Στο πλαίσιο αιτήματος πιλοτικής δίκης που υπέβαλε ο δικηγόρος Βασίλης Χατζηγιαννάκης και έγινε δεκτό από το Συμβούλιο της Επικρατείας, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 289/2024 απόφαση του Δ’ Τμηματος (7μ.), με Πρόεδρο την κ. Σπυριδούλα Χρυσικοπούλου (Αντιπρόεδρος) και Εισηγήτρια την κ. Ουρανία Νικολαράκου (Πάρεδρος), με την οποία επιλύθηκαν τα εξής ζητήματα:

α) Αν το πρακτικό της ΕΑΔΗΣΥ που εκδίδεται μετά την παραίτηση από προδικαστική προσφυγή συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη που προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης αν το προσήκον ένδικο βοήθημα είναι το προβλεπόμενο στο άρθρο 372 του Ν. 4412/2016 ή αίτηση ακύρωσης ή αν συνιστά αίτηση ακύρωσης των άρθρων 45 επ. του π.δ. 18/1989, υπαγόμενη στη γενική ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

β) Αν η διάταξη του άρθρου 363 παρ. 5 περ. γ’ του Ν. 4412/2016, είναι σύμφωνη με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε, και εξειδικεύεται στο άρθρο 1 της Οδηγίας 89/665 και την αρχή της αποτελεσματικότητας, στο μέτρο που θέτει το δικαίωμα του προδικαστικώς προσφεύγοντος για την επιστροφή του παραβόλου λόγω παραίτησης υπό τον όρο υποβολής της παραίτησης εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την υποβολή της προδικαστικής προσφυγής.

 

Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι:

Το πρακτικό που συντάσσεται από την Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. σε περίπτωση υποβολής παραίτησης από προδικαστική προσφυγή, κατά το μέρος που με αυτό διατάσσεται η επιστροφή ή η κατάπτωση του κατατεθέντος για την προδικαστική προσφυγή παραβόλου, έχει τον χαρακτήρα εκτελεστής διοικητικής πράξεως. Για την παροχή δικαστικής προστασίας κατά της πράξεως αυτής εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, με τις οποίες προβλέπεται ότι κατά των αποφάσεων της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. ασκείται το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως και ακυρώσεως.
Ο επίμαχος διαγωνισμός δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και, συνεπώς, η ένδικη διαφορά δεν καταλαμβάνεται ευθέως από τις διατάξεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ. Δεδομένου, όμως, ότι οι διατάξεις του Βιβλίου ΙV του ν. 4412/2016 εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 345 παρ. 1 του νόμου, ενιαίως σε όλες τις διαφορές από την ανάθεση συμβάσεων εκτιμώμενης αξίας άνω των 60.000 ευρώ [και ήδη, μετά την τροποποίηση του άρθρου 345 με το άρθρο 134 του ν. 4782/2021, άνω του χρηματικού ορίου για την απευθείας ανάθεση] και, επομένως, ο εθνικός νομοθέτης, κατά την προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς τις διατάξεις της δικονομικής οδηγίας, επέλεξε να εναρμονίσει τη ρύθμιση των περιπτώσεων που δεν καταλαμβάνονται από την ως άνω οδηγία, με τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, χάριν της διασφάλισης της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, πρέπει σε κάθε περίπτωση να ελέγχεται το συμβατό των ρυθμίσεων του νόμου με τις διατάξεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ.
Η ρύθμιση του άρθρου 363 παρ. 5 περ. γ ν. 4412/2016, με την οποία θεσπίζεται συγκεκριμένο χρονικό όριο σχετικά με την υποβολή παραίτησης από την προδικαστική προσφυγή (δέκα ημέρες από την κατάθεση της προσφυγής), ως προϋπόθεση προκειμένου να επιστραφεί στον προσφεύγοντα το ποσό του παραβόλου, περιορίζει τη δυνατότητα επιστροφής του ποσού αυτού σε βαθμό πέραν του αναγκαίου, επαγόμενη για τον προσφεύγοντα την οριστική απώλεια του καταβληθέντος ποσού σε περίπτωση υποβολής παραίτησης σε μεταγενέστερο χρόνο, χωρίς η δυσμενής αυτή έννομη συνέπεια να συνδέεται αναγκαίως με την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Τούτο δε εφ΄ όσον δεν προκύπτει ότι ο καθορισμός του ανωτέρω χρονικού ορίου συνδέεται με εκτιμήσεις σχετικές με τη λειτουργία του παραβόλου ως μέσου αποτροπής άσκησης προδήλως αβάσιμων ή καταχρηστικών προσφυγών. Συνεπώς, η ανωτέρω ρύθμιση δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του άρθρου 1 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ.

 

Πηγή: www.adjustice.gr