Με την 2208/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, έγινε δεκτή αίτηση επανάληψης της διαδικασίας και εκδικάσθηκε εκ νέου αίτηση ακυρώσεως ανώνυμης εταιρείας, η οποία είχε, αρχικά, απορριφθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η επανάληψη της διαδικασίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας προβλέπεται από τον ελληνικό νόμο (άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 4446/2016) στις περιπτώσεις που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι προηγούμενη απόφαση του ΣτΕ συνιστά παραβίαση δικαιώματος του ενδιαφερομένου, όπως συνέβη εν προκειμένω.

Κατά το Δικαστήριο του Στρασβούργου (ΕΔΔΑ), ενώπιον του οποίου προσέφυγαν οι αιτούντες, η αντιφατικότητα δύο αποφάσεων δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου και κλόνιζε την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου και, για το λόγο αυτό, στοιχειοθετούσε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκαιη (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ) των προσώπων που εκμεταλλεύονται το συγκρότημα κινηματογράφων και είχαν επιδιώξει την παύση λειτουργίας του ανταγωνιστικού πολυκινηματογράφου.

Συγκεκριμένα, το Ε’ Τμήμα, εμμένοντας στη νομολογία του, διέταξε τη σφράγιση του ίδιου πολυκινηματογράφου, που η άδεια λειτουργίας του είχε κριθεί νόμιμη από το Δ’ Τμήμα.

Η Ολομέλεια δέχθηκε την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, και εξαφάνισε την απόφαση του Δ΄ Τμήματος που δεν είχε εφαρμόσει ορθά την αρχική απόφαση της Ολομέλειας, στη συνέχεια δε, εκδίκασε και πάλι την αίτηση ακυρώσεως κατά της άδειας λειτουργίας του επίμαχου πολυκινηματογράφου. Στο πλαίσιο αυτό, απέρριψε τους ισχυρισμούς των εταιρειών εκμετάλλευσης του πολυκινηματογράφου, οι οποίες αμφισβητούσαν την παρανομία αυτής της χρήσης γης στην περιοχή, και, αντίθετα με την εξαφανισθείσα απόφαση του Δ΄ Τμήματος, έκανε δεκτή την αίτηση ακυρώσεως και ακύρωσε την άδεια λειτουργίας.

Με την 2210/2020 απόφασή της η Ολομέλεια έκρινε, εν πρώτοις, ότι η δήλωση υπαγωγής στο νόμο ν. 4178/2013 για την τακτοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών και χρήσεων, συνοδευόμενη από την καταβολή παραβόλου και, ενδεχομένως, προστίμου, έχει ως συνέπεια την διατήρηση των αμφισβητούμενων κτιρίων και χρήσεων μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας υπαγωγής, αφού, διαφορετικά, αν, δηλαδή, οι αυθαίρετες κατασκευές μπορούσαν, εν τω μεταξύ, να κατεδαφιστούν και οι παράνομες χρήσεις να απομακρυνθούν, δεν θα είχε νόημα η υπαγωγή τους στο σύστημα του νόμου.

Τέλος, η Ολομέλεια, επαναλαμβάνοντας τη νομολογία της, έκρινε ότι η πολεοδομική τακτοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών και χρήσεων ασύμβατων με το πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής, δεν ήταν οπωσδήποτε επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι η παρανομία αυτή είχε διαγνωσθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η παράκαμψη της οποίας θα ήταν αντίθετη στις συνταγματικές διατάξεις περί δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και δεσμευτικότητας των δικαστικών αποφάσεων.

Δείτε τις περιλήψεις των δύο αποφάσεων εδώ.