Δημοσιεύθηκε η απόφαση του ΔΕΕ της 21.12.2022, C-66/22, Μειζ. Συνθ., Infraestruturas de Portugal SA, Futrifer Indústrias Ferroviárias SA κατά Toscca – Equipamentos em Madeira Lda, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 57, παρ. 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία η δυνατότητα αποκλεισμού της προσφοράς ενός προσφέροντος λόγω της υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων περί συμπεριφοράς του δυνάμενης να νοθεύσει τους κανόνες ανταγωνισμού υφίσταται μόνον κατά τη διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως στο πλαίσιο της οποίας εκδηλώθηκε τέτοιου είδους συμπεριφορά.
2) Το άρθρο 57, παρ. 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι: αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αναθέτει αποκλειστικώς στην εθνική αρχή ανταγωνισμού την εξουσία να αποφασίζει σχετικά με τον αποκλεισμό οικονομικών φορέων από διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού.
3) Το άρθρο 57, παρ. 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2014/24, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της χρηστής διοικήσεως, έχει την έννοια ότι:
η απόφαση της αναθέτουσας αρχής σχετικά με την αξιοπιστία οικονομικού φορέα η οποία λαμβάνεται κατ’ εφαρμογήν του προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή λόγου αποκλεισμού πρέπει να είναι αιτιολογημένη.
Οι κρίσιμες σκέψεις έχουν ως εξής:
Το άρθρο 57, παρ. 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο τους προαιρετικούς λόγους αποκλεισμού που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη. Στο πλαίσιο αυτής της υποχρεώσεως μεταφοράς, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν είτε τη δυνατότητα είτε την υποχρέωση των αναθετουσών αρχών να εφαρμόζουν αυτούς τους λόγους. [σκέψη 58]
Από το γράμμα του άρθρου 80, παρ. 1, τρίτο εδάφιο, προκύπτει ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν αν οι προαιρετικοί λόγοι αποκλεισμού που προβλέπονται στο άρθρο 57, παρ. 4, πρέπει να εφαρμοστούν από τους αναθέτοντες φορείς ως κριτήρια αποκλεισμού των προσφερόντων. Εντούτοις, ελλείψει σχετικής αποφάσεως, από το άρθρο 80, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2014/25 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο, να προβλέπουν τουλάχιστον τη δυνατότητα των αναθετόντων φορέων να περιλαμβάνουν, μεταξύ των κανόνων και των κριτηρίων αποκλεισμού που εφαρμόζονται στις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, τους λόγους αποκλεισμού που απαριθμούνται στο άρθρο 57, παρ. 4, της οδηγίας 2014/24. [σκέψη 60]
Απόφαση με την οποία η αναθέτουσα αρχή αρνείται, έστω και σιωπηρώς, να αποκλείσει οικονομικό φορέα από διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως για κάποιον από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 57, παρ. 4, της οδηγίας 2014/24 προαιρετικούς λόγους αποκλεισμού πρέπει κατ’ ανάγκην να μπορεί να προσβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από παράβαση της διάταξης αυτής, διότι άλλως θα παραβιαζόταν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. [σκέψη 62]
Το γράμμα του άρθρου 57, παρ. 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2014/24, καθόσον προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή «διαθέτει επαρκώς εύλογες ενδείξεις που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο οικονομικός φορέας συνήψε συμφωνίες με άλλους οικονομικούς φορείς με στόχο τη στρέβλωση του ανταγωνισμού», δεν περιορίζει την εφαρμογή του συγκεκριμένου λόγου αποκλεισμού μόνον στη διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως στο πλαίσιο της οποίας εκδηλώθηκε τέτοιου είδους συμπεριφορά. [σκέψη 67]
Μια ρύθμιση, η οποία συνδέει την εκτίμηση της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας των προσφερόντων με τα πορίσματα αποφάσεως της εθνικής αρχής ανταγωνισμού που αφορά, μεταξύ άλλων, τη μελλοντική συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, θίγει την εξουσία εκτιμήσεως που πρέπει να διαθέτει η αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο του άρθρου 57, παρ. 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24. [σκέψη 82]
Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να συμμορφώνεται προς τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί χρηστής διοικήσεως, η οποία εμπεριέχει απαιτήσεις τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Μεταξύ των απαιτήσεων αυτών, όλως ιδιαίτερη σημασία έχει η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων των εθνικών αρχών, καθόσον παρέχει τη δυνατότητα στους μεν αποδέκτες τους να προασπίσουν τα δικαιώματά τους και να αποφασίσουν, έχοντας γνώση όλων των στοιχείων, αν πρέπει να ασκήσουν ένδικη προσφυγή κατά των ως άνω αποφάσεων (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1987, Heylens κ.λπ., 222/86, EU:C:1987:442, σκέψη 15, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2021, Klaipėdos, C 927/19, EU:C:2021:700, σκέψη 120). [σκέψη 87]
Η αναθέτουσα αρχή πρέπει επίσης να αιτιολογεί την απόφασή της όταν διαπιστώνει ότι ο προσφέρων εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 57, παρ. 4, της εν λόγω οδηγίας, πλην όμως αποφασίζει παρά ταύτα να μην τον αποκλείσει, για παράδειγμα, με την αιτιολογία ότι ο αποκλεισμός θα συνιστούσε δυσανάλογο μέτρο. Ειδικότερα, η απόφαση περί μη αποκλεισμού προσφέροντος, ενώ φαίνεται να συντρέχει προαιρετικός λόγος αποκλεισμού, θίγει τη νομική θέση όλων των άλλων οικονομικών φορέων που συμμετέχουν στη διαδικασία συνάψεως της εν λόγω δημόσιας συμβάσεως, και επομένως αυτοί πρέπει να είναι σε θέση να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και, ενδεχομένως, να αποφασίσουν, βάσει της αιτιολογίας που αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, να ασκήσουν προσφυγή κατ’ αυτής. Συναφώς, η αιτιολογία της αποφάσεως περί μη αποκλεισμού μπορεί να ενσωματωθεί στην τελική απόφαση αναθέσεως της συμβάσεως στον επιλεγέντα προσφέροντα. [σκέψη 90]
Πηγή: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=280770&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=8652683