ΑΠΟΦΑΣΗ
Γεωργίου κατά Ελλάδας της 14.03.2023 (αρ. προσφ. 57378/18)
Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Αίτηση προς το Ακυρωτικό Δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η οποία υποβλήθηκε από τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας εναντίον του και έλλειψη αιτιολογίας από το Ακυρωτικό Δικαστήριο για τη σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος αυτού.

Ο προσφεύγων διετέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ). Σε απροσδιόριστη ημερομηνία, ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για παράβαση καθήκοντος. Στο στάδιο της αναίρεσης, με υπόμνημα πρόσθετων λόγων της 21ης Μαρτίου 2018, ο προσφεύγων ζήτησε από το ΔΕΕ την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτησή του προσφεύγοντος για νομικά ζητήματα (απόφαση αριθ. 977/2018). Στην απόφαση αυτή, δεν έγινε καμία αναφορά στο αίτημα του προσφεύγοντος για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Επικαλούμενος το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων προσήψε στον Άρειο Πάγο ότι απέρριψε την αίτηση προδικαστικού ερωτήματος χωρίς καμία αιτιολογία.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η καταγγελία έπρεπε να κριθεί παραδεκτή. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι, παρά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Ακυρωτικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την αίτησή του για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ. Η αποτυχία του Άρειου Πάγου να αντιμετωπίσει αυτό το κρίσιμο ζήτημα σήμαινε ότι το θεμελιώδες επαγγελματικό καθήκον του προσφεύγοντος ως προέδρου δεν είχε ληφθεί δεόντως υπόψη.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης μετά την έκδοση της προδικαστικής απόφασης, πράγμα που δεν θα ασκούσε αποφασιστική επιρροή στην επίλυση της διαφοράς. Εν προκειμένω, τα εθνικά δικαστήρια δεν έκριναν αναγκαία την προδικαστική παραπομπή.

Ο προσφεύγων αιτήθηκε στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με το υπόμνημά του της 21ης Μαρτίου 2018, να ζητήσει από το ΔΕΕ να εκδώσει προδικαστική απόφαση σχετικά με την πραγματική πρόθεση της αρχής 1.4 του κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές. Η απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου δεν αποτέλεσε αντικείμενο έφεσης βάσει του εσωτερικού δικαίου. Ως εκ τούτου, το Ακυρωτικό Δικαστήριο όφειλε να αιτιολογήσει την άρνησή του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Ο προσφεύγων δεν προέβαλε αίτημα δίκαιης ικανοποίησης για χρηματική ζημία, ηθική βλάβη ή έξοδα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν επιδίκασε αποζημίωση.

ΔΙΑΤΑΞΗ
Άρθρο 6 παρ. 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Αίτηση προς το Ακυρωτικό Δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η οποία υποβλήθηκε από τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας εναντίον του και έλλειψη αιτιολογίας από το Ακυρωτικό Δικαστήριο για τη σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος αυτού.

Ο προσφεύγων διετέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) από τις 2 Αυγούστου 2010 έως τις 2 Αυγούστου 2015.

Στις 10 Νοεμβρίου 2010, ο προσφεύγων διαβίβασε στην Eurostat αναθεωρημένα στοιχεία σχετικά με το ελληνικό έλλειμμα για το έτος 2009. Ο προσφεύγων δεν είχε προηγουμένως υποβάλει τα προς έγκριση στοιχεία στο επταμελές διοικητικό συμβούλιο της ΕΛΣΤΑΤ.

Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειές του ήταν σύμφωνες με την αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας του κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, την αρχή 1.4 του οποίου του παρείχε ρητά την «αποκλειστική ευθύνη» ως επικεφαλής της στατιστικής αρχής για την απόφαση δημοσίευσης στατιστικών.

Σε απροσδιόριστη ημερομηνία, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος για παράβαση καθήκοντος.

Στις 6 Δεκεμβρίου 2016 ο προσφεύγων απαλλάχθηκε πρωτοδίκως και από τις τρεις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (απόφαση αρ. 40428 Α/2016). Οι κατηγορίες ήταν οι εξής:

i) παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντός του για πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στην ΕΛΣΤΑΤ, διότι κατά τον χρόνο του διορισμού του εξακολουθούσε να κατέχει θέση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο,
ii) παράβαση του επίσημου καθήκοντός του να συγκαλέσει το διοικητικό συμβούλιο της ΕΛΣΤΑΤ από τον Νοέμβριο του 2010 έως τον Σεπτέμβριο του 2011, και
iii) παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντός του, καθόσον είχε δημοσιοποιήσει τα στοιχεία για το δημοσιονομικό έλλειμμα για το 2009 χωρίς να τα κοινοποιήσει προηγουμένως στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΛΣΤΑΤ ή να ζητήσει τη συγκατάθεσή του για τη δημοσιοποίηση.

Ο εισαγγελέας άσκησε έφεση.

Την 1η Αυγούστου 2017 το Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος και τον έκρινε ένοχο για την τρίτη από τις παραπάνω κατηγορίες και αθώο για τις υπόλοιπες. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών, με αναστολή (αποφάσεις αριθ. 3103/2017 και 4480/2017).

Ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση ως προς τα νομικά ζητήματα. Με υπόμνημα πρόσθετων λόγων της 21ης Μαρτίου 2018, ο προσφεύγων ζήτησε από το ΔΕΕ την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Στις 7 Ιουνίου 2018 ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτησή του προσφεύγοντος για νομικά ζητήματα (απόφαση αριθ. 977/2018). Στην απόφαση αυτή, δεν έγινε καμία αναφορά στο αίτημα του προσφεύγοντος για την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΕ.

Το σχετικό δίκαιο και πρακτική των εσωτερικών δικαστηρίων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιγράφεται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Γκορού κατά Ελλάδας της 20.03.2009 (αριθ. 2) ([GC], αριθ. 12686/03, § 15), Baydar κατά Κάτω Χωρών της 24.04.2018 (αριθ. 55385/14, §§ 21-29,) Ηλίας Παπαγεωργίου κατά Ελλάδας της 10.12.2020 (αριθ. 44101/13, § 14). Επικαλούμενος το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων προσήψε στον Άρειο Πάγο ότι απέρριψε την αίτηση για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος χωρίς καμία αιτιολογία.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η καταγγελία αυτή δεν ήταν ούτε προδήλως αβάσιμη ούτε απαράδεκτη για άλλους λόγους που ορίζονται στο άρθρο 35 της Σύμβασης. Επομένως, έπρεπε να κριθεί παραδεκτή.

Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι, παρά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Ακυρωτικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την αίτησή του για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ. Ο Άρειος Πάγος όχι μόνο δεν εξέτασε τα κρίσιμα κριτήρια και δεν αιτιολόγησε την άρνησή του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, αλλά δεν ανέφερε καν το αίτημα του προσφεύγοντος. Επιπλέον, δεν είχε καν αναφέρει το υπόμνημα του προσφεύγοντος με το οποίο είχε υποβληθεί το αίτημα αυτό. Στο υπόμνημα, ο προσφεύγων εξήγησε ποια ήταν η ορθή ερμηνεία της αρχής 1.4, προσκόμισε στοιχεία σχετικά με την έννοια της αρχής αυτής προς στήριξη της ερμηνείας του και ζήτησε από τον Άρειο Πάγο, αν εξακολουθούσε να έχει αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία, να υποβάλει αίτηση προδικαστικής απόφασης στο ΔΕΕ. Κατά τον προσφεύγοντα, το αίτημα που περιλαμβανόταν στο υπόμνημα ήταν σαφές και δεν εξαρτιόταν από το αν ο Άρειος Πάγος είχε αμφιβολίες ως προς την έννοια της σχετικής διάταξης. Ο προσφεύγων προσέθεσε ότι η αρχή της ανεξαρτησίας του προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ ήταν θεμελιώδους σημασίας για την αξιοπιστία των εθνικών στατιστικών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Η αποτυχία του Άρειου Πάγου να αντιμετωπίσει αυτό το κρίσιμο ζήτημα σήμαινε ότι το θεμελιώδες επαγγελματικό καθήκον του προσφεύγοντος ως προέδρου δεν είχε ληφθεί δεόντως υπόψη.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι από τη διατύπωση της αίτησης προδικαστικής απόφασης προέκυπτε ότι ο προσφεύγων είχε εγείρει ζήτημα το οποίο έπρεπε να εξεταστεί μόνον αν το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είχε αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία της αρχής 1.4 του κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές. Κατά την Κυβέρνηση, το περιεχόμενο της απόφασης του Ακυρωτικού Δικαστηρίου έδειξε ότι η απόφαση των εγχώριων δικαστηρίων δεν μπορούσε να θεωρηθεί αυθαίρετη, εντελώς αδικαιολόγητη, αντιφατική ή ασυνάρτητη, και έτσι δεν προέκυπτε κανένα ζήτημα βάσει του άρθρου 6 § 1. Ο Άρειος Πάγος δεν χρειάστηκε να δώσει λεπτομερή απάντηση. Επιπλέον, είχε συμπεριλάβει στην απόφασή του τις κρίσιμες λεπτομερείς εκτιμήσεις του δικαστηρίου που επιλήφθηκε της ουσίας της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι τα εγχώρια δικαστήρια είχαν δώσει τη δέουσα προσοχή, έλαβαν υπόψη όλους τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος και τους αξιολόγησαν και παρείχαν επαρκή αιτιολόγηση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Σύμβασης.

Όσον αφορά ειδικότερα την απόρριψη της αίτησης προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι ήταν σαφές ότι το Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς την ερμηνεία και το νόημα των εφαρμοστέων διατάξεων, «η οποία δεν αναιρείται από μια ενδεχομένως διαφορετική ερμηνεία που πρότεινε ο προσφεύγων». Οι διατάξεις, συμπεριλαμβανομένης της αρχής 1.4 του κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, ήταν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τόσο του Ακυρωτικού Δικαστηρίου όσο και του Εφετείου, επαρκώς σαφείς και, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαία η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ προκειμένου τα εθνικά δικαστήρια να καταλήξουν στην τελική τους κρίση. Η ερμηνεία από το ΔΕΕ των λέξεων «αποκλειστική ευθύνη» στην αρχή 1.4 του κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, ανεξάρτητα από την τυπική ισχύ του κώδικα, δεν συνέβαλλε ουσιαστικά στην αξιολόγηση των λόγων έφεσης από το Ακυρωτικό Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, μια αίτηση προδικαστικής παραπομπής, ακόμη και αν κρινόταν παραδεκτή από το ΔΕΕ, δεν θα είχε καθοριστική επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης. Επιπλέον, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης μετά την έκδοση της προδικαστικής απόφασης, πράγμα που δεν θα ασκούσε αποφασιστική επιρροή στην επίλυση της διαφοράς. Εν προκειμένω, τα εθνικά δικαστήρια δεν έκριναν αναγκαία την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Όσον αφορά τις γενικές αρχές που διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ σε υποθέσεις που εγείρουν ζητήματα παρόμοια με εκείνα που πρέπει να εξεταστούν στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο παραπέμπει στη σχετική νομολογία του (βλ., μεταξύ άλλων, εδδ. Dhahbi κατά Ιταλίας της 08.04.204 (αριθ. 17120/09, § 31), Απόφαση Baydar, §§ 41-44, και Βιο Γεωργικές Εκτάσεις S.R.L. κατά Ρουμανίας της 13.07.2021, (αριθ.43639/17, §§ 48-51).

Στην υπόθεση Vergauwen κ.λπ. κατά Βελγίου της 10.04.2012 (αριθ. 4832/04, §§ 89-90). Το Δικαστήριο διατύπωσε τις ακόλουθες αρχές:

– το άρθρο 6 παρ. 1 επιβάλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση αιτιολόγησης, υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου δικαίου, των αποφάσεων με τις οποίες αρνούνται να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα·

– όταν προβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμός περί παράβασης του άρθρου 6 παρ. 1, στο πλαίσιο αυτό, η αποστολή του συνίσταται στο να διασφαλίσει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αίτηση προδικαστικής απόφασης συνοδεύεται δεόντως από τους λόγους αυτούς·

– μολονότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να διενεργήσει τον έλεγχο αυτό με αυστηρότητα, δεν εναπόκειται σε αυτό να εξετάσει τυχόν σφάλματα στα οποία υπέπεσαν τα εθνικά δικαστήρια κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του σχετικού νόμου·

– στο ειδικό πλαίσιο του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αυτό σημαίνει ότι τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου οφείλουν να δικαιολογούν την άρνηση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ υπό το πρίσμα των εξαιρέσεων που προβλέπονται από τη νομολογία του ΔΕΕ. Ως εκ τούτου, πρέπει να αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι το ερώτημα δεν είναι λυσιτελές ή ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της ΕΕ έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ, ή ακόμη ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ είναι τόσο προφανής ώστε δεν αφήνει περιθώρια εύλογης αμφιβολίας.

Ο προσφεύγων ζήτησε από το Ακυρωτικό Δικαστήριο, με το υπόμνημά του της 21ης Μαρτίου 2018, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ σχετικά με την πραγματική πρόθεση της αρχής 1.4 του κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές. Η απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου δεν αποτέλεσε αντικείμενο έφεσης βάσει του εσωτερικού δικαίου. Ως εκ τούτου, το Ακυρωτικό Δικαστήριο όφειλε να αιτιολογήσει την άρνησή του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ.

Η απόφαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2018 δεν περιείχε ούτε αναφορά στο αίτημα του προσφεύγοντος ούτε λόγους για τους οποίους θεωρήθηκε ότι το ζήτημα που έθεσε δεν άξιζε αναφοράς στο ΔΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, από το περιεχόμενο και το σκεπτικό της απόφασης 977/2018 του Ακυρωτικού Δικαστηρίου δεν μπορούσε να συναχθεί αν το ζήτημα θεωρήθηκε αλυσιτελές, αν θεωρήθηκε ότι αφορούσε διάταξη που ήταν σαφής ή είχε ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ή αν απλώς αγνοήθηκε (βλ. § 33, και αντίθεση Vergauwen κλπ, που αναφέρονται παραπάνω, § 91). Όσον αφορά το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι ο προσφεύγων είχε υποβάλει αίτηση προδικαστικής παραπομπής μόνο για την περίπτωση που το Ακυρωτικό Δικαστήριο είχε αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων, το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν μπορούσε να επηρεάσει το συμπέρασμά του, δεδομένου ότι, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, το Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του αιτήματος αυτού.

Συνεπώς, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε αίτημα δίκαιης ικανοποίησης για χρηματική ζημία, ηθική βλάβη ή έξοδα. Υποστήριξε ότι αυτό που ήταν σημαντικό για τον ίδιο ήταν να ξανανοίξει η εγχώρια διαδικασία. Έτσι, το Δικαστήριο δεν επιδίκασε αποζημίωση.

 

ΠΗΓΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: echrcaselaw.com