Με την απόφαση του ΕΔΔΑ της 8ης.4.2021 στην υπόθεση Vavřička κ.α. κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, κρίθηκε ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός είναι αποδεκτός και αναγκαίος σε μία δημοκρατικη κοινωνία, ενώ σχετική εθνική ρύθμιση  δεν αντιτίθεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί σεβασμού της ζωής.

Αναφέρεται δε στην απόφαση ότι «Η πολιτική εμβολιασμού θέτει τους νόμιμους στόχους της προστασίας της υγείας καθώς και των δικαιωμάτων του άλλου, προστατεύοντας τόσο εκείνους που εμβολιάζονται, όσο και εκείνους που δεν μπορούν να εμβολιασθούν για ιατρικούς λόγους … Αυτοί οι τελευταίοι δέχονται τις ωφέλειες της συλλογικής ανοσίας για να προστατευθούν από τις προκείμενες σοβαρές λοιμώδεις νόσους».

Κατά το δικαστήριο, «Το ύψιστο συμφέρον των παιδιών πρέπει να υπερισχύει σε όλες τις αποφάσεις που τα αφορά» και εάν «η άρνηση πρόσβασης των παιδιών των εναγόντων στο νηπιαγωγείο σημαίνει γι΄αυτά την απώλεια μίας κρίσιμης ευκαιρίας για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, πρόκειται για μάλλον προληπτικο παρά τιμωρητικό μέτρο, τα αποτελέσματα του οποίου είναι περιορισμένα στον χρόνο».

Δείτε εδώ το κείμενο στην αγγλική γλώσσα.

Παράλληλα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την 2387/2020 απόφαση του Δ’ Τμήματος 7μ., έκρινε μεταξύ άλλων, τα εξής: Η μέριμνα για την δημόσια υγεία αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους, στο πλαίσιο της οποίας η Πολιτεία οφείλει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της διάδοσης και την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών, οι οποίες συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Στα μέτρα αυτά εντάσσεται και ο εμβολιασμός νηπίων και παιδιών, ο οποίος διενεργείται με σκοπό την προστασία της υγείας, συλλογικώς και ατομικώς, από τις ασθένειες καθώς και την βαθμιαία εξάλειψή τους. Το μέτρο του εμβολιασμού, καθ’ εαυτό, συνιστά σοβαρή μεν παρέμβαση στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και δη στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα αυτού, πλην όμως συνταγματικώς ανεκτή, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ότι προβλέπεται από ειδική νομοθεσία, υιοθετούσα πλήρως τα έγκυρα και τεκμηριωμένα επιστημονικά, ιατρικά και επιδημιολογικά πορίσματα στον αντίστοιχο τομέα και β) ότι παρέχεται δυνατότητα εξαίρεσης από τον εμβολιασμό σε ειδικές ατομικές περιπτώσεις, για τις οποίες αυτός αντενδείκνυται. Η ως άνω παρέμβαση, εφόσον κρίνεται, σύμφωνα με τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα, αναγκαία και πρόσφορη για την προστασία της υγείας τόσο των ίδιων των εμβολιαζομένων όσο και τρίτων (λ.χ. βρεφών που δεν έχουν ακόμη εμβολιασθεί, ατόμων που δεν επιτρέπεται για ιατρικούς λόγους να εμβολιασθούν) δεν είναι δυσανάλογη για την επίτευξη του προμνημονευθέντος συνταγματικού δημοσίου σκοπού. Εξάλλου, η θέσπιση του επίμαχου μέτρου δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι σε εμβολιασμό υπόκεινται όλα ανεξαιρέτως τα νήπια και παιδιά, πλην εκείνων που τελούν ατομικώς σε ειδικές διαφορετικές συνθήκες, δεν επιτρέπεται δηλαδή για λόγους υγείας να εμβολιαστούν. Αντιθέτως, θα αντέκειτο στην αρχή της ισότητας η αξίωση προσώπου να μην εμβολιαστεί, επικαλούμενο ότι δεν διατρέχει ατομικό κίνδυνο, εφόσον διαβιώνει σε ασφαλές περιβάλλον οφειλόμενο στο γεγονός ότι τα άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός του έχουν εμβολιαστεί. Άλλωστε, η εμφάνιση σε στατιστικώς πολύ μικρό αριθμό περιπτώσεων σοβαρών παρενεργειών ορισμένων εμβολίων δεν καθιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτη τη νομοθετική πρόβλεψη του εμβολιασμού νηπίων και παιδιών και είναι πάντως ανεκτή χάριν του δημοσίου συμφέροντος, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις ερείδονται επί εγκύρων και τεκμηριωμένων επιστημονικών δεδομένων κατά τα προεκτεθέντα. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, ενδεχομένως και κατά τις περιστάσεις, δύναται να συντρέχει περίπτωση αποζημίωσης των παθόντων από τις παρενέργειες αυτές για ζημία προκληθείσα όχι από παράνομη αλλά από νόμιμη ενέργεια του Δημοσίου.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ: