Αριθμός Απόφασης: 118/2025

ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
(Α΄ ΤΜΗΜΑ – ΤΡΙΜΕΛΕΣ)
ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αποτελούμενο από τα μέλη του: Σοφία Μαραβελάκη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Εμμανουήλ Λενέτη (Εισηγητή) και Τριαντάφυλλο Καπελαρή, Εφέτες Δ.Δ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στα Χανιά στις 15 Μαΐου 2025, ημέρα Πέμπτη και ώρα 11.30′, με τη συμμετοχή και της γραμματέως Παγώνας Σεργάκη, Δικαστικής Υπαλλήλου,
Για να δικάσει την αίτηση ακύρωσης – αναστολής με αριθμό κατάθεσης ΑΚ …………………2023,
Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………………………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………………..», που εδρεύει στο ……………….. (οδός ………………………………) και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Μιχαήλ Πεντογένη
Κατά α) της Ενιαίας Αρχής Δημόσιων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ), η οποία δεν παραστάθηκε και β) του Δήμου ………………..ήτης, που παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Χριστίνας Κοκκινάκη κ α ι
Κατά της παρεμβαίνουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………………………………….» και τον διακριτικό τίτλο «……………………..», που εδρεύει στη ……………………………… και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Κωνσταντίνας Φιλοπούλου.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της έκθεσης του εισηγητή, Εφέτη Δ.Δ. Εμμανουήλ Λενέτη.
Κατόπιν το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, που ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους της αίτησης ακύρωσης – αναστολής, ζητώντας την αποδοχή της και, εν συνεχεία, την πληρεξούσια του Δήμου ……………., που ζήτησε ομοίως την αποδοχή της αίτησης, καθώς και την πληρεξούσια της παρεμβαίνουσας, η οποία ζήτησε, αντιθέτως, την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση ,το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς:
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα επιδιώκει την ακύρωση – αναστολή εκτέλεσης της ………./2023 απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ. Με την τελευταία, έγινε δεκτή η …………….2023 προδικαστική προσφυγή της παρεμβαίνουσας και ακυρώθηκε η ………./2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ……………….., καθ’ ό μέρος ανακηρύχθηκε με αυτήν η αιτούσα προσωρινή ανάδοχος του ανοικτού, ηλεκτρονικού διαγωνισμού, προϋπολογισμού 4.625.811,53 ευρώ (πλέον ΦΠΑ), ο οποίος διενεργήθηκε δυνάμει της 4517/04-04-2023 διακήρυξης του Δήμου, για την κατασκευή του έργου «……………………………………….», με κριτήριο κατακυρώσεως την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει τιμής.
2. Επειδή η αίτηση αυτή φέρεται σε νέα συζήτηση μετά την έκδοση της ……./2024 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, κατ’ αρχάς, ότι η αίτηση απαραδέκτως είχε στραφεί κατά του Δήμου ……………, ο οποίος αποβλήθηκε από τη δίκη. Συνεπώς, η παράσταση του Δήμου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο πρέπει να κηρυχθεί άκυρη. Περαιτέρω, με την παραπάνω προδικαστική απόφαση (………./2024) έγινε δεκτό αφενός ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε, κατά τα λοιπά, παραδεκτώς και αφετέρου ότι το ίδιο ισχύει και για την παρέμβαση της «……………….». Ακόμα, έγινε δεκτό ότι αντίγραφα της αίτησης και της από 06-11-2023 πράξης της Προέδρου του Α’ Τμήματος του Δικαστηρίου περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου κοινοποιήθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αιτούσας, στην Ένωση Εταιρειών με την επωνυμία «……………………………..» (εφεξής «……………………………»), η οποία, αν και μετείχε στον διαγωνισμό και είχε, ως εκ τούτου, δικαίωμα να παρέμβει, δεν άσκησε, ωστόσο, παρέμβαση.
3. Επειδή η καθής ΕΑΔΗΣΥ κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο (σχετ. το από 24-4-2025 αποδεικτικό επίδοσης του ……………………..). Επομένως, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση παρά την απουσία της ΕΑΔΗΣΥ.
4. Επειδή ο ν. 4412/2016 (Α’ 147), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4782/2021 (Α’ 36), ορίζει στο άρθρο 58 ότι: «Στα έγγραφα της σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή ζητάει από τον προσφέροντα να αναφέρει στην προσφορά του το τμήμα της σύμβασης που προτίθεται να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους, καθώς και τους υπεργολάβους που προτείνει. […]», στο άρθρο 79 ότι: «1. Κατά την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής ή κατά την υποβολή προσφορών στις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, πλην της απευθείας ανάθεσης των άρθρων 118 και 328, οι αναθέτουσες αρχές δέχονται το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕΕΣ), το οποίο ισοδυναμεί με ενημερωμένη υπεύθυνη δήλωση, με τις συνέπειες του ν. 1599/1986 (Α’ 75) […] Το ΕΕΕΣ αποτελείται από επίσημη δήλωση του οικονομικού φορέα […] ότι […] παρέχει τις κατάλληλες πληροφορίες, όπως απαιτείται από την αναθέτουσα αρχή. […]» και στο άρθρο 165 ότι: «1. Όταν συνάπτεται σύμβαση μίσθωσης έργου μεταξύ του αναδόχου δημόσιου έργου και άλλης εργοληπτικής επιχείρησης, για την κατασκευή μέρους του έργου που έχει αναληφθεί από τον ανάδοχο (υπεργολαβία), ο υπεργολάβος θεωρείται «εγκεκριμένος» με τις συνέπειες του παρόντος, μετά από έγκριση του κυρίου του έργου ή του φορέα κατασκευής, όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Ο υπεργολάβος έχει τα αντίστοιχα προσόντα για την εκτέλεση του έργου που αναλαμβάνει και ανήκει σε τάξη και κατηγορία έργου, αντίστοιχη με το ποσό της σύμβασης μίσθωσης έργου και β) Ο ανάδοχος, πριν από την εγκατάσταση του υπεργολάβου στο έργο, έχει γνωστοποιήσει στον κύριο του έργου ή στον φορέα κατασκευής τη σύμβαση υπεργολαβίας. […]».
5. Επειδή, περαιτέρω, η διακήρυξη του ως άνω διαγωνισμού – η οποία αποτελεί το κανονιστικό του πλαίσιο και δεσμεύει την αναθέτουσα Αρχή, καθώς και όλους όσοι συμμετέχουν ανεπιφύλακτα σε αυτόν – ορίζει ,στο άρθρο 2 (Έγγραφα της Σύμβασης και Τεύχη), ότι: «2.1 Τα έγγραφα της σύμβασης, κατά την έννοια της περιπτ. 14 της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4412/2016, για τον παρόντα ηλεκτρονικό διαγωνισμό είναι τα ακόλουθα: α) […] β) το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕΕΣ)». Σύμφωνα με την υποσημείωση 8 στη σελίδα 51 της διακήρυξης, το ΕΕΕΣ καταρτίσθηκε «βάσει του τυποποιημένου εντύπου του Παραρτήματος 2 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/7 της Επιτροπής της 5ης Ιανουαρίου 2016» και στην Ενότητα Δ αυτού ο οικονομικός φορέας καλείται να απαντήσει σε «Πληροφορίες σχετικά με υπεργολάβους ,στην ικανότητα των οποίων δεν στηρίζεται». Συναφώς, η διακήρυξη προβλέπει στο άρθρο 23 (Αποδεικτικά μέσα κριτηρίων ποιοτικής επιλογής) ότι: «23.1 Κατά την υποβολή προσφορών, οι οικονομικοί φορείς υποβάλλουν το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕΕΣ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 4412/2016 […] Στην περίπτωση που προσφέρων οικονομικός φορέας δηλώνει στο […] ΕΕΕΣ την πρόθεσή του για ανάθεση υπεργολαβίας, υποβάλλει μαζί με το δικό του ΕΕΕΣ και το ΕΕΕΣ του υπεργολάβου» και στο άρθρο 25 (Υπεργολαβία) ότι: «25.1 Ο προσφέρων οικονομικός φορέας αναφέρει στην προσφορά του το τμήμα της σύμβασης που προτίθεται να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους, καθώς και τους υπεργολάβους που προτείνει. […]».
6. Επειδή η υπεργολαβία αποτελεί μία μόνο από τις μορφές της συνεργασίας του υποψήφιου αναδόχου με έναν τρίτο οικονομικό φορέα, ο οποίος συνδέεται με νομικό δεσμό μόνο με τον υποψήφιο ανάδοχο και όχι με την αναθέτουσα αρχή (ΕλΣυν Β’ Ελάσσων Ολομ 375/2024, ΣτΕ 292/2024, ΔΕΕ, C 403/21, παρ. 74, ΔΕφΑθ 1002/2023, 507/2023). Ως εκ τούτου, η υπεργολαβία δεν μπορεί να επιβληθεί από την αναθέτουσα αρχή (ΔΕΕ, C 403/21, παρ. 74) και διακρίνεται, μεταξύ άλλων, από την περίπτωση του προμηθευτή δημόσιας σύμβασης (ΔΕφΠειρ 110/2025) ή την περίπτωση της δάνειας εμπειρίας (ΣτΕ 1412/2024 επί πρότυπης δίκης, 2447/2023). Πιο συγκεκριμένα, έχει γίνει δεκτό (ΕλΣυν Β’ Ελάσσων Ολομ 375/2024, ΣτΕ 292/2024) ότι, αν ο υποψήφιος ανάδοχος αναθέσει σε τρίτο την εκτέλεση συγκεκριμένων συμβατικών εργασιών, ο τρίτος δεν καθίσταται αυτόματα υπεργολάβος, ακόμα και αν χρησιμοποιήσει δικά του μέσα και προσωπικό και λάβει, πέραν της αμοιβής του (που μπορεί συμφωνηθεί σε ποσοστό επί της συμβατικής αξίας των εργασιών), τον αναλογούντα ΦΠΑ και τις σχετικές δαπάνες (αποδοχές εργαζομένων, έξοδα συντήρησης και λειτουργίας εξοπλισμού, αποσβέσεις μηχανημάτων κ.λπ.). Και τούτο, διότι η υπεργολαβία προϋποθέτει επιπροσθέτως να προκύπτει ότι η εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών θα γίνει με «την ευθύνη» του τρίτου, ο οποίος θα αναλάβει να περατώσει, «αποκλειστικά και εξ ολοκλήρου», το αντίστοιχο τμήμα του έργου «υπό τον έλεγχο και τη διεύθυνσή του», χωρίς «τη σύμπραξη» και «την επίβλεψη» του αναδόχου, ο οποίος «αποξενώνεται» (ΔΕφΠειρ 110/2025) έτσι από το τμήμα αυτό του έργου (βλ. και Α. Μαυρομμάτη, «Η Νομολογία Του Ελεγκτικού Συνεδρίου Για Τον Προσυμβατικό Έλεγχο Των Δημοσίων Συμβάσεων», 2024, σελ. 245 – 254 μαζί με τις εκεί παραπομπές σε νομολογία και βιβλιογραφία και, επιπλέον, Β. Χατζηγιαννάκη, «Οικονομικοί Φορείς – Το Δικαίωμα Συμμετοχής Στις Δημόσιες Συμβάσεις», 2025, ιδίως στις σελ. 74 – 84 και 93 – 106 για την εξέλιξη της νομολογίας όσον αφορά την έννοια της υπεργολαβίας ,ενόψει και της ως άνω ΣτΕ 1412/2024).
7. Επειδή, ακόμα, με την προαναφερθείσα 1412/2024 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί πρότυπης δίκης, έγινε δεκτό (στις σκέψεις 10, 11 και 20) ότι «η επί ποινή αποκλεισμού υποχρέωση δήλωσης στο ΕΕΕΣ των πληροφοριών του άρθρου 58 του ν. 4412/2016 εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ‘’υπεργολάβων, στις ικανότητες των οποίων δεν στηρίζεται ο προσφέρων’’, όπως τούτο σαφώς αποτυπώνεται […] στο τυποποιημένο έντυπο ΕΕΕΣ του Κανονισμού 2016/7 [βάσει του οποίου καταρτίσθηκε και το ΕΕΕΣ του ένδικου διαγωνισμού] και όχι στην περίπτωση υπεργολάβων, στις ικανότητες των οποίων στηρίζεται ο προσφέρων».
8. Επειδή, εξάλλου,όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 454/2025, 1440/2022, 2407/2021), όταν γίνει δεκτή αίτηση ακύρωσης του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 και ακυρωθεί η απόφαση ,με την οποία η ΕΑΔΗΣΥ δέχθηκε μεν ως βάσιμο έναν από τους ισχυρισμούς της προδικαστικής προσφυγής του οικονομικού φορέα (που παρενέβη εν συνεχεία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου), αλλά απέρριψε (η ΕΑΔΗΣΥ) τους υπόλοιπους ισχυρισμούς ως αλυσιτελείς, τότε το διοικητικό δικαστήριο δεν αναπέμπει την υπόθεση στην ΕΑΔΗΣΥ, για την εξέταση των παραπάνω ισχυρισμών της προδικαστικής προσφυγής, εάν ο παρεμβαίνων δεν άσκησε αίτηση ακύρωσης κατά της παράλειψης της ΕΑΔΗΣΥ να αποφανθεί επί του βασίμου των ισχυρισμών αυτών.
9. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στον ένδικο διαγωνισμό, που προκήρυξε ο Δήμος ……………… δυνάμει της 4517/04-04-2023 διακήρυξης, για την κατασκευή του έργου «…………………………….», υπέβαλαν προσφορές πέντε (5) οικονομικοί φορείς, μεταξύ των οποίων η αιτούσα, η «…………………………» και η παρεμβαίνουσα, οι οποίες αρχικά κατατάχθηκαν στην πρώτη (1η), δεύτερη (2η) και τρίτη (3η) σειρά μειοδοσίας, αντίστοιχα. Ενόψει , δε, του ότι οι προσφορές της αιτούσας και της «…………………………..» εμφάνιζαν απόκλιση μεγαλύτερη των δέκα (10) ποσοστιαίων μονάδων από τον μέσο όρο του συνόλου των εκπτώσεων των παραδεκτών προσφορών, αυτές κλήθηκαν από την αναθέτουσα Αρχή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 4412/2016, να αιτιολογήσουν την οικονομική δομή των προσφορών τους και, ως εκ τούτου, την ως άνω απόκλιση (σχετ. η …../2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου …………..). Οι δύο συμμετέχουσες ανταποκρίθηκαν στο αίτημα αυτό και υπέβαλαν σχετικά στοιχεία. Η Επιτροπή Διαγωνισμού, αφού εξέτασε τα υποβληθέντα στοιχεία, θεώρησε επαρκώς αιτιολογημένη μόνο την προσφορά της αιτούσας, η οποία είχε προσκομίσει, εκτός των άλλων, και τις οικονομικές προσφορές των οικονομικών φορέων, οι οποίοι αναφέρονται στην επόμενη σκέψη. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή εισηγήθηκε την ανάδειξη της αιτούσας ως προσωρινής αναδόχου, τον αποκλεισμό της «…………………………» και την κατάταξη της παρεμβαίνουσας ως δεύτερης (2ης) μειοδότριας (πρακτικό Ι/2023 της Επιτροπής Διαγωνισμού). Η εισήγηση αυτή έγινε δεκτή με την …../2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ………… Κατ’αυτής η παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ την ………../21-08-2023 προδικαστική προσφυγή της , προβάλλοντας ότι η προσφορά της αιτούσας έπρεπε να απορριφθεί αφενός ως ασυνήθιστα χαμηλή και αφετέρου γιατί η αιτούσα, κατά παράβαση της υποχρέωσης που είχε βάσει των άρθρων 58 και 79 του ν. 4412/2016 και των άρθρων 22, 23 και 25 της διακήρυξης, απάντησε ανακριβώς στο ερώτημα του ΕΕΕΣ περί υπεργολάβων. Ειδικοτερα,σύμφωνα με το έντυπο του ΕΕΕΣ που υπέβαλε η αιτούσα, το ερώτημα αυτό αφορούσε «πληροφορίες σχετικά με τους υπεργολάβους, στην ικανότητα των οποίων δεν στηρίζεται ο οικονομικός φορέας» και όχι τους υπεργολάβους, στις ικανότητες των οποίων στηρίζεται.
10. Επειδή, ως προς το ζήτημα ειδικά των υπεργολάβων, η παρεμβαίνουσα, με την προδικαστική της προσφυγή, υποστήριξε τα παρακάτω: Α) Σύμφωνα με «την έκθεση αιτιολόγησης της προσφοράς της, η [αιτούσα] προτίθεται να αναθέσει υπεργολαβικώς: α) τις οικοδομικές εργασίες του έργου (κτισίματα, επιχρίσματα, αντιστηρίξεις, χρωματισμούς, ξυλοτύπους, διαμορφώσεις) στον εργολάβο οικοδομών ……………………………. […] ,β) τις εργασίες περιφράξεων – κιγκλιδωμάτων συρματοπλεγμάτων στον εργολάβο ………………. […], γ) εργασίες ασφαλτικών στην πολιτικό μηχανικό ………………….., δ) εργασίες καθαιρέσεων – εκσκαφών – επιχωμάτων στην εργολάβο ……………………., ε) εργασίες κρασπεδορείθρων στην ‘’……………………’’, στ) εργασίες σκυροδετήσεων στην ‘………………..’’, ζ) εργασίες σιδηρού οπλισμού στην ‘’……………………..’’ και η) Η/Μ εργασίες στην ‘……………………..’’» (σχετ. οι από 24-04-2023, 27-04-2023, 24-04-2023, 28-04-2023, 22-04-2023, 25-04-2023, 28-04-2023 και από 28-04-2023, αντίστοιχα, προσφορές των ανωτέρω). Β) Από τις προσφορές αυτές προκύπτει ότι οι συντάκτες τους «έχουν προσφέρει στην αιτούσα τιμές για πλήρως εκτελεσμένες εργασίες – μηχανήματα – προσωπικό – υλικά – εργασία – μεταφορές [και] συναφώς … [αποτελούν] πράγματι υπεργολάβους της [αιτούσας], αφού συνιστούν τρίτους οικονομικούς φορείς σε σχέση με αυτήν , προτίθενται να εκτελέσουν αυτοτελή τμήματα του έργου με ίδια μέσα/μηχανήματα/προσωπικό, έχουν δε προσφέρει τιμές για πλήρως αποπερατωμένες εργασίες». Γ) «Από την προσφορά εκάστου εξ αυτών, όπως αυτές περιλαμβάνονται στον φάκελο αιτιολόγησης προσφοράς της [αιτούσας], αποδεικνύεται πλήρως και χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτοί θα εκτελέσουν τις αναφερόμενες [σε κάθε] προσφορά […] εργασίες, τις οποίες (προσφορές) και μόνο επικαλείται, εξάλλου, για την αιτιολόγηση της δικής της προσφοράς η αιτούσα» και Δ) «Επομένως, η αιτούσα όφειλε να είχε δηλώσει τους ως άνω υπεργολάβους στο ΕΕΕΣ της, προσδιορίζοντας το τμήμα της σύμβασης που θα ανετίθετο υπεργολαβικά σε καθέναν εξ αυτών, αναλυτικά και σε ποσοστό επί τοις εκατό, κάτι που, ωστόσο, δεν έγινε».
11. Επειδή η ΕΑΔΗΣΥ, με την προσβαλλόμενη απόφαση (………./2023), δέχθηκε ως βάσιμο τον παραπάνω ισχυρισμό της παρεμβαίνουσας και ακύρωσε την ……../2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ………., με το σκεπτικό ότι οι προαναφερθέντες οκτώ (8) οικονομικοί φορείς αποτελούν υπεργολάβους της αιτούσας, διότι θα εκτελέσουν τις εργασίες που κοστολογούν αναλυτικά και ότι η ιδιότητά τους αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο των προσφορών τους ,σε συνδυασμό με την από 22-06-2023 υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της αιτούσας, σύμφωνα με την οποία η τελευταία «χρησιμοποιεί και συνεργεία υπεργολάβων, που δουλεύουν σταθερά στα εργοτάξιά της εδώ και πολλά έτη». Αντιθέτως, η ΕΑΔΗΣΥ απέρριψε τους ισχυρισμούς, τους οποίους είχε προβάλει η αιτούσα με την παρέμβαση που άσκησε ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι: α) στον φάκελο των προσφορών, που υπέβαλε μαζί με την αιτιολόγηση, δεν υπάρχουν στοιχεία ενδεικτικά της ύπαρξης σχέσης υπεργολαβίας με τους προσφέροντες, β) πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στους υπεργολάβους που απαιτείται να δηλωθούν βάσει της διακήρυξης και σε εκείνους που χρησιμοποιούνται για λόγους ,οι οποίοι ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτέλεσης του έργου και γ) έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του άρθρου 102 του ν. 4412/2016 περί παροχής διευκρινίσεων. Τέλος, η ΕΑΔΗΣΥ έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση του άλλου λόγου της προδικαστικής προσφυγής.
12. Επειδή, μετά τα προεκτεθέντα, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτιμώνται τα ακόλουθα: Α) Η σύνταξη και η παράδοση στην αιτούσα των παραπάνω οκτώ (8) οικονομικών προσφορών δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη ,ότι οι συντάκτες τους ανέλαβαν και την υποχρέωση να εκτελέσουν για λογαριασμό της αιτούσας τις εργασίες που μνημονεύονται στις προσφορές. Επίσης, η ανάληψη της υποχρέωσης αυτής δεν μπορεί να συναχθεί από μόνο το γεγονός ότι στις προσφορές παρατίθενται αναλυτικά εργασίες παρόμοιες με εκείνες του ένδικου έργου, καθώς και οι προσφερόμενες τιμές για κάθε εργασία. Εξάλλου, οι προσφορές, για να θεωρηθούν αιτιολογημένες και συναφείς με το έργο, πρέπει να είναι αναλυτικά κοστολογημένες βάσει του είδους και του αντικειμένου των συμβατικών εργασιών (πρβλ. ΔΕφΛαρ 24/2025). Β) Ακόμα, όμως, και αν υποτεθεί ότι οι προσφέροντες ανέλαβαν την ως άνω υποχρέωση, αυτό δεν τους καθιστά αυτόματα και υπεργολάβους, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην 6η σκέψη της παρούσας, η υπεργολαβία προϋποθέτει επιπλέον ότι οι ανατεθείσες εργασίες θα γίνουν «υπό τον έλεγχο και τη διεύθυνση» των προσφερόντων και με δική τους «ευθύνη», χωρίς «τη σύμπραξη» και «την επίβλεψη» της αιτούσας. Η συνδρομή, ωστόσο, της προϋπόθεσης αυτής ,όσον αφορά τους ανωτέρω προσφέροντες, δεν προκύπτει ούτε από το περιεχόμενο των προσφορών τους ούτε από την από 22-06-2023 υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της αιτούσας, στην οποία, άλλωστε, δεν κατονομάζεται κανένας εκ των προσφερόντων (πρβλ. εξ αντιδιαστολής ΣτΕ 446/2024, σκέψη 14). Γ) Ανεξάρτητα, πάντως, από τα παραπάνω, από την προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου δεν μπορεί, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας, να συναχθεί με βεβαιότητα η υποχρέωση της αιτούσας να δηλώσει τους οκτώ (8) προσφέροντες ως υπεργολάβους στο ΕΕΕΣ. Και τούτο, διότι – όπως έγινε δεκτό στην 7η σκέψη και προκύπτει από το έντυπο του ΕΕΕΣ, που υπέβαλε η αιτούσα – αυτή είχε υποχρέωση να απαντήσει μόνο για τους υπεργολάβους στις ικανότητες των οποίων δεν στηρίζεται, από κανένα, δε, στοιχείο δεν προκύπτει αν ο νόμιμος εκπρόσωπός της αναφερόταν μόνο σε αυτήν την κατηγορία υπεργολάβων ή, αντιθέτως, και σε εκείνους ,στις ικανότητες των οποίων στηρίζεται η αιτούσα και για τους οποίους δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο επίμαχο ερώτημα. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει η υποχρέωση της αιτούσας να δηλώσει στο ΕΕΕΣ ως υπεργολάβους τους οκτώ (8) οικονομικούς φορείς, η ΕΑΔΗΣΥ έπρεπε, όπως βάσιμα προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, να απορρίψει τον αντίστοιχο ισχυρισμό της παρεμβαίνουσας, η οποία και έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης, καθώς εκείνη αμφισβήτησε την ακρίβεια του ΕΕΕΣ της αιτούσας (ΣτΕ 1412/2024, σκέψεις 14 και 15). Περαιτέρω, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της παρεμβαίνουσας, δεν είναι δυνατή, μετά την ακύρωση της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ για τον παραπάνω λόγο, η αναπομπή της υπόθεσης στην τελευταία για την εξέταση του ισχυρισμού της προδικαστικής προσφυγής που απορρίφθηκε ως αλυσιτελής. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό στην 8η σκέψη, η αναπομπή της υπόθεσης στην ΕΑΔΗΣΥ ,για την εξέταση του ισχυρισμού που απορρίφθηκε ως αλυσιτελής, προϋποθέτει την ακύρωση της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ κατά το αντίστοιχο σκέλος της κατόπιν ασκήσεως αίτησης ακύρωσης από την παρεμβαίνουσα, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ,εν προκειμένω,ότι έγινε.
13. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση καθ’ ό μέρος στρέφεται κατά της ΕΑΔΗΣΥ, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και να απορριφθεί η παρέμβαση. Περαιτέρω, πρέπει να αποδοθεί στην αιτούσα το παράβολο που κατέβαλε (άρθρο 372 παρ. 5 εδαφ. ε’ του ν. 4412/2016), κατ’ εκτίμηση, όμως, των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγούν η καθ’ ής ΕΑΔΗΣΥ και η παρεμβαίνουσα από τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας (άρθρα 39 παρ. 1 εδαφ. β’ του π.δ. 18/1989 – Α’ 8 και 372 παρ. 13 του ν. 4412/2016).