Με πρόσφατη απόφασή του, στις 10.12.2020 (αρ. προσφυγής 44101/13) το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η αστική ευθύνη αμετακλήτως αθωωθέντος στα ποινικά δικαστήρια δεν παραβιάζει το τεκμήριο αθωώτητάς του.
Η υπόθεση αφορούσε την εικαζόμενη παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του προσφεύγοντος λόγω απόφασης αστικού δικαστηρίου που διαπίστωσε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επιρροή αλκοόλ, μετά την αθώωσή του από τα ποινικά δικαστήρια για το ίδιο αδίκημα.
Ο προσφεύγων, ενώ οδήγησε το αυτοκίνητό του υπό την επήρεια αλκοόλ, όπως απεδείχθη, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο συνεπιβάτης του. Στη συνέχεια, αθωώθηκε στα ποινικά δικαστήρια.
Ο συνεπιβάτης άσκησε αγωγή στα αστικά δικαστήρια κατά του οδηγού και της ασφαλιστικής του εταιρείας, ζητώντας αποζημίωση. Η ασφαλιστική εταιρεία άσκησε με τη σειρά της παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του οδηγού.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας εξέδωσε την υπ’ αρ. 2331/2008 απόφαση με την οποία αποφάσισε την καταβολή αποζημίωσης στον αιτούντα από τον οδηγό και την ασφαλιστική εταιρεία και απέρριψε την αγωγή της τελευταίας.
Κατόπιν εφέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την υπ’ αρ. 4800/2010 απόφαση με την οποία έκρινε ότι τα αστικά δικαστήρια δεν δεσμεύονται από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων και ότι η συμπεριφορά του οδηγού, ήτοι οδήγηση υπό επήρεια αλκοόλ, απαλλάσσει την ασφαλιστική εταιρεία από την ευθύνη.
Ο οδηγός άσκησε έφεση στον Άρειο Πάγο ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι οι αποφάσεις των αστικών δικαστηρίων παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωώτητάς του, μετά την αθώωσή του από τα ποινικά δικαστήρια για τα ίδια γεγονότα.
Με την υπ’ αρ. 215/2013 απόφασή του, το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την έφεση και έκρινε ότι το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ δεν επιτάσσει να δεσμεύονται τα αστικά δικαστήρια από το δεδικασμένο των ποινικών δικαστηρίων.
Υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, το Εφετείο Αθηνών δεν έκανε καμία ερμηνεία σχετικά με τους λόγους της αθωώσεώς και χωρίς να εκφράσει τις απόψεις του, άμεσα ή έμμεσα, σχετικά με την ποινική ευθύνη του αιτούντος. Επομένως, δεν είχε θέσει υπό αμφισβήτηση το τεκμήριο της αθωότητας του αιτούντος, όπως προστατεύεται από το άρθρο 6 § 2 της Σύμβασης.
Το ΕΔΔΑ επεσήμανε καταρχάς ότι δεν συμμερίζεται την άποψη του προσφεύγοντος ότι η ίδια η απόφαση αθωώσεως πρέπει να τον απαλλάξει αυτόματα από οποιαδήποτε αστική ευθύνη. Αντιθέτως, έχει επανειλημμένα κρίνει ότι, ενώ η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη πρέπει να γίνεται σεβαστή στις διαδικασίες αστικής αποζημίωσης, δεν θα πρέπει να αποκλείει τον καθορισμό αστικής ευθύνης για την καταβολή αποζημίωσης που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα βάσει μιας λιγότερο αυστηρής επιβάρυνσης απόδειξης.
Σημείωσε, μάλιστα ότι, εν προκειμένω, όχι μόνο η αστική διαδικασία κινήθηκε αργότερα, αλλά διεξήχθη επίσης ενώπιον διαφορετικού δικαστηρίου με διαφορετική σύνθεση δικαστών. Επομένως, δεν ήταν ούτε προγενέστερη της ποινικής διαδικασίας ούτε απλώς συνέχεια της ποινικής διαδικασίας.
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, σύμφωνα με τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου, το αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας δεν ήταν αποφασιστικό για την αστική υπόθεση. Η ασφαλιστική εταιρεία είχε το δικαίωμα να βασίζεται στη ρήτρα εξαίρεσης, ανεξάρτητα από το εάν ο εναγόμενος καταδικάστηκε ή, όπως εδώ, αθωώθηκε, και το ζήτημα της αποζημίωσης έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής νομικής αξιολόγησης βάσει κριτηρίων και αποδεικτικών προτύπων που διέφεραν από όσα ισχύουν για την ποινική ευθύνη.
Επιπλέον, τα αστικά δικαστήρια καθόρισαν το ζήτημα βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που παρουσιάστηκαν ενώπιον τους. Σε αντίθεση με το ποινικό δικονομικό δίκαιο, τα αστικά δικαστήρια πρέπει να βασίζονται στα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλουν οι διάδικοι. Ενώ ορισμένα από αυτά τα στοιχεία ήταν επίσης τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν ενώπιον των ποινικών δικαιοδοσιών, όπως οι μετρήσεις του αλκοόλ, τα αστικά δικαστήρια ήταν υποχρεωμένα να εξετάσουν και να επανεκτιμήσουν τα στοιχεία. Επιπλέον, τα στοιχεία αυτά συνοδεύονταν από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το σύνολο των οποίων τέθηκε υπόψη των δικαστηρίων και βάσει αυτού του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων εξεδόθησαν οι αποφάσεις.
Το Εφετείο προέβη σε χωριστή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών προκειμένου να προσδιορίσει εάν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία ενός αδικήματος, αλλά αξιολόγησε επίσης τα πρόσθετα στοιχεία για τη διαπίστωση της αστικής ευθύνης. Δεν προσπάθησε δηλαδή πρώτα να αποδείξει ότι υπάρχει ποινική ευθύνη για να αποφασίσει μετά επί του θέματος της αποζημίωσης.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται έχει κρίσιμη σημασία για την εκτίμηση της συμβατότητας της απόφασης και της συλλογιστικής της με το άρθρο 6 § 2. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, σημειώνει ότι το Εφετείο Αθηνών χρησιμοποίησε την έκφραση «οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ», όπως προβλέπεται στο άρθρο 42 του κώδικα κυκλοφορίας. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αυτό από μόνο του δεν παρουσιάζει πρόβλημα, καθώς η έκφραση δεν προορίζεται για τη σφαίρα του ποινικού δικαίου, αλλά χρησιμοποιείται εξίσου και στο αστικό δίκαιο των αδικοπραξιών, καθώς ορισμένα στοιχεία ποινικής διάταξης θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής όσο και της αστικής ευθύνης.
Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι ο ίδιος ο προσφεύγων δεν προέβαλε ισχυρισμούς όσον αφορά τη διατύπωση της αιτιολογίας στην απόφαση του Εφετείου ή στην απόφαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου που επιβεβαίωσε την απόφαση του Εφετείου.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν διέκρινε στο σκεπτικό του Εφετείου κανένα στοιχείο στην περιγραφή του για τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία έκρινε ότι ο προσφεύγων ευθύνεται να καταβάλει αποζημίωση ή κατά την εκτίμησή του για τα πραγματικά περιστατικά που θεωρείται ότι ισοδυναμεί με διαπίστωση ποινικής ενοχής εκ μέρους του αιτούντος. Ο συλλογισμός του Εφετείου δεν περιείχε καμία δήλωση που να υποδηλώνει, είτε ρητώς είτε επί της ουσίας, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ο αιτών ποινικά υπεύθυνος σε σχέση με τις κατηγορίες για τις οποίες είχε αθωωθεί.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διατύπωση της συλλογιστικής σε αστική απόφαση μετά τη διακοπή της ποινικής διαδικασίας. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το πλαίσιο της αστικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, θεώρησε ότι η διαπίστωση της αστικής ευθύνης δεν παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας. Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6 § 2 της Σύμβασης.
Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης εδώ.