Α. Εισαγωγικά
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας συνεδρίασε στις 3.6.2022 για να κρίνει αν το νέο δικονομικόσύστημα που καθιέρωσε ο Ν 4782/2021 είναι συμβατό με το Σύνταγμα και το δικαίωμα παροχής εννόμουπροστασίας εν γένει, και με τις δικονομικές οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ. Το βασικό, ωστόσο, διακύβευμασυνίσταται στο κατά πόσον μπορεί να συμβαδίσει η ποιότητα με την ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης.Κατά πόσον δηλαδή ένα δικονομικό σύστημα που στοχεύει στην συντομότερη έκδοση τελικής (οριστικής καιενδεχομένως αμετάκλητης) απόφασης βαίνει σε βάρος της ποιότητας της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας,αλλά και σε βάρος της προσωρινής δικαστικής προστασίας.
Ως προς το πρώτο σκέλος, η ορθή απονομή της δικαιοσύνης είναι αλληλένδετη με την ταχύτητα. Όπως έχειεπισημάνει επανειλημμένως το ΕΔΔΑ η παραβίαση του δικαιώματος σε δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματοςσυνεπάγεται μια συνεχιζόμενη κατάσταση και ότι η παράταση της επίμαχης διαδικασίας είναι πιθανό ναπροκαλέσει στον προσφεύγοντα παρατεταμένη αβεβαιότητα, διακυβεύοντας με τον τρόπο αυτό τηναποτελεσματικότητά της και την αξιοπιστία της. Όπως έχει ειπωθεί «Η χρονοβόρα απονομή της δικαιοσύνης,συνιστά αρνητική δικαιοσύνη». Άλλωστε, το δικαίωμα της εξέτασης της υπόθεσης εντός ευλόγου προθεσμίαςκατοχυρώνεται και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Δικαιοσύνη το τελευταίο χρονικό διάστημα βάλλεται διαρκώς καθώς το ζήτημα των καθυστερήσεων στηναπονομή της βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο. Εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατατάσσουν τη Χώρα μαςστους ουραγούς στον τομέα αυτό, κατά τη διάρκεια της επιτήρησης η βελτίωση του συστήματος απονομής τηςδικαιοσύνης αποτέλεσε έναν από τους βασικούς στόχους, ενώ δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που η Χώρα μαςέχει καταδικαστεί από το ΕΔΔΑ για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγω καθυστερήσεων στηναπονομή της δικαιοσύνης και στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων.
Αντίστοιχες καθυστερήσεις παρατηρούνται και στον τομέα της ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων, γεγονός που έχει επισημανθεί και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σειρά εκθέσεών της (βλ. ενδεικτικώς την 4ηέκθεση ενισχυμένης εποπτείας στα τέλη του 2019). Βεβαίως, οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται αποκλειστικά στοσύστημα παροχής εννόμου προστασίας, το οποίο είναι αληθές ότι ιδίως υπό το καθεστώς του Ν 3886/2010λειτούργησε υποδειγματικά, συμβάλλοντας στην ταχεία επίλυση των διαφορών. Παραμένει, ωστόσο, ένασημαντικό πρόβλημα και η βελτίωση του τρόπου παροχής έννομης προστασίας αποτελεί έναν παράγοντα που θασυμβάλει στην αντιμετώπισή του.
Είναι αληθές ότι δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς ποιο είναι το εύλογο χρονικό διάστημα για να θεωρηθείότι η δικαιοσύνη απονεμήθηκε ορθώς. Κάθε κατηγορία διαφορών έχει τις ιδιαιτερότητές της, κάθε υπόθεσηομοίως τις ιδιαιτερότητές τους. Και βεβαίως σημαντικό ρόλο επιτελούν οι υλικοτεχνικές υποδομές και ιδίως τοανθρώπινο δυναμικό. Γιατί είναι εύκολο να ασκείται κριτική ότι η Ελλάδα κατέχει την τρίτη θέση στην ΕυρωπαϊκήΈνωση σε αναλογία δικαστών και δικηγόρων σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού, ωστόσο θα πρέπει ναληφθούν υπ’ όψιν και άλλοι παράγοντες, όπως μεταξύ άλλων ο όγκος των υποθέσεων που φθάνουν σταΔικαστήρια και καλούνται οι λειτουργοί της δικαιοσύνης να διεκπεραιώσουν. Όσα δε «φίλτρα» και οικονομικάαντικίνητρα θεσπισθούν, το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο είναι και πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτο σεένα Κράτος Δικαίου.
Επανερχόμενοι στον εύλογο χρόνο, ο νομοθέτης δεν αυτοσχεδίασε, δεν έκανε εικασίες για να τον προσδιορίσει,αλλά στηρίχθηκε στην εμπειρία του παρελθόντος, στην 25ετή λειτουργία ενός συστήματος που λειτούργησε με ικανοποιητικό τρόπο. Το νέο μοντέλο στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η Επιτροπή Αναστολών δεν λειτούργησε ωςΔικαστήριο προσωρινής δικαστικής προστασίας, αλλά η πιθανολόγηση στην οποία προέβαινε κάθε φοράδιαμόρφωνε νομολογιακούς κανόνες. Η Επιτροπή Αναστολών ήταν αυτή που σε σύντομο χρονικό διάστημαεπέλυε τις διαφορές με κατ’ ουσίαν οριστική κρίση, θεσπίζοντας κανόνες δικαίου με τις αποφάσεις της. Αν ήθελεκανείς να αναζητήσει νομολογία στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων σπανίως προσέφευγε σε κρίσειςΤμημάτων, οι οποίες άλλωστε ήταν λίγες, αλλά αναζητούσε αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών. Υπό τοσκεπτικό αυτό ο νομοθέτης προέβη στην απλή σκέψη: Αφού η Επιτροπή Αναστολών «κλείνει» στην ουσία μιαδιαφορά, για ποιον λόγο να μην την «κλείνει» και τύποις;
Και τίθεται εδώ το ερώτημα: Αν η Επιτροπή Αναστολών αντικατασταθεί από το σχηματισμό του Τμήματος, ποιοείναι το περιεχόμενο της προσωρινής δικαστικής προστασίας. Για να βρεθεί η απάντηση στο ερώτημα αυτόπρέπει να αναλογιστούμε ποιο είναι το περιεχόμενο και ο λόγος θέσπισης και κατοχύρωσης της προσωρινήςδικαστικής προστασίας. Είναι προφανές ότι η προσωρινή δικαστική προστασία προβλέπεται προκειμένου νααποφευχθεί ο άμεσος κίνδυνος από μία παράνομη πράξη, που αφενός μεν ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στοναιτούντα, ενώ παράλληλα μπορεί να καταστήσει αλυσιτελή την οριστική δικαστική προστασία. Όπως θααναπτύξουμε παρακάτω, το νέο δικονομικό σύστημα, παρέχει όλα τα εχέγγυα στον αιτούντα προκειμένου να μηνυποστεί βλάβη από την παράνομη πράξη, ισορροπώντας παράλληλα μεταξύ των συμφερόντων όλων τωνεμπλεκομένων.
Εντέλει, η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να αποτελέσει μια απάντηση σεόσους προσπαθούν να απαξιώσουν το θεσμό της Δικαιοσύνης, κατηγορώντας τους λειτουργούς της γιακαθυστερήσεις και παραγνωρίζοντας τα εγγενή προβλήματα που το Κράτος δεν έχει επιλύσει επί δεκαετίες, όπωςτα κενά σε προσωπικό και υλικοτεχνικές δομές. Κατά την άποψη του γράφοντος η επίλυση των διαφορών πουαφορούν τις δημόσιες συμβάσεις σε εύλογο χρονικό διάστημα αποτελεί ένα «στοίχημα» για τη Δικαιοσύνη που πρέπει να κερδηθεί.
Β. Η ιδιαιτερότητα των δημοσίων συμβάσεων που επιβάλει την θέσπιση ειδικού δικονομικού καθεστώτος
1. Ως προς το ζήτημα αν δικαιολογείται η θέσπιση ειδικού δικονομικού καθεστώτος για τις διαφορές από δημόσιεςσυμβάσεις, η άποψη του γράφοντος είναι ότι δικαιολογείται. Ο ίδιος ο ενωσιακός νομοθέτης έχει θεσπίσει ειδικήΟδηγία για το αντικείμενο αυτό, τη λεγόμενη δικονομική οδηγία, η οποία υπερβαίνοντας σε έναν βαθμό την αρχήτης δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών επιτάσσει την εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικότητας καιτην ταχεία επίλυση των σχετικών διαφορών.
Αναζητώντας την πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρατηρεί κανείς ότι στην πρώτη(ενδεχομένως) διάταξη στην οποία γίνεται επίκληση των δικονομικών οδηγιών, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οιοδηγίες αυτές «επιβάλλουν την υποχρέωση προβλέψεως, σε εθνικό επίπεδο, της δυνατότητας ασκήσεωςαποτελεσματικής και όσο το δυνατό λιγότερο χρονοβόρας προσφυγής κατά των αποφάσεων που παραβαίνουν τοκοινοτικό δίκαιο στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων ή τους εθνικούς κανόνες πουμεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη το δίκαιο αυτό».
Αλλά και σε εθνικό επίπεδο, το εξαιρετικό δικονομικό σύστημα επίλυσης διαφορών από δημόσιες ή διοικητικέςσυμβάσεις έχει στην χώρα μας ιστορικές καταβολές. Από το 1932 κιόλας (βλ. άρθρο 6 του Ν 5367/1932, άρθρο 1του Ν 6096/1934 και άρθρο 2 του ΑΝ 1966/1939 για την επίλυση διαφορών από εκτέλεση διοικητικώνσυμβάσεων) διατυπώθηκε η αδιατάρακτη και αμετάβλητη μέχρι σήμερα νομοθετική βούληση για υπαγωγή τωνουσιαστικών και διοικητικών διαφορών που προκύπτουν από διοικητικές συμβάσεις στην εξαιρετική αρμοδιότηταδικαστηρίων, τα οποία αφενός θα ήταν της υψηλότερης δυνατής βαθμίδας από τα δικαστήρια της ουσίας, ώστε ναπροσδώσουν το ανάλογο κύρος σε διαφορές που εξ αρχής κρίθηκαν ιδιαιτέρως σημαντικές, και αφετέρου θαδίκαζαν την διαφορά από ουσιαστικής απόψεως σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, ώστε να προσδώσουν τηναναμενόμενη ταχύτητα στην οριστική επίλυση της διαφοράς. Η αμετάβλητη δηλαδή αυτή νομοθετική επιλογήστηρίζεται, όπως προκύπτει, στην επίτευξη δύο βασικών στόχων: (α) αναγνωρίζεται η σοβαρότητα της διαφοράςκαι θεσπίζεται αρμοδιότητα υψηλόβαθμου δικαστηρίου, (β) λαμβάνεται πρόνοια για ταχεία και άμεση επίλυση τηςδιαφοράς με ουσιαστική κρίση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
Το ειδικό δικονομικό καθεστώς δικαιολογείται αφού οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν βασική πτυχή τωνδημόσιων επενδύσεων: τονώνουν την οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη και αποτελούν σημαντικό στοιχείο γιατην ενίσχυση της ενιαίας αγοράς. Αναντίρρητα, έχουν μεγάλη σημασία – αντιπροσωπεύοντας περίπου το 19% τουΑΕΠ της ΕΕ. Δικαιολογείται επίσης και από το γεγονός ότι οι δημόσιες συμβάσεις εξυπηρετούν εκ προοιμίουσκοπούς δημοσίου συμφέροντος, αφού η προσφυγή σε αυτές αποτελεί τον συνήθη και πολλές φορές τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιτελέσουν τους λειτουργικούς σκοπούς τους.
Δικαιολογείται και από το γεγονός ότι απευθύνεται σε μια ιδιαίτερη κατηγορία προσώπων, τους αναδόχουςδημοσίων συμβάσεων, οι οποίοι ήδη κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κριθεί ότιδιαφοροποιούνται από τους λοιπούς διοικούμενους – αιτούντες προστασία. Ενδεικτικά αναφέρουμε την – κατάπαρέκκλιση από την γενικώς ισχύουσα υποχρέωση ενημέρωσης του διοικούμενου περί άσκησης ενδικοφανούςπροσφυγής – πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με την οποία δεν υφίσταται στιςπεριπτώσεις των διαφορών που ανακύπτουν κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων υποχρέωση ενημέρωσηςτου θιγόμενου για την προηγούμενη άσκηση προδικαστικής προσφυγής.
Ως εκ τούτου η κατ’ εξαίρεση προτίμηση των συγκεκριμένων διαφορών δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας,καθόσον αφενός αφορά σε υποθέσεις με εξαιρετικά χαρακτηριστικά που τις διακρίνουν από όλες τις υπόλοιπες,και αφετέρου έχει θεσπισθεί και υπακούει σε γενικής εφαρμογής και αντικειμενικά κριτήρια.
2. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που ο νομοθέτης θέσπισε ειδικό δικονομικό καθεστώς ταχείας επίλυσηςειδικής κατηγορίας διαφορών. Πρόσφατα, με την 36/2020 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγουκρίθηκαν ομόφωνα συνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν 4745/2020 σχετικά με τις υποθέσειςυπερχρεωμένων νοικοκυριών.
Η διάταξη αυτή, που προφανώς σκοπεί όχι σε επίτευξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος αλλά στην εξυπηρέτησητων τραπεζικών ιδρυμάτων, περιέχει αντίστοιχες ρυθμίσεις με τον Ν 4782/2021 περί σύντομου προσδιορισμού,απαραδέκτου διαδικαστικών πράξεων αν δεν ασκηθούν εντός σύντομων προθεσμιών, προθεσμιών έκδοσηςαπόφασης κ.λπ.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή είναι αυτονόητο, ότι η απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρονικόδιάστημα είναι επιβεβλημένη, αφού εντάσσεται στο πλαίσιο της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας καιαποτελεί τόσο με βάση το άρθρο 20 του Συντάγματος, όσο και με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 ΕΣΔΑ βασικόστοιχείο και γνώρισμα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.
Εφόσον δικαιολογούνται αποκλίσεις σε υποθέσεις που εκ προοιμίου τα εμπλεκόμενα μέρη δεν βρίσκονται στηνίδια θέση, ήτοι από τη μία τράπεζα και από την άλλη ο υπερχρεωμένος πολίτης, πώς μπορεί να ισχυριστεί κανείςότι δεν μπορούν να ισχύσουν σε διαφορές που απευθύνονται αποκλειστικά σε επαγγελματίες, οι οποίοι άλλωστεέχουν αποκτήσει κουλτούρα συνοπτικής επίλυσης των διαφορών, με σύντομες προθεσμίες, οι οποίες ωςπροαναφέρθη συνέχονται άμεσα με το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.
Συνοψίζοντας, επί της αρχής, ένα σύστημα εννόμου προστασίας όπως αυτό του άρθρου 372 του Ν 4412/16 δενείναι αντίθετο με το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 20 του Συντάγματος, αλλάαντιθέτως συνεισφέρει στην αποτελεσματική προστασία.
Γ. Η εφαρμογή της δικονομικής οδηγίας στο πλαίσιο της οριστικής επίλυσης
Η ιδιαιτερότητα της έννομης προστασίας στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων έχει τονιστεί και από τοΔικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), με τις κρίσεις του
στην υπόθεση Επιτροπής κατά Ελλάδας, που κρίθηκε ότι το καθεστώς προσωρινής δικαστικής προστασίας τουΠΔ 18/89 δεν είναι συμβατό με τη δικονομική Οδηγία. Αντίστοιχη απόφαση έχει εκδοθεί και σε βάρος της Ισπανίας.
Ωστόσο, η δικονομική οδηγία σκοπεί στην ταχεία επίλυση των διαφορών όχι μόνο σε επίπεδο προσωρινήςδικαστικής προστασίας, αλλά και οριστικής. Η δικονομική οδηγία στην σκέψη 2 του Προοιμίου της αναφέρεται σεταχέα ένδικα μέσα, όχι μόνο σε ταχέα ασφαλιστικά μέτρα, απαιτεί δηλαδή ταχεία οριστική επίλυση της διαφοράς.
Σύμφωνα με το ΔΕΕ οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 9, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ επιβάλλουν στα κράτημέλη ειδική υποχρέωση, περιλαμβάνουσα συγκεκριμένες εγγυήσεις, για την περίπτωση που οι κατά βάσηαρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τις προσφυγές δεν έχουν δικαστικό χαρακτήρα. Όπως έχειεπανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, στα κράτη μέλη εναπόκειται, όταν καθορίζουν τους δικονομικούς κανόνεςπου διέπουν τα ένδικα βοηθήματα, να λαμβάνουν μέριμνα ώστε να μη θίγεται ούτε η αποτελεσματικότητα τηςοδηγίας 89/665 ούτε τα δικαιώματα που απονέμονται στους ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης.
Άρα, ένασύστημα δικαστικής προστασίας που θίγει την αποτελεσματικότητα της δικονομικής οδηγίας δεν είναι νόμιμο.
Η ενσωμάτωση, λοιπόν, της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ με τους Ν 2522/1997 και 3886/2010 ήταν, κατά την άποψη τουγράφοντος, εν μέρει αποτελεσματική αλλά όχι πλήρης, αφού δεν υπήρχε καμία ειδική πρόβλεψη για την οριστικήέννομη προστασία. Υπό το σκεπτικό αυτό, όπως δικαιολογείται η απόκλιση σε επίπεδο προσωρινής, έτσιδικαιολογείται και η απόκλιση σε επίπεδο οριστικής προστασίας, η οποία για πρώτη φορά θεσπίστηκε με τον Ν 4782/2021.
Δ. Η συνένωση των ενδίκων βοηθημάτων αναστολής και ακύρωσης
Βάσει των όσων προαναπτύχθηκαν δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι οι δημόσιες συμβάσειςδεν αποτελούν τομέα που χρήζει ειδικής δικονομικής μεταχείρισης και μάλιστα (και) σε επίπεδο οριστικήςδικαστικής προστασίας.
Το βασικό αντικείμενο διαφωνίας, όπως προκύπτει από τις παραπεμπτικές αποφάσεις, αφορά τη συνένωση τηςαίτησης αναστολής και της αίτησης ακύρωσης σε ένα ένδικο βοήθημα. Η διαφωνία πηγάζει από τις κρίσεις τουΔΕΚ στις αποφάσεις της 19.9.1996, στην υπόθεση C-236/95, Επιτροπή κατά Ελλάδας και της 15ης Μαΐου 2003,στην υπόθεση C-214/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας. Απομονώνοντας τη σκέψη 11 της πρώτης απόφασηςπράγματι διαφαίνεται να δημιουργείται ένα νομολογιακό προηγούμενο κατά το οποίο η αίτηση προσωρινήςδικαστικής προστασίας πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την αίτηση οριστικής δικαστικής προστασίας.
Ωστόσο, οι σκέψεις αυτές δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μία δογματική προσέγγιση του Δικαστηρίου, αλλάως ένας κανόνας που θέσπισε για να θωρακίσει την προσωρινή δικαστική προστασία. Ερχόμενο το Δικαστήριοαντιμέτωπο με συγκεκριμένα δικονομικά καθεστώτα που δεν διασφάλιζαν το έλασσον (προσωρινή) καθιστώνταςαλυσιτελές το μείζον (οριστική), διαμόρφωσε μια νομολογιακή αρχή για να υποχρεώσει τα Κράτη – μέλη νασυμμορφωθούν.
Πάνω από είκοσι πέντε (25) έτη μετά, η νομολογιακή αυτή προσέγγιση θα είχε πεδίο εφαρμογής αν ο εθνικόςνομοθέτης επεδίωκε να επανέλθει σε ένα «παλαιού τύπου» δικονομικό καθεστώς. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ισχύει,αλλ’ αντιθέτως ο εθνικός νομοθέτης προέβη στην θέσπιση ενός δικονομικού συστήματος που θωράκισε στοσύνολο την έννομη προστασία. Έτσι, ο νομολογιακός αυτός κανόνας, όχι απλά είναι παρωχημένος, αλλάανεφάρμοστος σε περίπτωση όπως η ένδικη που η οριστική δικαστική προστασία παρέχεται παράλληλα με τηνπροσωρινή, σε χρόνους που μέχρι σήμερα παρεχόταν μόνο η προσωρινή.
Είναι βεβαίως αληθές ότι το ΔΕΕ πρόσφατα, σε απόφαση που δημοσιεύθηκε μετά την εκδίκαση της υπόθεσηςστην Ολομέλεια, εξετάζοντας υπόθεση που αφορούσε προσφυγή στη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίςδημοσίευση προκήρυξης, τόνισε ότι διακυβεύεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 89/665, αφ’ ηςστιγμής η μόνη δυνατότητα προσφυγής είναι η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει επί της κυρίαςυποθέσεως, καθώς δεν είναι στην πραγματικότητα ικανή να αντισταθμίσει την αδυναμία προσβολής της πράξηςανάθεσης πριν από τη σύναψη της σχετικής σύμβασης, με αποτέλεσμα ο εκ των υστέρων έλεγχος να ισοδυναμείμε αποκλεισμό της δυνατότητας άσκησης ενδίκου βοηθήματος σε ένα στάδιο κατά το οποίο οι παραβάσεις μπορούν ακόμη να διορθωθούν, και έτσι δεν διασφαλίζεται η πλήρης δικαστική προστασία του προσφεύγοντος πριν από τη σύναψη της σύμβασης.
Ωστόσο, το δικονομικό σύστημα της Αυστρίας, που αφορά η εν λόγω απόφαση, προβλέπει αυτόματο ανασταλτικόαποτέλεσμα μόνο στις περιπτώσεις άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων
και όχι στην περίπτωση άσκησηςπροσφυγής.
Αυτή ακριβώς είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δικονομικών καθεστώτων. Το κρίσιμο στοιχείογια να κριθεί αν το δικονομικό σύστημα που καθιέρωσε ο Ν. 4782/2021 αφήνει κενό στην προσωρινή δικαστικήπροστασία σε σημείο που να καθίσταται αδύνατος ή εξαιρετικά δυσχερής ο έλεγχος πριν από την ανάθεση τηςσύμβασης. Και όπως αναλύουμε παρακάτω, το νέο δικονομικό σύστημα παρέχει τέτοια προστασία που δύσκολαθα μπορούσε να εντοπίσει κανείς κενό στην έννομη προστασία.
Για να γίνει πιο αντιληπτή η μεταβολή των συνθηκών θα πρέπει να γίνει μία ιστορική αναδρομή στις συνθήκεςπου επικρατούσαν τότε και πώς διαμορφώθηκαν σε βάθος σχεδόν τριάντα (30) ετών από την παραπομπή τηςΧώρας μας στο Δικαστήριο.
1. Τι ίσχυε όταν εκδόθηκε η απόφαση του ΔΕΚ
Όταν παραπέμφθηκε η Ελλάδα με την αίτηση που υπεβλήθη από την Επιτροπή στις 6 Ιουλίου 1995, είχανπαρέλθει πάνω από 3,5 έτη από την προθεσμία ενσωμάτωσης που έθετε η δικονομική οδηγία (21.12.1991). Η Ελλάδα από την πλευρά της δεν είχε πράξει τίποτα. Παρά την προσπάθεια που επιχειρούσε το Συμβούλιο της Επικρατείας να εφαρμόσει τους κανόνες που έθεταν οι δικονομικές οδηγίες, το δικονομικό σύστημα πουεφαρμοζόταν ήταν το σύνηθες του ΠΔ 18/1989. Έτσι, κάθε ενδιαφερόμενος όφειλε να ασκήσει αίτηση ακύρωσηςπριν ασκήσει την αίτηση αναστολής.
Στις δικονομικές οδηγίες όπως ίσχυαν τότε δεν προβλεπόταν κάποια ανασταλτική προθεσμία. Αποτέλεσμα δε του«ασθενούς» δικονομικού καθεστώτος παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, σε συνδυασμό με τηνέλλειψη αυτόματης ανασταλτικής προθεσμίας ήταν η οριστική προστασία να καθίσταται αλυσιτελής, αφού οιαναθέτουσες αρχές έσπευδαν να συνάψουν σύμβαση. Όπως είχε επισημάνει το Δικαστήριο «ο κοινοτικόςνομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών δικαίων και επιδιώκοντας την κατά το δυνατό εξασφάλιση της νομικής ασφαλείας, έκρινε ότι προτιμότερη είναι κατά κύριο λόγο η άσκηση σχετικής προσφυγήςπριν από τη σύναψη συμβάσεως δημοσίων έργων ή δημοσίων προμηθειών».
Άρα, εφόσον δεν διασφαλίζοντανη εξέταση της προσφυγής (ή έστω της αίτησης αναστολής) πριν τη σύναψη της σύμβασης, οι σκοποί τηςδικονομικής οδηγίας παραβιάζονταν.
2. Η τροποποίηση του δικονομικού συστήματος σε συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου
Προκειμένου να εναρμονιστεί η Ελλάδα με την Οδηγία, θέσπισε αρχικά τον Ν 2522/1997 (Α΄ 178), εν συνεχείατον Ν 3886/2010 (Α΄ 173) και τέλος το Βιβλίο IV του Ν 4412/2016 (Α΄ 147). Κοινό χαρακτηριστικό όλων: Ταχαρακτηριστικά της προσφυγής κατά την έννοια της Οδηγίας τα φέρει μόνο η αίτηση προσωρινής δικαστικήςπροστασίας (ασφαλιστικών μέτρων και αναστολής), για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η προηγούμενηάσκηση αίτησης ακύρωσης.
Η αίτηση ακύρωσης παραμένει μία τυπική αίτηση ακύρωσης, με τις συνήθεις προθεσμίες και η οποία εκδικάζεταιστους συνήθεις χρόνους. Μάλιστα, προβλέφθηκε αναστολή προθεσμιών άσκησης της αίτησης ακύρωσης, ηοποία εντέλει μπορούσε να ασκηθεί ένα χρόνο μετά την έκδοση της διοικητικής πράξης, ανάλογα με το πότε θαεπιδίδονταν η απόφαση επί των ασφαλιστικών μέτρων ή επί της αναστολής.
Μία βασική πτυχή των προγενέστερων καθεστώτων ήταν η εφαρμογή της αρχής του επίκαιρου, αλλά και ηυποχρέωση άσκησης προδικαστικής προσφυγής [και ταύτισης των λόγων με το ένδικο βοήθημα], μόνο στηνπροσωρινή δικαστική προστασία. Αντιθέτως, στην οριστική προστασία, ο ενδιαφερόμενος, όταν προσέβαλε τηντελειωτική (κατακυρωτική) πράξη, μπορούσε να επαναφέρει όλους τους ισχυρισμούς που σχετίζονταν μεενδιάμεσες πράξεις.
Μετά την θέση εν ισχύ του Ν 4412/2016, η υποχρέωση άσκησης προδικαστικής προσφυγής, αλλά και η αρχή τουεπίκαιρου και ταύτισης των λόγων προσφυγής και ενδίκου βοηθήματος, εφαρμόζεται πλέον στην πράξη και στηνοριστική δικαστική προστασία, δεδομένου ότι η άσκηση προδικαστικής προσφυγής ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥαποτελεί πλέον προϋπόθεση και για την άσκηση αίτησης ακύρωσης (ΣτΕ 2782/2020), η ΕΑΔΗΣΥ εφαρμόζει τηναρχή του επικαίρου απαρεγκλίτως σε όλες τις αγόμενες ενώπιόν της διαφορές, ενώ δεν επιτρέπεται η διεύρυνσητου αντικειμένου της δίκης σε ζητήματα πέραν αυτών που κρίθηκαν από την ΕΑΔΗΣΥ (ΣτΕ ΕΑ 20/2020,314/2019, 178/2019).
3. Η επιτυχής εφαρμογή των προγενέστερων δικονομικών καθεστώτων
Υπό την ισχύ του Ν 2522/1997 και ιδίως του Ν 3886/2010, το δικονομικό σύστημα παροχής εννόμου προστασίαςστο στάδιο πριν τη σύναψη της δημόσιας σύμβασης λειτούργησε ικανοποιητικά, αν όχι υποδειγματικά, για τουςεξής λόγους:
1ον: Η Επιτροπή Αναστολών (ή ο Διοικητικός Δικαστής) εξέδιδαν αποφάσεις που στη συντριπτική τουςπλειοψηφία αντιμετώπιζαν τη διαφορά ωσάν να παρείχαν οριστική προστασία, εξετάζοντας τις νομικέςπλημμέλειες της πράξης της αναθέτουσας αρχής. Έτσι, αν και η κρίση λαμβανόταν σε επίπεδο πιθανολόγησης,σπάνια ανατρεπόταν, δημιουργώντας ένα τεκμήριο οριστικής κρίσης. Παράλληλα, τηρούνταν οι κανόνες τηςαντιμωλίας, ιδίως δε η εκατέρωθεν ακρόαση των διαδίκων. Επρόκειτο, λοιπόν, για μία απόφαση που στην ουσίατης συνένωνε την προσωρινή με την οριστική δικαστική προστασία.
2ον: Το γεγονός ότι η κρίση αυτή είχε τα χαρακτηριστικά της οριστικής, παρείχε την ευχέρεια στις αναθέτουσεςαρχές να συμμορφωθούν προς την κρίση της Επιτροπής Αναστολών, με ασφάλεια ως προς την τελική έκβασητης διαφοράς. Μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, ιδίως σε διαγωνισμούς μεγάλης οικονομικής αξίας, οι αναθέτουσεςαρχές, υπό τον φόβο ανατροπής και γέννησης αποζημιωτικών αξιώσεων, ανέμεναν την τελική απόφαση επί τηςαίτησης ακύρωσης.
3ον: Η στιβαρότητα της κρίσης της Επιτροπής Αναστολών απέτρεπε τους ενδιαφερόμενους να ασκήσουν αίτησηακύρωσης. Έτσι, στις περισσότερες των περιπτώσεις η προσωρινή δικαστική προστασία συνενωνόταν εν τοιςπράγμασιν με την οριστική, αφού η διαφορά «έκλεινε» στην Επιτροπή Αναστολών.
4ον: Επιστέγασμα της «οριστικότητας» των κρίσεων της Επιτροπής Αναστολών αποτελεί η διαμόρφωση τηςνομολογίας περί δημοσίων συμβάσεων στηριζόμενη σε αποφάσεις της. Η Επιτροπή Αναστολών διαμόρφωσενομολογιακούς κανόνες και «παρήγαγε δίκαιο» στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
4. Τι μεσολάβησε από την απόφαση του ΔΕΚ
Ο «εμπροσθοβαρής» χαρακτήρας των προγενέστερων δικονομικών καθεστώτων, στα οποία η προσωρινήδικαστική προστασία κατέστη κυρίαρχος, διαμορφώθηκε υπό τη σκιά μίας καταδίκης από το Δικαστήριο, το οποίομας προσήψε αδυναμίες στην παροχή της. Ωστόσο, έκτοτε, επήλθαν σημαντικές μεταβολές οι οποίες δεν θαμπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστο τον νομοθέτη.
α. Η Οδηγία 2007/66/ΕΚ και η αυτόματη ανασταλτική προθεσμία
Η πρώτη σημαντική μεταβολή επήλθε με την τροποποίηση των δικονομικών οδηγιών με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ.Στις πιο βασικές μεταβολές συγκαταλέγεται η θέσπιση της αυτόματης ανασταλτικής προθεσμίας σύναψης τηςσύμβασης. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 2 παρ. 3 της δικονομικής οδηγίας προβλέφθηκε ότι τα κράτη μέληεξασφαλίζουν ότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να συνάψει τη σύμβαση πριν αποφασίσει το όργανο προσφυγήςτην εφαρμογή προσωρινών μέτρων ή επί της προσφυγής. Η αυτόματη ανασταλτική προθεσμία προβλέφθηκε στοάρθρο 5 παρ. 2 εδ. α’ του Ν 3886/2010 και συνδέθηκε με την έκδοση απόφασης επί των ασφαλιστικών μέτρων.Μόνο κατ’ εξαίρεσιν, με προσωρινή διαταγή, ο Δικαστής μπορούσε να επιτρέψει τη σύναψη της σύμβασης.Αντίστοιχες προβλέψεις είχε και το άρθρο 372 του Ν 4412/2016, πριν την τροποποίησή του.
Ο σκοπός θέσπισης της ανασταλτικής προθεσμίας αποτυπώνεται στη σκέψη 4 του προοιμίου της Οδηγίας2007/66/ΕΚ, όπου αναφέρεται ότι: «Στις αδυναμίες που εντοπίστηκαν περιλαμβάνεται συγκεκριμένα η απουσίαπροθεσμίας που θα καθιστά δυνατή την αποτελεσματική προσφυγή μεταξύ της απόφασης για ανάθεσησύμβασης και της σύναψης της σχετικής σύμβασης. Αυτό μερικές φορές έχει ως αποτέλεσμα οι αναθέτουσεςαρχές και οι αναθέτοντες φορείς, που επιθυμούν να καταστήσουν αμετάκλητες τις συνέπειες τηςαμφισβητούμενης απόφασης για ανάθεση, να επισπεύδουν την υπογραφή της σύμβασης. Για να αντιμετωπιστεί ηαδυναμία αυτή, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για την αποτελεσματική έννομη προστασία των ενδιαφερομένωνπροσφερόντων, ήτοι εκείνων που δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ελάχιστηανασταλτική προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η σύναψη της σχετικής σύμβασης, ασχέτωςτου αν η σύναψη γίνεται τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης ή όχι.».
Έτσι, ο βασικός κίνδυνος που διέτρεχε ένας οικονομικός φορέας πριν, να καταστεί άνευ αντικειμένου η έννομηπροστασία του, απεφεύχθη δια της νομοθετικής πρόβλεψης της αναστολής. Το δεδομένο αυτό δεν υπήρχε όταντο Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό, δια της απόφασής του, θωράκισε την προσωρινήδικαστική προστασία, προκειμένου πρωτίστως να μην καταστεί αλυσιτελής η οριστική.
β. Η καθιέρωση της αρχής του επίκαιρου
Με την τροποποίηση των δικονομικών οδηγιών προβλέφθηκαν και ελάχιστες προθεσμίες για την άσκηση τωνπροσφυγών [και όχι μόνο των ασφαλιστικών μέτρων], κατά περίπτωση και ανάλογα με το μέσο επικοινωνίας δέκα ή δεκαπέντε ημερών. Η πρόβλεψη των προθεσμιώναυτών οδήγησε στην θέσπιση μίας ειδικής αρχής που διέπει τις δημόσιες συμβάσεις, αυτής του επίκαιρου.
Η αρχή του επίκαιρου, που έχει ήδη παγιωθεί στις υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας, κατά το ΔΕΕεφαρμόζεται και στην οριστική έννομη προστασία. Κατά το ΔΕΕ η πλήρης επίτευξη των σκοπών που επιδιώκειη οδηγία 89/665 θα διακυβευόταν αν οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες μπορούσαν νομίμως να επικαλεστούν, σεοποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας του διαγωνισμού, παραβάσεις των κανόνων περί συνάψεως δημοσίωνσυμβάσεων, υποχρεώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αναθέτουσα αρχή να επαναλάβει ολόκληρη τη διαδικασίαπρος θεραπεία των παραβάσεων αυτών.
Έτσι, εν αντιθέσει με το γενικώς ισχύον στη σύνθετη διοικητική ενέργεια, όπου είναι δυνατόν να προσβληθεί μεαίτηση ακύρωσης είτε κάθε μία από τις αποσπαστές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, εφόσον δεν έχει ακόμηεκδοθεί η τελική, είτε η τελική πράξη με την οποία τελειούται η ενέργεια, στην οποία ενσωματώνονται όλες οιπροηγούμενες, αλλά και στον παρεμπίπτοντα έλεγχο των κανονιστικών πράξεων, που μπορεί να διενεργηθεί επ’ευκαιρία προσβολής της ατομικής πράξης, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ο κανόνας αυτός δεν ισχύει,αφού κατά την πάγια νομολογία αφενός μεν αποκλείεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της κανονιστικής πράξης τηςπροκήρυξης, στο πλαίσιο εξέτασης προσφυγής κατά της ατομικής διοικητικής πράξης εκδοθείσαςμεταγενεστέρως
και αφετέρου κάθε ατομική πράξη πρέπει να προσβάλλεται αυτοτελώς, κατά το χρόνο έκδοσήςτης, και δεν είναι δυνατόν σε μεταγενέστερο στάδιο να προβληθούν ισχυρισμοί που αφορούν προγενέστεροστάδιο.
Η αρχή του επίκαιρου, σε συνδυασμό με την ευρεία έννοια που έχει προσδώσει το ΔΕΕ στην απόφαση τηςαναθέτουσας αρχής που είναι δεκτική προσφυγής (απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Marina del Mediterráneoκ.λπ.), οδηγούν αναπόφευκτα στην υιοθέτηση ενός ειδικού δικονομικού συστήματος – κατά παρέκκλιση από κάθεάλλο – το οποίο θα αποσκοπεί στη συντομότερη δυνατή οριστική επίλυση των διαφορών. Σε διαφορετικήπερίπτωση όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός της δικονομικής οδηγίας περί ταχείας επίλυσης διαφορών, αλλάοδηγούμαστε στο ακριβώς αντίθετο, στη διαιώνιση διαφορών και μάλιστα σε όλα τα στάδια μίας διαγωνιστικής διαδικασίας, με διαρκή κίνδυνο η αναθέτουσα αρχή να υποχρεώνεται να επαναλάβει τη διαδικασία.
γ. Η νομολογιακή μεταβολή ως προς το έννομο συμφέρον του μη οριστικώς αποκλεισθέντος
Με την τροποποίηση των δικονομικών οδηγιών με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ εισήχθη η έννοια του οριστικούαποκλεισμού στο άρθρο 2α της Οδηγίας. Σταδιακά άρχισε να διαμορφώνεται μία νομολογιακή αρχή, που πλέοναποτελεί πάγια νομολογία, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος που δεν έχει αποκλειστεί οριστικά έχει έννομοσυμφέρον να προσβάλλει τη συμμετοχή των ανταγωνιστών του.
Αν και η αιτιολογική έκθεση του νόμου δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς τις συνθήκες που οδήγησαν στηντροποποίηση του νομοθετικού καθεστώτος, η ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην περίοδο από το 2018 έως το2021, όπως αποτυπώθηκε σε ομιλίες, άρθρα κ.λπ., αφορμή για την τροποποίηση του άρθρου 372 του Ν4412/2016 αποτέλεσε η μεταβολή της νομολογίας του ΔΕΕ ως προς το έννομο συμφέρον του μη οριστικώςαποκλεισθέντος. Η ανάγκη επίσπευσης της οριστικοποίησης των σταδίων, προκειμένου ο αποκλεισθείς να μηνλειτουργεί ως σαμποτέρ, οδήγησαν τον νομοθέτη να παρέμβει, προκειμένου να μην προκαλούνται μεγάλεςκαθυστερήσεις στις δημόσιες συμβάσεις.
Άλλωστε, η προγενέστερη νομολογία κατά την οποία ο αποκλεισθείς δεν είχε έννομο συμφέρον να προβάλειισχυρισμούς κατά των ανταγωνιστών του, ει μη μόνο σε περίπτωση παραβίασης του ίσου μέτρου κρίσης,καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη λήψης ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να μην προχωρήσει η διαγωνιστικήδιαδικασία και να μπορέσει – σε μεταγενέστερο στάδιο – να προσβάλλει τις προσφορές των ανταγωνιστών του.Πλέον, υπό το φως της νέας νομολογίας ο κίνδυνος αυτός δεν υφίσταται, αφού ο μη οριστικώς αποκλεισθείςμπορεί να αποκλείσει τον ανταγωνιστή του, επιδιώκοντας παράλληλα να επανέλθει στο διαγωνισμό ή να τονματαιώσει.
δ. Η θέσπιση μίας ανεξάρτητης αρχής για την εξέταση των προδικαστικών προσφυγών
Τέλος, μία βασική μεταβολή που επήλθε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου είναι η πρόβλεψη μίας ανεξάρτητηςαρχής που εξετάζει τις προδικαστικές προσφυγές. Όπως σχεδόν κάθε καινοτομία, έτσι και η συγκεκριμένηνομοθετική πρωτοβουλία, έχει τα αρνητικά και τα θετικά της. Στα θετικά δεν μπορεί να μην περιληφθεί ηθωράκιση της έννομης προστασίας των ενδιαφερομένων, αφού οι προσφυγές δεν εξετάζονται από το ίδιο το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη (αναθέτουσα αρχή), αλλά από ένα ανεξάρτητο από αυτήν όργανο (ΑΕΠΠ καιήδη ΕΑΔΗΣΥ). Έτσι, ο κίνδυνος αυθαιρεσίας της αναθέτουσας αρχής μειώνεται κατά πολύ με την καθιέρωση τουνέου συστήματος παροχής εννόμου προστασίας.
Ένα ακόμη θετικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η υπόθεση, όταν και αν φθάσει στα Δικαστήρια, είναι πλέονεκκαθαρισμένη τόσο ως προς το πραγματικό, αλλά και ως προς το νομικό, υπό την έννοια ότι υφίσταται ήδη μιαπρώτη νομική εκτίμηση από ένα ανεξάρτητο όργανο.
Στον αντίποδα, ένα πολυτελές σύστημα παροχής εννόμου προστασίας προϋποθέτει την ενίσχυσή του με τουςκατάλληλους πόρους, ώστε να είναι σε θέση να ανταπεξέλθει. Όπως προκύπτει από την ιστοσελίδα της Αρχής, το2021 εξέδωσε περίπου 2.000 αποφάσεις, το 2020 περίπου 1.800 αποφάσεις και το 2019 περίπου 1.500. Η διαρκώς αυξανόμενη ροή προδικαστικών προσφυγών απαιτεί στελέχωση, τόσο με μέλη, όσο και με επιστημονικόκαι διοικητικό προσωπικό, ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν στον όγκο των υποθέσεων, εκδίδονταςπαράλληλα αποφάσεις που να παρέχουν ασφάλεια στους εμπλεκόμενους. Το τελευταίο χρονικό διάστημαδυστυχώς η Αρχή διαρκώς αποδυναμώνεται, μεταφέροντας εκ των πραγμάτων τον όγκο στα Δικαστήρια ήανακυκλώνοντας διαρκώς υποθέσεις, οδηγώντας σε περαιτέρω καθυστερήσεις στη σύναψη των δημοσίωνσυμβάσεων (λχ σιωπηρές απορρίψεις).
Αλλά και υπό φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας της Αρχής, είναι αναπόφευκτη η καθυστέρηση αφού απαιτείταιένα εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο έχει προσδιοριστεί στις 60 ημέρες, εντός των οποίων η Αρχή οφείλει ναασκήσει την αρμοδιότητά της. Αντιθέτως, στο προγενέστερο καθεστώς, η αναθέτουσα αρχή, γνωρίζοντας τιςλεπτομέρειες της διαγωνιστικής διαδικασίας, είχε προθεσμία μόλις 15 ημερών για την έκδοση απόφασης επί τωνπροδικαστικών προσφυγών, με την παρέλευση της οποίας εκκινούσε η προθεσμία άσκησης αίτησηςασφαλιστικών μέτρων.
5. Γιατί το προγενέστερο καθεστώς δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις της Οδηγίας
Όπως έχει επισημάνει ο Γενικός Εισαγγελέας Manuel Campos Sanchez – Bordona, οι διατάξεις της δικονομικήςοδηγίας 89/665/ΕΟΚ για τις δημόσιες συμβάσεις και οι μηχανισμοί προσφυγής που προβλέπονται από αυτήν«δεν αποσκοπούν μόνο στην προστασία των δικαιωμάτων των προσφερόντων, αλλά και στη βελτίωση τουσυστήματος δημοσίων συμβάσεων στο σύνολό του, η οικονομική σημασία του οποίου για την εσωτερική αγορά πρέπει να τονίζεται».
Με τους μηχανισμούς προσφυγής της δικονομικής οδηγίας επιδιώκεται, επομένως, όχιμόνο η αποτροπή της βλάβης του εκάστοτε προσφεύγοντος, ούτε η προστασία απλώς και μόνο ιδιωτικώνσυμφερόντων, αλλά επιδιώκεται παράλληλα και η βελτίωση του συστήματος σύναψης δημοσίων συμβάσεων, ηοποία επιτυγχάνεται προεχόντως δια της άμεσης διεκπεραίωσης των υποθέσεων (απόφαση της 14ηςΦεβρουαρίου 2019, στην υπόθεση C-54/18, Cooperativa, σκ. 27) προκειμένου να εξελιχθεί η διαγωνιστικήδιαδικασία.
Υπό την έννοια αυτή, ένα δικονομικό σύστημα που δεν συμβάλλει στη βελτίωση του συστήματος δημοσίωνσυμβάσεων δεν είναι ικανό να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της Οδηγίας.
Ωστόσο, υπό τις παρούσες συνθήκες, το προγενέστερο δικονομικό καθεστώς δεν μπορούσε να καλύψειικανοποιητικά τις ανάγκες των εμπλεκόμενων για τους κάτωθι λόγους:
Πρώτον: Με την θέσπιση της ΕΑΔΗΣΥ, ενός ανεξάρτητου οργάνου που δεν έχει την πρωτοβουλία προώθησηςτης διαγωνιστικής διαδικασίας, δημιουργείται η ανάγκη – σε περίπτωση έκδοσης παράνομης απόφασης –ανατροπής της και δη ακύρωσή της.
Συγκεκριμένα, το νέο δικονομικό καθεστώς προστατεύει όλους τους εμπλεκόμενους, συμπεριλαμβανομένων τωναναθετουσών αρχών, από μη νόμιμεςαποφάσεις της ΕΑΔΗΣΥ. Και ναι μεν η δικονομική οδηγία δεν περιλαμβάνειτις αναθέτουσες αρχές στον κύκλο των προσώπων που έχουν δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής, ωστόσο ηλήψη άμεσων μέτρων για την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων των οργάνων εξέτασης προσφυγήςσυμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ.
Όπως στην περίπτωση των προσφευγόντων, έτσι και στην περίπτωση των αναθετουσών αρχών, αποτελεσματικήδικαστική προστασία επιτυγχάνεται με την έκδοση οριστικής απόφασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ηπερίπτωση ακύρωσης από την ΕΑΔΗΣΥ της διακήρυξης ενός διαγωνισμού. Στις περιπτώσεις αυτές κατά κανόναέχει ενδιαφέρον (και έννομο συμφέρον) να ζητήσει τη συνέχιση της διαγωνιστικής διαδικασίας η αναθέτουσααρχή, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται να ασκηθεί ένδικο βοήθημα και από οικονομικό φορέα που συμμετείχε ήεπιθυμούσε να συμμετάσχει στο διαγωνισμό.
Όπως κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας
η απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο προσωρινήςδικαστικής προστασίας δεν μπορεί να καταλήγει στη διενέργεια του διαγωνισμού, πολλώ δε μάλλον στην ανάθεσητης σύμβασης, αφού με τον τρόπο αυτό θα εξομοιωνόταν η προσωρινή με την οριστική προστασία, αλλάμπορούν να διαταχθούν συγκεκριμένα ασφαλιστικά μέτρα (κατάθεση προσφορών και όχι αποσφράγιση). Στιςπεριπτώσεις αυτές η διαγωνιστική διαδικασία θα παραμείνει αδρανής, μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασηςη οποία, υπό το κοινό δικονομικό καθεστώς δεν διασφαλίζεται ότι θα εκδοθεί σύντομα. Εντέλει, σε παρόμοιεςκαταστάσεις, η αναθέτουσα αρχή βρίσκεται σε ένα δίλημμα να συμμορφωθεί σε μία διοικητική πράξη (τηναπόφαση της ΕΑΔΗΣΥ) την οποία θεωρεί παράνομη, για να προχωρήσει άμεσα το διαγωνισμό, ή να ασκήσειένδικα βοηθήματα καθυστερώντας, ωστόσο, σημαντικά τη διαγωνιστική διαδικασία, ακόμη και αν συντρέχουνεπιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος για τη άμεση προώθησή της.
Ακόμη πιο έντονη η ανάγκη οριστικής δικαστικής προστασίας είναι στις περιπτώσεις που η ΕΑΔΗΣΥ δεν ασκεί τιςαρμοδιότητές της, φαινόμενο αρκετά συχνό. Ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει πολλές φορές το τελευταίοχρονικό διάστημα το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο αναπέμπει τις υποθέσεις στην ΕΑΔΗΣΥ για να ασκήσειτις αρμοδιότητές της. Για το συγκεκριμένο ζήτημα θα αναφερθούμε παρακάτω, στο Κεφάλαιο ΙΙ της παρούσης.
Εφόσον επί του ζητήματος των σιωπηρών απορρίψεων επικρατήσει η νομολογία του Δ’ Τμήματος, οδηγούμαστεστο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι οι αιτήσεις αναστολών – σε περιπτώσεις σιωπηρών απορρίψεων – θα γίνονταιπάντοτε δεκτές, με αυτόθροη συνέπεια να «παγώνουν» όλες οι διαγωνιστικές διαδικασίες, έως ότου η ΕΑΔΗΣΥεκδώσει απόφαση επί της προδικαστικής προσφυγής. Με δεδομένο, όμως, ότι η ΕΑΔΗΣΥ δεν υποχρεούται νασυμμορφώνεται στις αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών, η κατάσταση αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλοαναπομπών και σημαντικών – πολύμηνων καθυστερήσεων, που προϋποθέτει την ολοκλήρωση ενός κύκλουενδίκων βοηθημάτων με σκοπό την έκδοση οριστικής απόφασης με μοναδικό αντικείμενο τη διαπίστωση ότι ηΕΑΔΗΣΥ δεν άσκησε την αρμοδιότητά της. Και εντέλει, η διαγωνιστική διαδικασία θα παραμένει επί μήνεςαδρανής και η αναθέτουσα αρχή δεν θα έχει τα μέσα για να ασκήσει τις αρμοδιότητές της, όχι επειδή έχει η ίδιαυποπέσει σε κάποιο σφάλμα (αφού ενδέχεται η προδικαστική προσφυγή να είναι εντέλει αβάσιμη), αλλά επειδή ηΕΑΔΗΣΥ παρέλειψε να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι το προϋφιστάμενοδικονομικό καθεστώς, που δεν εξασφάλιζε την γρήγορη ακύρωση των αποφάσεων της ΕΑΔΗΣΥ, όχι μόνο δεδιασφαλίζονται οι σκοποί της δικονομικής οδηγίας περί άμεσης διεκπεραίωσης των διαφορών, αλλ’ αντιθέτωςπροκαλεί άνευ προηγουμένου καθυστερήσεις.
Ένας ακόμη λόγος που επιτάσσει την άμεση έκδοση οριστικής απόφασης αποτελεί η ανάγκη άμεσηςσυμμόρφωσης προς τις αποφάσεις δικαιοδοτικών οργάνων. Όπως προαναφέρθηκε, η ΕΑΔΗΣΥ δεν υποχρεούταινα συμμορφώνεται με τις αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών. Σε πολλές, ωστόσο, περιπτώσεις ησυμμόρφωση νοείται μόνο από την ΕΑΔΗΣΥ, όπως λχ στις περιπτώσεις που απέρριψε εσφαλμένως για τυπικόλόγο την προδικαστική προσφυγή ή που δεν εξέτασε ισχυρισμούς ως αλυσιτελείς. Η ΕΑΔΗΣΥ, ως αρχή μεμονοσήμαντο ρόλο την εξέταση προδικαστικών προσφυγών, δεν επιδεικνύει πάντοτε ενδιαφέρον για την σύντομηδιεκπεραίωση των διαφορών, «κρατώντας ως όμηρους» τους ενδιαφερομένους, και ιδίως την αναθέτουσα αρχή,η οποία αδυνατεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της, ακόμη και αν η απόφασή της – που αποτελεί το θεμέλιο γιατην παροχή εννόμου προστασίας – είναι νόμιμη. Μοναδική λύση στις περιπτώσεις αυτές είναι η άμεσηδιεκπεραίωση των διαφορών σε επίπεδο οριστικής προστασίας.
Εντέλει, η μεσολάβηση ενός τρίτου – ανεξάρτητου – οργάνου στη διαδικασία παροχής εννόμου προστασίας, ανκαι φαινομενικά συμβάλλει στη βελτίωση του συστήματος, σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί αντίστροφα,προκαλώντας σημαντικές καθυστερήσεις.
Δεύτερον: Υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, η άσκηση της αίτησης προσωρινής δικαστικήςπροστασίας ανέστειλε την προθεσμία άσκησης αίτησης ακύρωσης. Έτσι, η αίτηση ακύρωσης μπορούσε ναασκηθεί εντός προθεσμίας 60 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής Αναστολών και μόνοσε περίπτωση διατήρησης των ασφαλιστικών μέτρων προβλεπόταν μικρότερη προθεσμία. Άρα, η προθεσμία γιατην άσκηση της «προσφυγής» κατά την έννοια της δικονομικής οδηγίας διαρκούσε πολλούς μήνες, μέχρι νακαθαρογραφεί και κοινοποιηθεί η απόφαση επί της αίτησης αναστολής. Δηλαδή ακόμη και μετά την πάροδοπολλών μηνών.
Η αναστολή της προθεσμίας όπως διαφαίνεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 2522/1997 οφείλεται στηναποσύνδεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων από το κύριο ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης. Και εδώτίθεται το εξής ερώτημα: Αν θεωρήσουμε ότι το ΔΕΚ με την απόφασή του θέσπισε έναν απαράβατο κανόνααποσύνδεσης της αίτησης αναστολής από την αίτηση ακύ
ρωσης, θα μπορούσε άραγε να προβλεφθεί κοινή προθεσμία ή η αναστολή προθεσμίας είναι υποχρεωτική;
Στην πρώτη περίπτωση, αν δηλαδή η προθεσμία άσκησης του κύριου ενδίκου βοηθήματος μπορεί να διαδράμειπαράλληλα με αυτήν της αίτησης αναστολής, τυχόν εκπνοή αυτής που αφορά το κύριο ένδικο βοήθημα δεν θαεπιδρούσε υποχρεωτικά και στην κρίση του Δικαστή που θα επιλαμβανόταν επί της αίτησης προσωρινήςδικαστικής προστασίας; Πώς θα μπορούσε να τον αφήσει αδιάφορο αν γνώριζε ότι ο ενδιαφερόμενος έχειαπωλέσει το βασικό του δικαίωμα στην οριστική δικαστική προστασία;
Υπό το σκεπτικό αυτό, και εφόσον θεωρηθεί απαράβατος ο νομολογιακός κανόνας, οδηγούμαστε στοσυμπέρασμα ότι η αναστολή της προθεσμίας είναι υποχρεωτική. Στην περίπτωση αυτή οδηγούμαστε στο άτοποσυμπέρασμα ότι η ελάχιστη προθεσμία των δέκα (10) ημερών που προβλέπει η δικονομική οδηγία για τηνάσκηση προσφυγής αποτελεί κενό γράμμα. Η «ταχεία» προθεσμία που επιδιώκει ο ενωσιακός νομοθέτηςκαθίσταται υποχρεωτικά πολύμηνη, μεγαλύτερη και από τις προθεσμίες που προβλέπονται στις συνήθεις αιτήσειςακύρωσης.
Πόσο συμβατή με τη δικονομική οδηγία μπορεί να είναι μία τόσο μακρά προθεσμία, όταν η τελική απόφασημπορεί να εκδοθεί σε αόριστο χρόνο; Πώς μπορεί να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά της, όταν μπορεί ναανατραπούν τα αποτελέσματά της διαδικασίας και να υποχρεωθεί η αναθέτουσα αρχή να την επαναλάβει;
Τρίτον: Η μεταβολή της νομολογίας σχετικά με το έννομο συμφέρον του μη οριστικώς αποκλεισθέντος επιβάλλειτην συντομότερη έκδοση της οριστικής απόφασης, προκειμένου να οριστικοποιείται η κάθε φάση τουδιαγωνισμού σε σύντομο χρονικό διάστημα και να μην μπορεί να ανατραπούν τα αποτελέσματά του.
Συγκεκριμένα, όπως έχει κριθεί, η προσφυγή που ασκείται ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ δεν αρκεί για την εκπλήρωσητων σκοπών της δικονομικής οδηγίας. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από την ερμηνεία των διατάξεων 2 παρ. 9της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 2α παρ. 2. Κατά το ΔΕΕ η απόρριψη προσφυγής απόπρωτοβάθμιο – μη δικαιοδοτικό όργανο – δεν καθιστά τον οικονομικό φορέα οριστικώς αποκλεισθέντα, αφού τουπαρέχεται ακόμη η δυνατότητα προσφυγής στα Δικαστήρια. Ούτε, όμως, και η απόφαση που εκδίδεται στοπλαίσιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας οδηγεί στον οριστικό αποκλεισμό, αλλά απαιτείται οαποκλεισμός να επικυρωθεί από το Δικαστήριό σε επίπεδο οριστικής προστασίας.
Άρα, προκειμένου να μπορέσει η αναθέτουσα αρχή να προχωρήσει με ασφάλεια τη διαγωνιστική διαδικασία θαπρέπει να γνωρίζει τον κύκλο των ενδιαφερομένων που διεκδικούν την ανάθεση της σύμβασης, χωρίς ναυφίσταται κίνδυνος ανατροπής των αποφάσεών της, είτε από την επάνοδο οικονομικού φορέα που αποκλείστηκε αδίκως, είτε από τον αποκλεισμό οικονομικού φορέα που επελέγη αδίκως, είτε τέλος να αναγκαστεί να ματαιώσειτο διαγωνισμό, σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί παραδεκτή προσφορά.
Εν κατακλείδι, επειδή, ακριβώς, στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται η ανατροπή της απόφασης τηςΕΑΔΗΣΥ, όταν αυτό δεν συμβαίνει εντός σύντομης προθεσμίας, αλλά απαιτείται να μεσολαβήσουν πολλοί μήνεςγια την ακύρωσή των αποφάσεών της, διακυβεύεται ο βασικός σκοπός της δικονομικής οδηγίας, ο οποίοςσυνίσταται στην ταχεία διεκπεραίωση των διαφορών, ώστε να μην υποχρεωθεί η αναθέτουσα αρχή σεμεταγενέστερο στάδιο, να επαναλάβει ολόκληρη τη διαδικασία προς θεραπεία των παραβάσεων που θαεντοπιστούν σε προγενέστερο στάδιο.
6. Γιατί το νέο καθεστώς πληροί τις προϋποθέσεις της Οδηγίας θωρακίζοντας τον αιτούντα δικαστική προστασία
Όπως αναπτύχθηκε στο εισαγωγικό Κεφάλαιο, το νέο δικονομικό σύστημα δεν αποτέλεσε παρθενογένεση,προϊόν πειραματισμών του νομοθέτη, αλλά είναι απότοκο της εμπειρίας 25 ετών από την εφαρμογή ειδικώνδικονομικών καθεστώτων στις δημόσιες συμβάσεις. Επειδή αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή Αναστολών μπορεί σεσύντομο χρόνο να εκδώσει απόφαση κατ’ ουσίαν οριστική, που σπάνια ανατρεπόταν και η οποία μπορεί ναοριστικοποιήσει το στάδιο, και να διαμορφώσει την νομολογία των δημοσίων συμβάσεων, ο νομοθέτης«αντικατέστησε» την κατά 99% πιθανολογούμενη κρίση της Επιτροπής Αναστολών με την οριστική κρίση επί τηςαίτησης ακύρωσης.
Παράλληλα, ακριβώς επειδή η οριστική δικαστική προστασία παρέχεται πλέον σε εύλογο και σύντομο χρονικόδιάστημα, διασφάλισε ταυτόχρονα και το μείζον (οριστική) και το έλασσον (προσωρινή) με τους εξής τρόπους:
Πρώτον: Εξαρτώντας το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα για τη σύναψη σύμβασης, με την οριστική δικαστικήπροστασία, όπως παρέχει το δικαίωμα αυτό η δικονομική οδηγία [σκέψη 12 του προοιμίου και άρθρο 2 παρ. 3της οδηγίας]. Αυτό το δεδομένο, της δυνατότητας πρόβλεψης αυτόματης ανασταλτικής προθεσμίας και μάλιστατης σύνδεσής της με την οριστική απόφαση, δεν είχε ληφθεί υπ’ όψιν από το Δικαστήριο το 1996.
Μάλιστα, ακριβώς επειδή το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα μπορεί να συνδέεται με την τελική απόφαση,καθίσταται σαφές ότι ο ενωσιακός νομοθέτης έχει υπ’ όψιν του ότι – εν όψει της δικονομικής αυτοτέλειας –ενδέχεται Κράτη – μέλη να εφαρμόζουν δικονομικά συστήματα που η οριστική απόφαση εκδίδεται σύντομα.
Δεύτερον: Με την πρόβλεψη στο άρθρο 372 παρ. 6 εδ. β’ του Ν. 4412/2016, αυτόματης αναστολής τηςδιαδικασίας για ένα χρονικό διάστημα έως είκοσι πέντε (25) ημέρες από την έκδοση της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥκαι δεκαπέντε (15) ημέρες από την άσκηση του ένδικου βοηθήματος. Κατ’ ουσίαν χορηγείται μία αυτόματηαναστολή προκειμένου να μην αιφνιδιαστεί ο αιτών δικαστική προστασία και παράλληλα ο Δικαστής να έχει έναχρονικό διάστημα να εξετάσει τη διαφορά και να είναι σε θέση να εκδώσει μία «prima facie» προσωρινή διαταγή.
Τρίτον: Με τη δυνατότητα χορήγησης προσωρινής διαταγής δια της οποίας θα αναστέλλεται εν γένει η διαδικασία. Σημειωτέον ότι, αν και στην οικεία διάταξη, φαίνεται να τίθεται ένα χρονικό όριο στο Δικαστή να εκδώσει τηνπροσωρινή διαταγή (μέχρι την παρέλευση της ανασταλτικής προθεσμίας), είναι σαφές – όπως θα αναπτύξουμεπαρακάτω – ότι η προθεσμία αυτή είναι ενδεικτική και αποτελεί έντονη υπόδειξη, προκειμένου να μην υπάρξεικάποιο κενό στην προστασία του αιτούντος.
Τέταρτον: Με τη δυνατότητα χορήγησης προσωρινής διαταγής δια της οποίας θα αίρεται το αυτόματο ανασταλτικόαποτέλεσμα, η οποία χορηγείται ομοίως εντός ενδεικτικής προθεσμίας.
Όπως θα αναπτύξουμε παρακάτω, το ουσιαστικό περιεχόμενο των προσωρινών διαταγών είναι περιορισμένο,αφού η οριστική παρέχεται σε χρόνους που έως σήμερα παρείχετο η προσωρινή.
Για να διαπιστωθεί, λοιπόν, αν ένα δικονομικό σύστημα είναι συμβατό ή μη με τη δικονομική οδηγία και τοΣύνταγμα, αρκεί να συγκρίνει το παλαιό με το νέο καθεστώς. Ακολούθως παρατίθεται πίνακας με βασικές διαφοροποιήσεις τους.
| Αντικείμενο
|
Παλαιό καθεστώς
|
Νέο καθεστώς
|
| Προθεσμία άσκησης ενδίκου βοηθήματος [αποκλειστική]
|
10 ημέρες η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και 60 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης επί της αναστολής, ήτοι αόριστος χρόνος
|
10 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης
|
| Προθεσμία εκδίκασης της διαφοράς [ενδεικτική]
|
30 ημέρες από την κατάθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αόριστος χρόνος για την αίτηση ακύρωσης
|
60 ημέρες από την εκδίκαση της αίτησης
|
| Προθεσμία έκδοσης διατακτικού[ενδεικτική]
|
10 ημέρες από τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (μετά υπομνήματα) και δεν προβλεπόταν στην κύρια διαδικασία
|
15 ημέρες από την συζήτηση της αίτησης, πλέον προθεσμίας υπομνημάτων
|
| Άμεσα μέτρα για την αναστολή διαδικασιών ή για άρση του ανασταλτικού αποτελέσματος σύναψης σύμβασης
|
Με προσωρινή διαταγή από την κατάθεση έως τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (30ημέρες) χωρίς να έχει εκ του νόμου ο Δικαστής στα χέρια του παρεμβάσεις
|
Με προσωρινή διαταγή από την κατάθεση έως κατ’ αρχήν 15ημέρες και πάντως έως τη συζήτηση του κύριου ενδίκου βοηθήματος (60 ημέρες), έχοντας τηρηθεί η αρχή της αντιμωλίας και έχοντας στα χέρια του ο Δικαστής εκκαθαρισμένη υπόθεση
|
| Συνολικός χρόνος διεκπεραίωσης της διαφοράς [ενδεικτικές προθεσμίες]
|
50 ημέρες από τη γνώση της προσβαλλόμενης η αναστολή μόνο
|
85-90 ημέρες από τη γνώση της προσβαλλόμενης η ακύρωση
|
Κατ’ ουσίαν, με το νέο δικονομικό σύστημα δεν συγχωνεύεται απλά η προσωρινή δικαστική προστασία με τηνοριστική, αλλά παρέχονται παράλληλα, σε πολύ σύντομους χρόνους, θωρακίζοντας τον αιτούντα δικαστικήπροστασία. Οι χρόνοι απονομής δικαιοσύνης σε επίπεδο οριστικής προστασίας είναι αντίστοιχοι με αυτούς πουίσχυαν μέχρι πρότινος στην προσωρινή. Λαμβάνοντας δε υπ’ όψιν το σύντομο της διαδικασίας και άρα το γεγονόςότι τα προσωρινά μέτρα έχουν όλως περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, οι όροι άρσης των αυτόματων ανασταλτικώναποτελεσμάτων ή λήψης μέτρων για την άμεση αποτροπή κινδύνου είναι αντίστοιχοι με αυτούς τουπροηγούμενου καθεστώτος.
Μάλιστα, η προσωρινή προστασία του αιτούντος θωρακίζεται έτι περαιτέρω, αφού πλέον και για πρώτη φοράπροβλέπεται αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα της διαδικασίας.
Εντέλει, η προστασία του προσφεύγοντος είναι τέτοιας φύσης που η σώρευση της δικαστικής προστασίας σε έναένδικο βοήθημα αποτελεί μία λεπτομέρεια άνευ ουσίας. Η ουσία είναι ότι ο προσφεύγων έχει όλα τα δικαιώματαπου του αναγνωρίζει η δικονομική οδηγία και μπορεί να επιδιώξει με ασφάλεια την ακύρωση της παράνομηςπράξης, πριν συναφθεί η σύμβαση, και έτσι να επιδιώξει να του ανατεθεί η σύμβαση.
Ούτε όμως θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών εμπλεκομένων, ιδίως της αναθέτουσας αρχής, από τηνυπερπροστασία του προσφεύγοντος. Διότι – όσον αφορά το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα – εφόσον ηοριστική δικαστική προστασία παρέχεται στους ίδιους περίπου χρόνους που παρεχόταν η προσωρινή, δενχειροτερεύει η θέση της, αφού το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα ίσχυε και πριν. Αντιθέτως, οι αναθέτουσεςαρχές συγκαταλέγονται στους ωφελημένους από το νέο δικονομικό σύστημα, εφόσον εντός σύντομου χρονικούδιαστήματος ολοκληρώνονται τα στάδια των διαγωνισμών και μπορεί να προχωρήσει με ασφάλεια στο επόμενο,χωρίς να κινδυνεύει από ανατροπές που θα καθυστερήσουν τη διαδικασία.
Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, δεν απαγόρευσε τη συγχώνευση των ενδίκων βοηθημάτων σε ένα, δεν εξέτασε έναδικονομικό σύστημα που η προσωρινή δικαστική προστασία ενοποιείται με την οριστική στην ουσία της, δηλαδήόχι μόνο ως ένδικο βοήθημα αλλά και ως απονομή δικαιοσύνης με άμεσο τρόπο, που η προσωρινή προστασίαπαρέχεται πρωτίστως από τον νόμο και δευτερευόντως από το Δικαστή, δεν εξέτασε ένα καθεστώς που ηπροσφυγή θα εξετάζεται από ανεξάρτητο όργανο, παρέχοντας έτσι μια διασφάλιση ότι θα υπάρχει ένας πρώτοςβαθμός εξέτασης της διαφοράς και ακύρωσης τυχόν παράνομων αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής.
Αλλά ούτε και το άρθρο 20 του Συντάγματος απαγορεύει την ενοποίηση προσωρινής με οριστική δικαστική προστασία, δια της οποίας άλλωστε ωφελείται ο αιτών, αφού περιορίζονται τα έξοδά του, ούτε βεβαίωςαπαγορεύει την χορήγηση εκ του νόμου αυτόματων ανασταλτικών αποτελεσμάτων, ιδίως όταν η οριστικήδικαστική προστασία παρέχεται άμεσα, ώστε η παρέμβαση του Δικαστή για αποτροπή άμεσων κινδύνων να έχειμικρή πρακτική σημασία.
Ε. Οι προθεσμίες που τάσσονται στο Δικαστήριο
Χαρακτηριστικό της δικονομικής οδηγίας είναι η θέσπιση σύντομων προθεσμιών για την άσκηση προσφυγών, ωςστοιχείο αναπόσπαστο από την επίτευξη των σκοπών της. Το άρθρο 1 παρ. 1 προβλέπει ότι οι πράξεις τωναναθετουσών αρχών πρέπει να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερωνπροσφυγών. Το άρθρο 2γ είναι αυτό που θεσπίζει την ελάχιστη προθεσμία των δέκα (10) ημερών για την άσκησηπροσφυγής.
Κατά το ΔΕΕ ο καθορισμός αποκλειστικών προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής καθιστά δυνατό να επιτευχθεί οεπιδιωκόμενος από την οδηγία 89/665 σκοπός της ταχείας διεκπεραιώσεως, υποχρεώνοντας τους οικονομικούςφορείς να προσβάλουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τα προπαρασκευαστικά μέτρα ή τις ενδιάμεσες αποφάσειςπου λαμβάνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως συμβάσεως.
Οι αποκλειστικές και σύντομες προθεσμίες δεν θα είχαν λόγο θέσπισης, αν δεν συνοδεύονταν από ταχείεςαποφάσεις, αφού δια των αποφάσεων διεκπεραιώνονται οι υποθέσεις. Σκοπός του ενωσιακού νομοθέτη δεν είναινα δημιουργήσει βάρη στους εμπλεκόμενους από ασφυκτικές προθεσμίες, χωρίς αντίκρισμα στην ταχεία επίλυσητης διαφοράς. Σκοπός της δικονομικής οδηγίας είναι η ταχεία διεκπεραίωση των διαφορών, και ως διεκπεραίωσηνοείται μόνο η έκδοση απόφασης που επιλύει τη διαφορά.
Υπό την έννοια αυτή, η πρόβλεψη – ενδεικτικής πάντοτε καθόσον απευθύνεται στην ανεξάρτητη δικαστικήλειτουργία – προθεσμίας για την έκδοση απόφασης ισορροπεί με την ελάχιστη αποκλειστική προθεσμία πουτίθεται στους διαδίκους να εντοπίσουν πλημμέλειες στις προσφορές των ανταγωνιστών τους και να ασκήσουνπροσφυγή. Υπό διαφορετική θεώρηση μια τόσο σύντομη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, θα προσέβαλετον πυρήνα του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, διότι ως γνωστόν το αντικείμενο της δίκης καθορίζεται από τους διαδίκους, οι οποίοι καλούνται να τοδιαμορφώσουν εντός ελάχιστης προθεσμίας. Ο νομοθέτης έλαβε υπόψιν του ότι μετά την ολοκλήρωση τωνδιασκέψεων του αρμόδιου σχηματισμού του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων δεν είναι εφικτή η μεταβολή τηςομοφώνως ληφθείσας ή της κατά πλειοψηφία κρατήσασας κρίσης. Ως εκ τούτου η ρύθμιση για γνωστοποίηση σεσύντομο χρόνο του διατακτικού δεν περιορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου. Εξάλλου, το Δικαστήριο συνεχίζει ναέχει στην διάθεσή του επαρκή χρόνο για την θεμελίωση της ήδη ληφθείσας με το διατακτικό απόφασης και τηνκατάρτιση και τεκμηρίωση των αιτιολογιών της.
Άλλωστε, δεν θα μπορούσε βασίμως να ισχυριστεί κανείς ότι οι προθεσμίες που τίθενται στο Δικαστήριο είναιαποκλειστικές. Με τις διατάξεις του άρθρου 138 του Ν 4782/2021 τίθενται προθεσμίες συζήτησης της υπόθεσηςκαι έκδοσης αποφάσεων που προφανώς είναι ενδεικτικές, δίνοντας μία κατεύθυνση στο Δικαστή να ενεργήσει μεταχύτητα, όχι όμως με βιασύνη. Αντίστοιχες προθεσμίες ετίθεντο και με τον Ν 3886/2010, οι οποίες είχαν κριθείως ενδεικτικές. Άρα, πρόκειται για ενδεικτικές και διαδικαστικές προθεσμίες, που δημιουργούν «ηθικήυποχρέωση» για τους δικαστές να αποφασίζουν εντός αυτών.
Όπως έχει κρίνει το ΔΕΕ η υποχρέωση του δικαστηρίου να μην εφαρμόσει εθνική ρύθμιση προβλέπουσαπροθεσμία για την έκδοση αποφάσεως ασυμβίβαστη προς την αρχή της αποτελεσματικότητας του δικαίου τηςΈνωσης δεν το απαλλάσσει από κάθε υποχρέωση να ενεργεί ταχέως, αλλά του επιβάλλει μόνο να θεωρήσει τηνπροθεσμία που του τάσσεται ενδεικτική, το δε εν λόγω δικαστήριο υποχρεούται να αποφανθεί το γρηγορότεροδυνατό όταν η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να τηρηθεί.
Υπό αυτήν την έννοια, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτωντης Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ερμηνείας των προθεσμιών ως ενδεικτικών, που υποχρεώνουν το Δικαστήριοωστόσο να ενεργήσει το γρηγορότερο δυνατόν, δίχως η παράβασή τους να επάγεται έννομες συνέπειες για τουςδιαδίκους ή για την εξουσία του Δικαστηρίου.
Άλλωστε, και η ίδια η πρακτική απέδειξε το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι προθεσμίες είναι ενδεικτικές και η μη τήρησήτους δεν επιφέρει έννομες συνέπειες. Το Δικαστήριο, βάσει του φόρτου εργασίας και των ιδιαιτεροτήτων κάθευπόθεσης, θα ορίσει δικάσιμο στον χρόνο που κρίνει, θα εκδώσει προσωρινή διαταγή αν το κρίνει σκόπιμο, θα αναβάλει την εκδίκαση, και θα εκδώσει την τελική απόφαση. Αν μάλιστα το νομικό ζήτημα είναι ιδιαίτεροπροφανώς μπορεί να πραγματοποιηθούν περισσότερες διασκέψεις, ακόμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση σεευρύτερη Σύνθεση, ενώ παράλληλα – στις ειδικές αυτές περιπτώσεις – παρέχεται η δυνατότητα έκδοσηςπροσωρινής διαταγής από το Δικαστήριο σε πλήρη σύνθεση.
Στ. Ως προς τη διαδικασία χορήγησης προσωρινής διαταγής
Ένα ακόμη ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον ο χρόνος των δεκαπέντε (15) ημερών είναι επαρκής για τηνέκδοση προσωρινής διαταγής, αφ’ ης στιγμής μάλιστα εξετάζεται κατά πιθανολόγηση η παραβίαση του ενωσιακούή εθνικού δικαίου.
Σε συνέχεια των όσων αναπτύχθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο, είναι σαφές ότι η προθεσμία αυτή είναιενδεικτική. Σύμφωνα με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς ο δικαστής είχε προθεσμία 40 ημερών από τηνάσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για να εκδώσει το διατακτικό μίας απόφασης, η οποία ότανδημοσιευόταν πλήρης εξομοιωνόταν στην ουσία με απόφαση επί οριστικής δικαστικής προστασίας. Πλέον, οΔικαστής έχει συντομότερο χρονικό διάστημα για να εκδώσει μία συνοπτική απόφαση, έχοντας στην διάθεσή τουτις απόψεις των διαδίκων, όπως διατυπώθηκαν ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ και ενώπιόν του, αλλά και μία απόφασητης ΕΑΔΗΣΥ η οποία έχει εκκαθαρίσει τη διαφορά. Και ιδίως, έχει την ευθύνη να εκδώσει μία διάταξηπεριορισμένης χρονικής ισχύος, αφού η τελική κρίση θα ληφθεί εντός συντόμου χρονικού διαστήματος.
Η περιγραφόμενη στον νόμο απλοποιημένη διαδικασία προσομοιάζει με αυτήν που περιγράφεται στην απόφασητης 9ης Δεκεμβρίου 2010, στην υπόθεση C-568/08. Το ΔΕΕ σχετικώς έκρινε ότι το άρθρο 1,παράγραφοι 1 και 3,και το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 6, της οδηγίας 89/665 δεν αποκλείουν την εφαρμογή ενός συστήματος κατά τοοποίο η μόνη διαθέσιμη διαδικασία, όταν επιδιώκεται η ταχεία έκδοση δικαστικής αποφάσεως, είναι εκείνη πουχαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι έχει σκοπό να καταστήσει δυνατή την ταχεία έκδοση διαταγής, ότι οι δικηγόροιδεν έχουν δικαίωμα να ανταλλάξουν προτάσεις, ότι, κατ’ αρχήν, επιτρέπονται μόνο γραπτές αποδείξεις, ότι δενέχουν εφαρμογή οι νομικοί κανόνες περί αποδείξεως και ότι η απόφαση δεν συνεπάγεται οριστικό καθορισμό τωνεννόμων σχέσεων και δεν εντάσσεται σε διαδικασία σχηματισμού δικανικής κρίσεως με ισχύ δεδικασμένου.
Αυτή ακριβώς τη διαταγή έχει κατά νου ο εθνικός νομοθέτης, μία απλοποιημένη διαδικασία και μία προσωρινήδιαταγή με συνοπτική αιτιολογία, αντίστοιχη με αυτή που εκδίδει ο Πρόεδρος του ΔΕΕ επί αιτήσεων ασφαλιστικώνμέτρων που αφορούν τις συμβάσεις που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποτελεί οξύμωρο να προβλέπεταιπροσωρινή διαταγή συνοπτικής αιτιολογίας από τους Προέδρους των Τμημάτων του ΔΕΕ και να θεωρείταιυπερβολική μία αντίστοιχη πρόβλεψη σε επίπεδο εθνικών Δικαστηρίων. Πόσω μάλλον όταν η προσωρινήδιαταγή, λόγω ακριβώς της διαμορφωθείσας διαδικασίας, έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα και δεν επιδράουσιωδώς στη διαδικασία ανάθεσης.
Και το πιο σημαντικό. Η θωράκιση του αιτούντος δικαστική προστασία σε συνδυασμό με τη συντόμευση τωνδιαδικασιών καθιστούν στις περισσότερες των περιπτώσεων άνευ πρακτικής σημασίας την προσωρινή δικαστικήπροστασία και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει ο Δικαστής να ασχοληθεί να εκδώσει προσωρινήδιαταγή προκειμένου να αποτραπεί ένας άμεσος κίνδυνος. Συγκεκριμένα:
1) Στις περιπτώσεις που κριτήριο ανάθεσης είναι πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης προσφορά μόνοβάσει της τιμής (χαμηλότερη τιμή) η αναστολή σύναψης σύμβασης αρκεί για τη διασφάλιση των συμφερόντων τουπροσφεύγοντος, αφού ακόμη και αν προχωρήσει η διαδικασία δεν υφίσταται κάποια σοβαρή βλάβη.
2) Στις περιπτώσεις που κριτήριο ανάθεσης είναι πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης προσφορά μόνοβάσει βέλτιστης σχέσης ποιότητας – τιμής (αξιολόγηση με βαθμολόγηση), είναι γνωστό τοις πάσιν ότι ηαποσφράγιση των οικονομικών προσφορών ενδέχεται να οδηγήσει σε ματαίωση, οπότε η ίδια η αναθέτουσααρχή αυτοβούλως δεν προχωρά για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός. Εν πάση δε περιπτώσει, η χορήγησηπροσωρινής διαταγής στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται για λόγους διασφάλισης της νομιμότητας τηςδιαδικασίας και λειτουργεί προς όφελος όλων των εμπλεκομένων.
3) Στους διαγωνισμούς δύο (2) σταδίων, τυχόν ευδοκίμηση της αίτησης ακύρωσης θα οδηγήσει σε επανάληψητης διαδικασίας προκειμένου να συμμετάσχει ο παρανόμως αποκλεισθείς ή σε αποβολή αυτού που αποκλείστηκεοριστικά με την απόφαση του Δικαστηρίου όσο διαρκεί η β’ φάση. Άρα, ο αιτών προσωρινή δικαστική προστασίαδεν υφίσταται κάποια σοβαρή βλάβη. Άλλωστε, εκ της φύσεως των διαγωνισμών αυτών σπάνια οι αναθέτουσεςαρχές προχωρούν στο επόμενο στάδιο, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία.
4) Σε περίπτωση προσβολής διακήρυξης, οι 25 ημέρες αναστολής κατ’ αρχήν παρέχουν κάποια ασφάλεια για τηνμη προώθηση της διαδικασίας, ενώ άλλωστε και η προώθηση του διαγωνισμού δεν στερεί τον αιτούντα δικαστικήπροστασία από τα δικαιώματά του, αφού μπορεί να διατηρήσει το έννομο συμφέρον του είτε υποβάλλοντας προσφορά με επιφύλαξη, είτε προβάλλοντας ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι η διακήρυξηπεριλαμβάνει όρο, ο οποίος αποκλείει παρανόμως τη συμμετοχή του στον διαγωνισμό ή καθιστά ανέφικτη ήουσιωδώς δυσχερή την εκ μέρους του υποβολή προσφοράς ή αιτήσεως συμμετοχής.
Ιδίως όμως, συγκρίνοντας με ό,τι ίσχυε με το προγενέστερο καθεστώς, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις,ακριβώς λόγω του εξαιρετικά επείγοντος άμεσης ενέργειας, η θέση του αιτούντος δικαστική προστασία έχειβελτιωθεί. Διότι στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις, η ανάγκη άμεσης διαταγής δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί μετην απόφαση επί των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απαιτούνταν η έκδοση προσωρινής διαταγής, όπως συμβαίνεικαι τώρα, ενώ δεν προβλεπόταν η αυτόματη ανασταλτική προθεσμία της διαδικασίας που μπορεί να φτάσει έωςτις 25 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ.
Τέλος και εξίσου σημαντικό, το γεγονός ότι η διαδικασία διεκπεραιώνεται σύντομα λειτουργεί ως κίνητρο για τηναναθέτουσα αρχή να αναστείλει οικειοθελώς τις διαδικασίες, αναμένοντας την τελική δικαστική κρίση,προκειμένου να προχωρήσει τις διαγωνιστικές διαδικασίες υπό όρους ασφάλειας δικαίου, αποφεύγοντας τονκίνδυνο άσκοπων ανατροπών.
Ζ. Οι προθεσμίες κοινοποίησης των δικογράφων
Παρά την επιχειρηματολογία που προεκτέθηκε υπέρ της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 138 του Ν4782/2021, ως προς επιμέρους ρυθμίσεις του εγείρονται ζητήματα συμφωνίας με το Σύνταγμα, αφού στηνπροσπάθειά του ο νομοθέτης να τονίσει την ανάγκη άμεσης επίλυσης των διαφορών, σε ορισμένες περιπτώσειςυπερέβαλε.
Διότι, σε μία χώρα με 227 κατοικήσιμα νησιά και απομακρυσμένες περιοχές, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί απόκανένα σκοπό δημοσίου συμφέροντος η ελάχιστη προθεσμία των δύο (2) ημερών για την κοινοποίηση καιμάλιστα επί ποινή απαραδέκτου των ενδίκων βοηθημάτων και παρεμβάσεων. Μάλιστα, η διάταξη δεν αναφέρεταικαν σε εργάσιμες ημέρες, ενώ εντός δύο ημερολογιακών ημερών καλείται ο αιτών δικαστική προστασία να λάβειαντίγραφο της αίτησης με πράξη προσδιορισμού, να συντάξει εντολή επίδοσης, να αποστείλει σε δικαστικό επιμελητή (ενδεχομένως και σε διαφορετικές πόλεις της χώρας) τοδικόγραφο προς επίδοση, και αυτός με τη σειρά του να επιδώσει στην Αθήνα, στην έδρα της αναθέτουσας αρχής,στην έδρα όποιου έχει έννομο συμφέρον, ενδεχομένως και σε απομακρυσμένα νησιά ή και στο εξωτερικό.
Οι ως άνω προθεσμίες που θεσπίζονται με τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 4 παραβιάζουν το άρθρο 20 τουΣυντάγματος, το άρθρο 47 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και τη δικονομική οδηγία,αφού θέτουν ένα σοβαρό εμπόδιο στην αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων που σχετίζονται με την παροχήεννόμου προστασίας, η οποία υπό προϋποθέσεις καθιστά αδύνατη την προσφυγή σε Δικαστήριο.
Βεβαίως, μετά τη δημοσίευση της υπ’ αριθμ. 18407οικ./2022 κ.υ.α. «Επίδοση εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα»(Β’ 2318) τα ως άνω προβλήματα επιλύονται, αφού καθίσταται εφικτή η άμεση επίδοση των δικογράφων μεχρήση των ηλεκτρονικών μέσων. Ωστόσο, θα πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως και σε όλη την επικράτεια το νέοσύστημα ηλεκτρονικών επιδόσεων ώστε να μπορεί να πει κανείς με ασφάλεια ότι δεν τίθεται ζήτημααντισυνταγματικότητας εκ της πρόβλεψης διήμερης προθεσμίας.
Η. Συμπερασματικά
Παρά τις όποιες επιμέρους αστοχίες και τα περιθώρια βελτιώσεων επιμέρους ρυθμίσεων, κατά την άποψη τουγράφοντος το νέο δικονομικό σύστημα παροχής εννόμου προστασίας κατά τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεωνδεν παραβιάζει επί της αρχής ούτε το Σύνταγμα, ούτε τη δικονομική οδηγία. Οι κρίσεις του Δικαστηρίου τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής εν προκειμένω, αφού δεν εξετάστηκε ένα δικονομικόκαθεστώς απολύτου ενοποίησης προσωρινής και δικαστικής προστασίας, που καταλήγει στην έκδοση οριστικήςαπόφασης σε σύντομο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου μέχρι πρότινος εκδιδόταν η απόφαση επί τηςπροσωρινής δικαστικής προστασίας.
Η νέα διαδικασία θωρακίζει την έννομη προστασία σε προσωρινό και οριστικό στάδιο επιτυγχάνοντας ταυτόχρονατους βασικούς σκοπούς της δικονομικής οδηγίας, αφού ο αιτών είναι ασφαλής ότι θα εξεταστούν γρήγορα οιαιτιάσεις του και η αναθέτουσα αρχή ότι θα προχωρήσει με ασφάλεια το διαγωνισμό, εντός σύντομηςπροθεσμίας.
Παράλληλα, το νέο δικονομικό σύστημα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων, αφού η ίδια διαφοράδεν απαιτείται να εξεταστεί δύο (2) φορές. Πόσω μάλλον όταν η εμπειρία έχει δείξει ότι η δεύτερη εκδίκαση είχεστη συντριπτική πλειοψηφία διαδικαστικό χαρακτήρα, αφού η οριστική απόφαση επαναλάμβανε την προσωρινή.Ιδίως δε τη στιγμή που η άσκοπη αυτή αναμονή έκδοσης της τελικής απόφασης ενδέχεται να επηρέαζε αρνητικά τη διαγωνιστική διαδικασία.
Εξάλλου, ούτε το Σύνταγμα απαγορεύει τη σώρευση προσωρινής και οριστικής δικαστικής προστασίας, πόσωμάλλον δεν απαγορεύει την πρόβλεψη εκ του νόμου ανασταλτικών αποτελεσμάτων, καθιστώντας τιςπερισσότερες φορές άνευ πρακτικής σημασίας την προσωρινή δικαστική προστασία, ιδίως εφόσον η οριστικήπαρέχεται σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Εντέλει, το νέο δικονομικό σύστημα ισορροπεί σωστά μεταξύ των συμφερόντων των εμπλεκόμενων, χωρίς ναυποβαθμίζει τη δικαστική προστασία, αφού η εμπειρία 25 ετών απέδειξε ότι αυτή μπορεί να παρασχεθεί μεασφάλεια εντός συντόμου διαστήματος. Και η ταχύτητα στη διαδικασία ανάθεσης ωφελεί όλους τουςεμπλεκόμενους, ήτοι την αναθέτουσα αρχή και επιδιώκει τη σύναψη της σύμβασης, τους οικονομικούς φορείς πουαπό την ίδια επιδίωξη αντλούν το έννομο συμφέρον τους, και εν γένει το δημόσιο συμφέρον, αφού κάθε δημόσιασύμβαση τάσσεται υπέρ της εξυπηρέτησής του.
Μένει να δούμε αν η ως άνω προσέγγιση θα υιοθετηθεί από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ανθα επικρατήσει η άποψη περί παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής νομοθεσίας. Από τιςπαραπεμπτικές αποφάσεις μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει τη διάσταση απόψεων και δεν αποκλείεται ηαπόφαση να ληφθεί με οριακή πλειοψηφία. Δεδομένου, άλλωστε, ότι τίθεται ζήτημα συμβατότητας με το ενωσιακόδίκαιο και τη δικονομική οδηγία, δεν αποκλείεται την τελική λύση να την δώσει το ΔΕΕ, μετά από υποβολήπροδικαστικού ερωτήματος. Η προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος σώρευσης των ενδίκων βοηθημάτων,αλλά πάντως επί άλλων νομικών δεδομένων, δύσκολα θα οδηγούσε σε μία κρίση περί «προφανούς ορθήςεφαρμογής του δικαίου της Ένωσης».
Σε περίπτωση, πάντως, που το Συμβούλιο της Επικρατείας καταλήξει σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας, ιδίωςλόγω της συνένωσης των ενδίκων βοηθημάτων, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει με ποιον τρόπο θα καλυφθείτο κενό που δημιουργείται. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο θα κληθεί να επιλύσει μία δύσκολη άσκηση, ναεπιτελέσει έναν δικαιοπλαστικό ρόλο επί δικονομικών ζητημάτων, με τρόπο που να μην θίγονται τα δικαιώματατων διαδίκων.
1 . Ενδεικτικά The 2022 EU Justice Scoreboard.
2 . Πιο πρόσφατη η απόφαση Εκκλησία της Ελλάδας κατά Ελλάδας της 02.06.2022 (αριθ. προσφ.25207/2013).
3 . Διάταξη της 22ας Απριλίου 1994, στην υπόθεση C-87/94 R, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 32.
4 . ΣτΕ ΕΑ 1402/2008, 389/2003 και ΣτΕ 876/2013 για το στάδιο εκτέλεσης των συμβάσεων.
5 . Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, C-236/95.
6 . Απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, στην υπόθεση C-214/00.
7 . Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, στην υπόθεση C-570/08, Συμβ. Αποχετεύσεων Λευκωσίας.
8 . Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage, κ.λπ., C-439/14 και C-488/14, EU:C: 2016:688, σκέψεις 43και 44.
9 . Απόφαση ΔΕE της 14.7.22, C 274/21 και C 275/21, EPIC Financial Consulting Ges.m.b.H.,EU:C:2022:565, σκ. 94.
10 . Άρθρο 350 παρ. 2 περ. 5 του νόμου περί των δημοσίων συμβάσεων.
11 . Άρθρο 342 παρ. 3 του νόμου περί των δημοσίων συμβάσεων.
12 . Διάταξη της 22ας Απριλίου 1994, στην υπόθεση C-87/94 R, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 33.
13 . ΣτΕ 754/2020.
14 . Απόφαση ΔΕΕ της 7.8.2019, στην υπόθεση C-300/17, Hochtief.
15 . Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, στην υπόθεση C-54/18, Cooperativa, σκ. 41.
16 . ΣτΕ ΕΑ 40/2020, 72/2020.
17 . ΣτΕ ΕΑ 126/2008.
18 . Προτάσεις από 30 Ιουνίου 2016. στην υπόθεση C-171/15, Connexxion Taxi Services, σκέψη 66.
19 . Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, C-570/08, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, σκέψη 36.
20 . ΣτΕ ΕΑ 124/2021.
21 . Απόφαση της 24.3.2021, στην υπόθεση ΝΑΜΑ, C-771/19.
22 . Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, στην υπόθεση C-54/18, Cooperativa, σκ. 27.
23 . Βλ. υπό την έννοια αυτή από 5.12.2019 Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Michal Bobek στην υπόθεση C-406/18, σκ. 44.
24 . Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, υπόθεση C-406/18, PG, σκ. 36.
25 . ΣτΕ ΕΑ 146-148/2016 Ολ, 16/2015, 718/2012, 616/2012.
26 . ΣτΕ 2631/2020 κ.ά.
27 . Βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit κ.λπ., 283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 21, της 15ηςΣεπτεμβρίου 2005, IntermodalTransports, C-495/03, EU:C:2005:552, σκέψη 33, καθώς και της 4ηςΟκτωβρίου 2018, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C-416/17, EU:C:2018:811, σκέψη 110.
Βασίλης Χατζηγιαννάκης, Δικηγόρος
Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στο νομικό περιοδικό Θεωρία & Πράξη Διοικητικού Δικαίου, τεύχος 12/2022, σελ. 1315-1329.