέψη 8, οι απαιτήσεις των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. (ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) ασφαλιστικών φορέων από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, όπως είναι και οι επίδικες, υπόκεινται σε δεκαετή παραγραφή. Συνεπώς, τα προβαλλόμενα με την κρινόμενη προσφυγή ότι ο χρόνος της παραγραφής του δικαιώματος του ασφαλιστικού φορέα για την έκδοση πράξεων επιβολής εισφορών δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου, απορριπτέος είναι και ο ειδικότερος λόγος ότι η θέσπιση μεγαλύτερου της πενταετίας χρόνου παραγραφής για τις ως άνω αξιώσεις του Ε.Φ.Κ.Α. παραβιάζει την κατοχυρωμένη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι συνεπάγεται άνιση μεταχείριση αφενός μεν των ιδιωτών εργοδοτών έναντι του Δημοσίου, καθόσον η παραγραφή των αξιώσεων του Ε.Φ.Κ.Α. κατά του Δημοσίου από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές είναι, κατά τις γενικής εφαρμογής διατάξεις, που αφορούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου, πενταετής (άρθρο 90 ν. 2362/1995, Α΄ 247, περί δημοσίου λογιστικού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 140 ν. 4270/2014, Α΄ 143), και αφετέρου των αξιώσεων του ασφαλιστικού φορέα από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές έναντι των αξιώσεων τρίτων κατά του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (άρθρο 40 παρ. 6 εδ. στ΄ α.ν. 1846/1951, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 ν. 825/1978, Α΄ 189). Ο ανωτέρω δε λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι η θέσπιση μικρότερου χρόνου παραγραφής (έναντι εκείνου που ισχύει για τις αξιώσεις οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές) στις περιπτώσεις οφειλών του Δημοσίου από ασφαλιστικές εισφορές ή οφειλών οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης έναντι ιδιωτών δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι αποβλέπει στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας, η οποία δημιουργεί την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των υποχρεώσεων του Δημοσίου [λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της εγγυητικής υποχρέωσης του Κράτους για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών (βλ. άρθρο 1 Α εδ. γ΄ του ν. 4387/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4670/2020, Α΄ 43)] και του οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης με τη θέσπιση εύλογων χρονικών ορίων για την άσκηση των σε βάρος τους αξιώσεων, με σκοπό την ορθολογική οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης υπό ευρεία έννοια και την αποφυγή ανατροπής μετά την πάροδο ικανού χρόνου των οικονομικών δεδομένων, βάσει των οποίων προγραμματίζουν τα έσοδα και τις δαπάνες τους, προκειμένου να ασκήσουν τη δημόσια εξουσία που τους έχει ανατεθεί και να εκπληρώσουν τις έναντι των πολιτών υποχρεώσεις τους (πρβ. Α.Ε.Δ. 1-2/2012, 9/2009, Σ.τ.Ε. 2561-2/2015 Ολομ., βλ. και Ε.Δ.Δ.Α. Γιαβής 3.10.2013, βλ. και Α.Ε.Δ. 25/2012, Σ.τ.Ε. 2115/2014 Ολομ.).
13. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή και να ακυρωθεί η … απόφαση της Τ.Δ.Ε. (που αφορά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2009), κατά το μέρος της που απέρριψε την ένσταση της προσφεύγουσας για τις εισφορές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα, το οποίο εκτείνεται πέραν της δεκαετίας, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2008, να γίνει δεκτή η ένσταση της προσφεύγουσας κατά το μέρος αυτό, να μεταρρυθμισθεί η … Π.Ε.Ε., όπως είχε διορθωθεί με την … πράξη, και να μειωθεί το ποσό των εισφορών που επιβλήθηκαν με την πράξη αυτή στην προσφεύγουσα από 9.629,70 ευρώ σε 241,43 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στις οφειλόμενες για το μήνα Ιανουάριο του έτους 2009 ασφαλιστικές εισφορές (βλ. και το … έγγραφο προς το Δικαστήριο του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών …). Κατά τα λοιπά η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, διότι η αξίωση για την καταβολή των επιβληθεισών εις βάρος της προσφεύγουσας ασφαλιστικών εισφορών για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2009 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2013 δεν είχαν υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή, όταν εκδόθηκαν οι επίμαχες πράξεις επιβολής εισφορών, παραγραφή, άλλωστε, γνωστή στην προσφεύγουσα, εφόσον ήταν αυτή που, κατά τα προεκτεθέντα, ίσχυε για τις αξιώσεις του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και υπό το προγενέστερο του ν. 4387/2016 νομοθετικό καθεστώς και, μάλιστα, για μεγάλο χρονικό διάστημα.
14. Επειδή, εν όψει της εν μέρει αποδοχής της προσφυγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων η δικαστική δαπάνη.

Διά ταύτα

Επιλύει το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της συνταγματικότητας της εικοσαετούς παραγραφής της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Κρατεί, δικάζει και δέχεται εν μέρει την προσφυγή.
Ακυρώνει εν μέρει την απόρριψη με την … απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής … του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών … της ένστασης της προσφεύγουσας, κατά το αιτιολογικό.
Μεταρρυθμίζει την … πράξη επιβολής εισφορών του ίδιου υποκαταστήματος, όπως διορθώθηκε με την Μ55/7.5.2019 πράξη.
Μειώνει σε 241,43 ευρώ το ποσό των εισφορών που επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα με την ως άνω πράξη επιβολής εισφορών, όπως διορθώθηκε.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην προσφεύγουσα.