Σε έφεση κατά ερήμην πρωτόδικης απόφασης για την εξαφάνισή της αρκεί η τυπική παραδοχή αυτής, χωρίς προηγούμενη ευδοκίμηση κάποιου λόγου έφεσης. Το εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. Για τη νόμιμη σύναψη διοικητικής σύμβασης, αναγκαίο στοιχείο αποτελεί ο έγγραφος τύπος αυτής, που είναι συστατικός. Η ακυρότητα αίρεται μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση. Σε αγωγή με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης. Αν όμως η βάση της αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα αρκεί να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης. Η ένσταση του άρθρ. 300 ΑΚ δεν προβάλλεται κατά των διατάξεων του 904ΑΚ. Η απαίτηση αδικαιολογήτου πλουτισμού υπάρχει και σε περίπτωση υπαιτιότητας εκείνου που ζημιώθηκε, άρα και συνυπαιτιότητάς του. Για τις οφειλές νοσηλευτικού ιδρύματος, το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση που του παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, το νοσηλευτικό ίδρυμα, καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας κατ’ άρθρο 4 του π.δ. 166/2003 εξήντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών και όχι από την επίδοση αγωγής. Ωστόσο, τόκοι κατά τη βάση της αγωγής ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζητούνται νόμιμα από την επίδοση της αγωγής, καθώς, το π.δ. 166/2003, εφαρμόζεται μόνο όταν υπάρχει έγκυρη σύμβαση.
Η διάταξη του άρθρου 528 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει ορίζει ότι: «Αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος διαδίκου, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της (βλ. Α.Π. 907/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος, Α.Π. 1015/2005 Ελ.Δ. 2005.1101, 1104, Εφ.Δωδ. 386/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος, Εφ.Αθ. 5224/2003 Ελ.Δ. 2004.555). Μετά την εξαφάνιση της απόφασης χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. (βλ. Σαμουήλ, Η έφεση 2003, παρ. 228 δ, σελ. 101, Μαργαρίτη σε Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Συμπλήρωμα 2003, σελ. 68-69). Στην προκειμένη περίπτωση, το εφεσίβλητο, άσκησε κατά του εκκαλούντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 31-7-2014 με αριθμό κατάθεσης 93129/2577/2014 αγωγή. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στις 26-1-2017 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το εκκαλούν δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 1058/2017 απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εκκαλούν με την υπό κρίση από 22-6-2017 έφεση και ζητεί, επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Η έφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. Κ.Πολ.Δ.), και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. από την επίδοση της εκκαλουμένης στο εκκαλούν που έλαβε χώρα στις 29-5-2017, όπως προκύπτει από την υπ. αριθ. 10186Β/29-5-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … Πρέπει, λοιπόν, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή, χωρίς να απαιτείται η κατάθεση εκ μέρους του εκκαλούντος ν.π.δ.δ. του παραβόλου, που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012, αφού ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου απαλλάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998 κάθε δικαστικού τέλους σε κάθε δίκη του, όπως και το Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 κ.δ. από 26-6/10-7-1944 «Περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου» και την αναλογικά εφαρμοζόμενη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη του άρθρου 30 ν.δ. 22-4/16-5-1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», και, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ώστε να χωρήσει νέα συζήτηση της υπόθεσης και να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, στο Συμβούλιο της Επικρατείας ως και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σε εκτέλεση της ως άνω συνταγματικής διατάξεως, εκδόθηκε ο νόμος 1406/1983. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 2 περ. Γ του ως άνω νόμου, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, τέτοιες δε, θεωρούνται και οι διαφορές, οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά στις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή, εκείνες οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οιανδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Εξάλλου, για το χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως ως διοικητικής απαιτείται: α) ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη να είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, το οποίο να ασκεί δημόσια εξουσία, β) το αντικείμενο της συμβάσεως να έχει σχέση με την άσκηση δημοσίας υπηρεσίας ή να εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και γ) η κατάρτιση και η εκτέλεση της συμβάσεως, να διέπονται, εν μέρει τουλάχιστον, από κανόνες διοικητικού δικαίου, κατά τις διατάξεις του ν. 2256/1995, όπως ήδη αντικαταστάθηκε από το ν. 4412/2016 ή η σύμβαση να περιέχει όρους που να δημιουργούν υπέρ του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς. Τα ανωτέρω στοιχεία, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά, ήτοι κατ’ αρχήν πρέπει οπωσδήποτε το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να είναι είτε το εν στενή έννοια Δημόσιο, είτε ΝΠΔΔ και δεν αρκεί να είναι ΝΠΙΔ που ανήκει στο Δημόσιο ή δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ούτε έχει σημασία το ότι η σύμβαση διέπεται από τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων (ΑΠ 1649/2007 ΔΕΕ 2008.995). Επίσης, ακόμη και όταν η σύμβαση συνάπτεται από το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, θα πρέπει, επιπλέον, αφενός μεν να επιδιώκεται με αυτήν η ικανοποίηση σκοπού που εξυπηρετεί το δημόσιο όφελος και όχι απλώς τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του συμβαλλόμενου Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, αφετέρου δε, να δημιουργείται, υπέρ των τελευταίων και χάριν του επιδιωκόμενου ανωτέρω σκοπού, εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς αποκλίνον από το κοινό δίκαιο και μη προσιδιάζον στο συμβατικό δεσμό που συνάπτεται κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, είτε μέσω συμβατικών ρητρών, είτε δυνάμει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει εν γένει τη σύμβαση, με τη μορφή ιδίως της δυνατότητας μονομερούς επεμβάσεως στην εξέλιξη της συμβάσεως και της επιβολής κυρώσεων (ΑΕΔ 11/2013 ΕΔΔΔΔ 2013.645, ΑΕΔ 12/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΕΔ 3/2012 ΝοΒ 2013.213, ΑΕΔ 14/2007 ΔΔίκη 2007.1277, ΑΕΔ 6/2007 ΕλλΔνη 2008.98, ΑΕΔ 15/1992 ΕλλΔνη 1993.1456, ΟλΑΠ 8/2000 ΕλλΔνη 2000.67, ΑΠ 1523 και 1524/2013, AΠ 1671/2008 ΕλλΔνη 2011.419, ΑΠ 1405/2008, ΑΠ 1490/2008, ΑΠ 104/2006 ΕλλΔνη 2006.462, AΠ1012/2005 ΕλλΔνη 2005.1125, AΠ 380/2001 ΕλλΔνη 2002.161, ΣτΕ 72/2009 ΔΔίκη 2010.866). Συμβάσεις, που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 2001.381, ΟλΑΠ 8/2000 ΕλλΔνη 2000.67, ΑΠ 1225/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΕΔ 3/1999 ΕλλΔνη 1999.1692). Ειδικότερα, μάλιστα, για τη νόμιμη σύναψη διοικητικής σύμβασης, αναγκαίο στοιχείο αποτελεί ο έγγραφος τύπος αυτής. Στην περίπτωση, δηλαδή, σύναψης διοικητικής σύμβασης, απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκυρη κατάρτιση της σύμβασης, αλλά και για τη διαπίστωση του διοικητικού της χαρακτήρα, είναι η σύνταξη και η υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη του εγγράφου της σύμβασης. Και τούτο διότι, αν δεν έχει συνταχθεί και δεν έχει υπογράφει σύμβαση, δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν αυτή διέπεται από κανονιστικό καθεστώς ή εάν περιλαμβάνει εξαιρετικώς, ρήτρες, που παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και δημιουργούν υπέρ του αντισυμβαλλομένου Δημοσίου ή ΝΠΔΔ τη δυνατότητα να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση, έτσι ώστε να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση απέναντι στον προμηθευτή, δηλαδή σε θέση, μη προσιδιάζουσα στο, δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, προϋπόθεση από την οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εξαρτάται, κυρίως, ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως διοικητικής (ΑΠ 820/2012 ΕΦΑΔ 2013.69, ΑΠ 1462/2012 ΧΡΙΔ 2013.195, ΑΠ 1378/2011 ΝοΒ 2012.672, ΑΠ 408/2010 ΕΠΟΑΔ 2010.724, ΑΠ 1307/2010 ΕΦΑΔ 2011.451, ΑΠ 1682/2008 ΕλλΔνη 2011.1377, ΣτΕ 174/2014 ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 ν. 2286/1995, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ν.π.δ.δ., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ. 118/2007, που αντικατέστησε το π.δ. 394/1996, για δε τα ν.π.δ.δ. που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από το ν. 3580/2007. Γενικότερα ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 41 ν.δ. 496/1974 «περί Κώδικος Λογιστικού των ν.π.δ.δ.», ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό ν.π.δ.δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [και μεταγενέστερα κατά την 2054839/452/0026/3-9.7.1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ 447/Β/1992) 150.000 δραχμών ή 440,20 ευρώ, ήδη δε κατά την 2/42053/0094/02 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ 1033/Β/7-8-2002) 2.500 ευρώ] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της, μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση. Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 παρ. 1 του από 20-3-1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. Α.Π. 1372/2012 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 4622/2014 αδημοσίευτη), συνάγεται, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 84 ν.δ. 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» και ήδη με τις διατάξεις του άρθρου 80 του μεταγενέστερου ν. 2362/1995 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» (που αντικατέστησε το προηγούμενο ν.δ.), ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό ν.π.δ.δ. (ή αναλόγως του Δημοσίου) ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι’ αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 Α.Κ. άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (βλ. Ολ.ΑΠ 862/1984, Α.Π. 430/2015, Α.Π. 766/2014, Α.Π. 1160/2013, Α.Π. 1057/2011, Α.Π. 181/2004, Α.Π. 1626/1995 Τ.Ν.Π. Νόμος). Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης, η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις των αρθρ. 904 – 913 του για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος (ΑΠ 541/1978, 1646/1995, 250/2006, 322/2010, 1378/2011,1462/2012 ΝΟΜΟΣ).
III. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 904 παρ. 1, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α’ του ιδίου Κώδικα, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, «ο αντισυμβαλλόμενος» του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού για αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με κάποια άλλη διάταξη (βλ. ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1387/2011, ΤΝΠ Νόμος). Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ «η υποχρέωση για απόδοση, κατά το προηγούμενο άρθρο (908 Α.Κ.) αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά τον χρόνο της επίδοσης της αγωγής». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απόσβεση της υποχρέωσης προς απόδοση του πλουτισμού, ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε, πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες, άλλως, δεν θα προέβαινε. Έτσι, ο πλουτισμός, θεωρείται, ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (ΑΠ 682/2003, ΑΠ 922/2007 ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, παρέχει στον εναγόμενο ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος προς απόδοση της ωφέλειας (ΑΠ 404 /2016, ΑΠ 2167/201.3,432/2013 ΝΟΜΟΣ). Από το ίδιο ως άνω άρθρο 904 του ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει περαιτέρω, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να, είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο, αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής, θα εξεταστεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων πού θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης. Ως προς τους οφειλόμενους από το λήπτη τόκους, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις των άρθρων 910 και 346 Α.Κ., κατά τις οποίες οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής και όχι η διάταξη του άρθρου 911 εδαφ.2 Α.Κ., δεδομένου ότι η δοθείσα παροχή σε εκτέλεση άκυρης συμβάσεως δεν θεωρείται ότι δόθηκε για παράνομο ή ανήθικο σκοπό (ΟλΑΠ 23/2003 ΑΠ 120/2014, ΑΠ 438/2017 ΕφΑθ 729/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 852/2000 ΕλλΔνη 41.1654, Γνωμ.ΝΣΚ (Δ1 Τμήματος) 190/2011).
IV. Τέλος, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, που ορίζει ότι αν εκείνος που ζημιώθηκε, συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της, με σαφήνεια προκύπτει, ότι για την εφαρμογή της έχει σαν βασική προϋπόθεση την ύπαρξη ευθύνης προς αποζημίωση, αδιάφορα αν ο γενεσιουργός λόγος της είναι η ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική ή προσυμβατική ευθύνη, αντικειμενική ή υποκειμενική. Επομένως, στην περίπτωση ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, στον οποίο αναζητείται η ωφέλεια που αποκόμισε ο λήπτης, είτε θετικά (βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης), είτε αρνητικά (μη ελάττωση αυτής), είναι πρόδηλο ότι δεν έχουμε περίπτωση ευθύνης σε αποζημίωση, γιατί πράγματι ο αδικαιολογήτως πλουσιότερος δεν αποζημιώνει, αλλ’ αποδίδει την ωφέλεια που απέκτησε, ώστε εναντίον της απαίτησης αυτής δεν προβάλλεται η ένσταση του άρθρ. 300 ΑΚ. Επιπρόσθετος λόγος είναι, ότι η απαίτηση αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη παράνομης ή υπαίτιας πράξης, συνεπώς υπάρχει και σε περίπτωση υπαιτιότητας εκείνου που ζημιώθηκε, άρα και συνυπαιτιότητάς του (βλ. ΕφΚερκ 74/2017 Νόμος ΕφΘεσ 2473/2009, ΕφΑθ 44/2006, ΕφΠειρ 1104/1997, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 2481/1987, ΑρχΝ 39.402, ΕφΑθ 2075/1986, ΝΕλλΔνη 27.835).
Η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974, που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (βλ. Ολ.ΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή ν.π.δ.δ. είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε, από την επίδοση σχετικής αγωγής. Με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ. 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29-6-2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών, ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρα 1 – 3 π.δ. 166/2003). Έτσι κατά το άρθρ. 4 παρ. 2 του ως άνω π.δ., που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, στην περίπτωση ειδικότερα που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία των 30 ημερών αυξάνεται σε 60 ημέρες. Με το ίδιο άρθρο 4 του π.δ. 166/2003 ορίζεται περαιτέρω ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση (παρ. 3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης, υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κυρία πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες (παρ. 4). Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για τις οφειλές νοσηλευτικού ιδρύματος, το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση που του παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, το νοσηλευτικό ίδρυμα, καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών που έγινε μετά την πάροδο της προθεσμίας ενσωμάτωσης της οδηγίας 2000/35 στην ελληνική έννομη τάξη (8-8-2002) και όχι από την επίδοση αγωγής, το οφειλόμενο δε ποσοστό τόκου ορίζεται στο ίδιο προεδρικό διάταγμα (βλ. Ολ.ΑΠ 10/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος, Α.Π. 430/2015, Α.Π. 766/2014 ό.π.). Ωστόσο, τόκοι κατά τη βάση της αγωγής ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζητούνται νόμιμα από την επίδοση της αγωγής, καθώς, το π.δ. 166/2003, εφαρμόζεται μόνο όταν υπάρχει έγκυρη σύμβαση και όχι όταν η αξίωση του δανειστή του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οπότε στην τελευταία περίπτωση, το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας και ο χρόνος έναρξης της τελευταίας καθορίζονται αποκλειστικά από τη διάταξη του αρ. 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 (τόκος υπερημερίας 6% ετησίως με έναρξη τοκοφορίας από την επίδοση της αγωγής).
Στην προκειμένη περίπτωση, το ενάγον και ήδη εφεσίβλητο, με την από 31-7-2014 με αριθμό κατάθεσης 93129/2577/2014 αγωγή προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που διαχειρίζεται εν γένει τα στερεά απόβλητα του νομού Αττικής, και ότι διαθέτει μονάδα αποτέφρωσης ιατρικών αποβλήτων. Ότι από το έτος 2006, κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων ετήσιας διάρκειας, ανέλαβε έναντι του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος ν.π.δ.δ. …, τη μεταφορά και αποτέφρωση των ιατρικών αποβλήτων, αντί αμοιβής 2€ για κάθε κιλό ιατρικών αποβλήτων. Ότι μετά τη λήξη της διάρκειας των συμβάσεων αυτών την 8-10-2008 και κατόπιν προφορικών παρατάσεων, το ενάγον, συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες αποτέφρωσης στο εναγόμενο, το οποίο συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες διαχείρισης των μολυσματικών αποβλήτων που του προσέφερε ο …, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το ενάγον δυνάμει της υπ. αριθ. οικ. … απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση της διάταξης του αρ. 211 του ν. 3852/2010 (Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης) και συγκεκριμένα, ότι τον Ιούλιο του 2009 έως και το Μάρτιο του 2011, μετέφερε και επεξεργάστηκε 144.221 κιλά ιατρικών αποβλήτων του εναγομένου, για τα οποία εκδόθηκαν εικοσιένα τιμολόγια (χρεώσεις μηνός), τα στοιχεία των οποίων, ήτοι αριθμός, ημερομηνία εκδόσεως, ημερομηνίες παραλαβής με επιμέρους ποσότητες και αξίες, αριθμός ζύγισης, συνολική ποσότητα και συνολική αξία, εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή, συνολικής αξίας 288.442€. Ότι, ενώ το ενάγον εκτέλεσε προσηκόντως όλα τα ανωτέρω, για τα οποία εξέδωσε τα πιο πάνω σχετικά, εν τούτοις, το τελευταίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται να καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα αυτών, μέχρι την άσκηση της αγωγής. Με τα περιστατικά αυτά, το εφεσίβλητο-ενάγον, ζήτησε να υποχρεωθεί το αντίδικό της ν.π.δ.δ. νοσοκομείο, να του καταβάλει με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το ποσό των 288.442 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη, ήτοι από την παρέλευση 15 ημερών από την έκδοση και αποστολή έκαστου παραστατικού πληρωμής, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, άλλως από την παρέλευση 60 ημερών από την παραλαβή τους, άλλως από την έκδοση εκάστου παραστατικού σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του π.δ. 166/2003, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, κυρίως μεν κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης [άλλως επικουρικώς αν οι συμβάσεις των διαδίκων θεωρηθούν άκυρες, ζήτησε να του επιδικασθεί το ίδιο ποσό κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού κατά το ποσό αυτό, που το αντίδικο νοσοκομείο θα κατέβαλε για την υπηρεσία μεταφοράς και αποτέφρωσης των νοσοκομειακών του αποβλήτων, ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του]. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, εισάγει σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη με αριθμό I νομική σκέψη της παρούσας, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ενόψει του ότι η ένδικη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, αναφέρονται σε άκυρες συμβάσεις έργου, για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος έγγραφος τύπος και του ότι οι εν λόγω συμβάσεις ρυθμίζονται, σε περίπτωση εγκυρότητάς τους, από το ιδιωτικό δίκαιο, αφού, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, δεν περιλάμβαναν όρους, οι οποίοι επέτρεπαν στο εναγόμενο ν.π.δ.δ. μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διέπονταν από εξαιρετικό υπέρ του τελευταίου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς. Περαιτέρω, η αγωγή, κατά την κύρια βάση, της οποίας επιχειρείται η θεμελίωση στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, με σαφή αναφορά στο δικόγραφο ότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος της παράτασης της σύμβασης, όμως η εκπλήρωση εκ μέρους του ενάγοντος ν.π.δ.δ των υπηρεσιών ήρε την ακυρότητα, είναι μη νόμιμη, λόγω της ακυρότητας των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων, εξαιτίας της μη τήρησης του συστατικού έγγραφου τύπου για τη σύναψή τους, το δε γεγονός της εκπλήρωσης των συμβάσεων, δεν οδηγεί σε ίαση της ακυρότητας, που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφου τύπου, διότι όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, η ακυρότητα αίρεται μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση. Οι προβαλλόμενοι δε με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμοί του εναγομένου-εκκαλούντος υπό στοιχεία III, IV και V, περί νόμω αβασίμου της αγωγής ως προς την κύρια βάση της εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης, λόγω α) μη προηγηθέντος διαγωνισμού, β) ακυρότητας λόγω ανυπαρξίας εγγράφου συστατικού τύπου σύμβασης προμήθειας και γ) λόγω μη τήρησης των εκ του νόμου ειδικότερων απαιτουμένων διαδικασιών (άρθρα 174 ΑΚ, ν. 2286/1995 , π.δ. 394/1996, 118/2007, ν. 3580/2007), προβάλλονται αλυσιτελώς, δεδομένου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει απορρίψει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη όσον αφορά την κύρια βάση, την θεμελιούμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη, μη ασκούντων επιρροή των ως άνω ισχυρισμών, που αναφέρονται στο μη νόμιμο της κύριας βάσης της αγωγής για τους λόγους αυτούς. Εξάλλου, η κρινόμενη αγωγή, όπως το περιεχόμενό της εξετέθη ήδη ανωτέρω, είναι ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα από το νόμο αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού που σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, διότι, στην περίπτωση αυτή, κατά την εκδίκαση της επικουρικής αυτής βάσης δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης και περαιτέρω στοιχεία, εκ των ήδη αναφερομένων στην αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη με αριθμό II και III νομικές σκέψεις της παρούσης. Κατ’ ακολουθίαν, τα όσα αντίθετα διατείνεται το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της έφεσης περί απαραδέκτου λόγω αοριστίας της επικουρικής βάσης της αγωγής (ευθύνη από αδικαιολόγητο πλουτισμό), λόγω μη αναφοράς των εκ του νόμου απαιτουμένων στοιχείων, τυγχάνουν αβάσιμα. Τέλος δε, ο ισχυρισμός που προβάλλεται από το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης, περί συνυπαιτιότητας του εναγομένου διότι εξ οικείου πταίσματος συνετέλεσε στην ακυρότητα της σύμβασης (300 ΑΚ), καθόσον, γνώριζε εκ της σωρείας των συμβάσεων που έχει υπογράψει με το Δημόσιο, ότι η σύμβαση έπρεπε να περιβληθεί συγκεκριμένου τύπου και τυγχάνει άκυρη ως εξωσυμβατική και το πταίσμα αυτό έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την κρίση του Δικαστηρίου περί ύπαρξης ή μη αξίωσης εξ αδικαιολόγητου πλουτισμού, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον κατά τα προαναφερθέντα δεν προβάλλεται κατά των διατάξεων του 904ΑΚ.
Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: το ενάγον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία … αποτελεί καθολικό διάδοχο του …, και Φορέα … του Νομού Αττικής, έχοντας κατασκευάσει και λειτουργώντας έργα διάθεσης και επεξεργασίας αποβλήτων στην Ελλάδα. Η Μονάδα Αποτέφρωσης Ιατρικών Αποβλήτων βρίσκεται στα … Αττικής, είναι η μοναδική εγκατάσταση αποτέφρωσης ιατρικών αποβλήτων, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση ιατρικών αποβλήτων στην Αττική και εκτός αυτής, ελλείψει άλλων μονάδων. Με την υπ. αριθ. 207/2004 απόφαση της Εκτελεστικής του Επιτροπής, ορίστηκε η τιμή μονάδας αποτέφρωσης ιατρικών αποβλήτων στο ποσό των 1,70€ ανά κιλό, ενώ η τιμή μεταφοράς και αποτέφρωσης ορίστηκε στο ποσό των 2,00€ ανά κιλό. Το ενάγον, καταρτίζει με τις υγειονομικές μονάδες συμβάσεις μεταφοράς και αποτέφρωσης των ιατρικών αποβλήτων σύμφωνα με τις οποίες ο … αναλαμβάνει την παραλαβή των ιατρικών αποβλήτων από την εγκατάσταση της Υγειονομικής Μονάδας εισπράττοντας 0,30€ ανά κιλό για τη μεταφορά. Ο …, κατά την εκτέλεση της σύμβασης, αναλαμβάνει την αποκομιδή από τις εγκαταστάσεις των Υγειονομικών Μονάδων, στις περιπτώσεις δε που οι Υγειονομικές Μονάδες έχουν ζυγιστήρια, λαμβάνει χώρα ζύγιση και κατά την έξοδο από την Υγειονομική Μονάδα. Επίσης, οι εισερχόμενες ποσότητες των ιατρικών αποβλήτων ζυγίζονται και κατά την είσοδό τους στον αποτεφρωτήρα, στα ζυγιστήρια του … Εν συνεχεία, βάσει των ζυγολογίων, ήτοι των εντύπων όπου αποτυπώνονται οι ζυγίσεις, εκδίδεται σε τακτά χρονικά διαστήματα (ως επί το πλείστον μηνιαία) η καρτέλα πελάτη, στην οποία αναγράφονται η ημερομηνία παραλαβής των ιατρικών αποβλήτων, οι ποσότητες που παραδόθηκαν ανά ημερομηνία, η χρέωση ανά ημερομηνία και το σύνολο της χρέωσης. Τέλος, μετά την έκδοση της καρτέλας, συντάσσεται από τις Υπηρεσίες του ενάγοντος Επιστολή-Όχληση, με συνημμένη την καρτέλα πελάτη, με την οποία ζητείται η εξόφληση της εκάστοτε οφειλής. Η εν λόγω επιστολή, με την καρτέλα πελάτη, η οποία αποτελεί το δικαιολογητικό για την πληρωμή τους αντί τιμολογίου (η λεγόμενη κίνηση χρέωση μηνός), αποστέλλεται αυθημερόν στον υπόχρεο. Το ενάγον, από την 1-2-2007 συνήψε σύμβαση, με την οποία ανέθεσε τις υπηρεσίες λειτουργίας του Αποτεφρωτήρα στην Κοινοπραξία με την επωνυμία .. και με αυτή, η κοινοπραξία, ανέλαβε μεταξύ άλλων και την υποχρέωση της μεταφοράς των ιατρικών αποβλήτων. Από τη σύναψη αυτής της σύμβασης και μεταγενέστερα, το ενάγον έχει πάψει να μεταφέρει ιατρικά απόβλητα με δικά του μέσα, αλλά αντ’ αυτού ενεργεί η κοινοπραξία ως εντολοδόχος του. Δυνάμει της υπ. αριθ. πρωτ. 20025/19-10-2006 σύμβασης, συμφωνήθηκε η μεταφορά και αποτέφρωση των ιατρικών αποβλήτων του εναγομένου νοσοκομείου για ένα έτος, αρχής γενομένης από 5-8-2006. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω σύμβασης «Ο … σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας, αναλαμβάνει ο ίδιος ή διά του Νομίμου Αναδόχου στον οποίο θα αναθέσει τη Μίσθωση Υπηρεσιών για τη λειτουργία του αποτεφρωτήρα Νοσοκομειακών απορριμμάτων, διατηρώντας όμως ακέραιες τις υποχρεώσεις του έναντι της Β’ Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής, προς την οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνος, ως προκύπτον από την παρούσα σύμβαση, την υποχρέωση μεταφοράς και αποτέφρωσης των μολυσματικών αποβλήτων, που παράγουν οι ΦΠΥΥΚΑ που υπάγονται στην Β’ Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής». Η τιμή μεταφοράς και αποτέφρωσης των ιατρικών αποβλήτων, ορίστηκε στο ποσό των 2,00€ το κιλό σύμφωνα με το άρθρο 4 της προαναφερθείσας σύμβασης, ο δε … θα αποστέλλει εντός 15 ημερών από το τέλος κάθε μήνα, διπλότυπο είσπραξης και ο αντισυμβαλλόμενος, θα καταβάλλει το τίμημα εντός μηνός από την παραλαβή του. Μετά τη λήξη της ως άνω σύμβασης, υπογράφηκε η με αριθ. πρωτ. 11431/17-10-2007 σύμβαση διάρκειας από 6-10-2007 έως 8-10-2008. Μετά τη λήξη της εν λόγω σύμβασης, το ενάγον, συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες αποτέφρωσης στο εναγόμενο νοσοκομείο, κατόπιν προφορικών και μόνο παρατάσεων, που συνεχίστηκαν μέχρι και τον Μάρτιο του 2011. Το εναγόμενο νοσοκομείο, συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες διαχείρισης των μολυσματικών αποβλήτων που προσέφερε το ενάγον, εκτελώντας τις εργασίες αποτέφρωσης, αλλά παρά τις διαρκείς οχλήσεις του ενάγοντος, το εναγόμενο δεν εξόφλησε τις οφειλές του. Ειδικότερα, κατόπιν πιστοποίησης της παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών από τριμελή επιτροπή του νοσοκομείου, και προς εξόφληση των 5657/5-2-2010, 5816/12-3-2010, 5977/7-4-2010, 6147/9-5-2010, 6316/7-6-2010, 6482/7-7-2010, 6645/3-8-2010, 6811/10-9-2010, 6987/6-10-2010, 7157/10-11-2010, 7323/6-12-2010 και 7557/11-1-2011 τιμολογίων της … εκδόθηκε ελεγχόμενο 1041 οικονομικού έτους 2011, Χ.Ε. του … , ποσού 156.456€. Η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αρνήθηκε, με την υπ. αριθ. 22/3-5-2011 πράξη της να θεωρήσει το εν λόγω Χ.Ε., με την αιτιολογία ότι η εντελλόμενη δαπάνη αφορά σε αποδοχή προσφερθεισών υπηρεσιών χωρίς να έχει ακολουθηθεί η απαιτούμενη τυπική διαδικασία. Στη συνέχεια, το …, επανυπέβαλε για θεώρηση το ως άνω Χ.Ε. με το υπ αριθ. 15691/11-7-2011 έγγραφο του Διευθυντή της Διοικητικής Υπηρεσίας αυτού, υποστηρίζοντας ότι η διαχείριση των μολυσματικών νοσοκομειακών αποβλήτων είχε ανατεθεί από τη Διοίκηση της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής στο ενάγον, δυνάμει της υπ. αριθ. 21/2006 σύμβασης, μετά δε τη λήξη της σύμβασης αυτής και των παρατάσεών της, το Νοσοκομείο, συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες που του προσέφερε το ως άνω ενάγον, καθόσον δεν είχε καμία εξουσιοδότηση για διενέργεια νέου διαγωνισμού, η δε διακοπή της αποκομιδής των μολυσματικών αποβλήτων θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας. Η Επίτροπος, έκρινε, ότι δεν εξέλιπαν οι λόγοι νομιμότητας για τους οποίους αρνήθηκε την θεώρηση του εντάλματος, αποστέλλοντάς το προς το αρμόδιο κλιμάκιο. Με την υπ. αριθ. 103/2012 πράξη του VI Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κρίθηκε ότι το χρηματικό ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί. Περαιτέρω, το ενάγον, άσκησε αίτηση ανάκλησης προς το αρμόδιο VI Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία απορρίφθηκε με την υπ. αριθ. 125/2012 απόφασή του. Έκτοτε, το εναγόμενο νοσοκομείο αν και συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του …, σταμάτησε να καταβάλει τα οφειλόμενα εκ του λόγου αυτού ποσά. Από τον Ιούλιο του 2009 έως και τον Μάρτιο του 2011, το ενάγον μετέφερε και επεξεργάστηκε 144.221,00 κιλά ιατρικών αποβλήτων του εναγομένου νοσοκομείου, για τα οποία εκδόθηκαν 21 τιμολόγια συνολικής αξίας διακοσίων ογδόντα οχτώ χιλιάδες τετρακόσια σαράντα δύο ευρώ (288.442,00€). Ειδικότερα εκδόθηκαν τα κάτωθι τιμολόγια: … Τα ως άνω 21 τιμολόγια, παραμένουν μέχρι σήμερα ανεξόφλητα, το δε εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο από τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του ενάγοντος σε βάρος της περιουσίας αυτού με αύξηση της περιουσίας του, η οποία και διατηρείται ως προς το προαναφερθέν ποσό, καθόσον ο ως άνω αποτεφρωτήρας είναι ο μοναδικός που λειτουργεί στην Ελλάδας και η τιμή αποτέφρωσης συγκεκριμένη, συνεπώς, ο τελικός αποδέκτης θα ήταν σε κάθε περίπτωση το ενάγον και στην περίπτωση που οι ως άνω εργασίες είχαν ανατεθεί σε τρίτο. Περαιτέρω, το εναγόμενο νοσοκομείο, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο πλουτισμός δεν είναι πραγματικός και δεν σώζεται κατά το χρόνο άσκησης της εναντίον του αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι ο άνω πλουτισμός σώζεται, αφού το επίδικο ποσό, το εξοικονόμησε το εναγόμενο, καθόσον εδέχθη τις υπηρεσίες του ενάγοντος όπως δεν αμφισβητεί, τις οποίες σε διαφορετική περίπτωση, θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες.
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ν.π.δ.δ. να καταβάλει στο ενάγον και ήδη εφεσίβλητο ν.π.δ.δ., το ποσό των διακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα δύο ευρώ (288.442,00€), με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 Κ.Πολ.Δ.).