Με την υπ’ αριθ. 147/2022 απόφαση της επταμελούς Συνθέσεως του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ ελέγχθηκε η συμβατότητα ή μη με το ενωσιακό δίκαιο και το Σύνταγμα του συστήματος παροχής δικαστικής προστασίας που εγκαθιδρύθηκε με το άρθρο 372 του ν. 4412/2016 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021. Ειδικότερα, κρίθηκε -σε μερικές περιπτώσεις ομόφωνα και σε άλλες κατά πλειοψηφία- ότι: α) οι αποφάσεις των Διοικητικών Εφετείων, παρά την ανυπαρξία ρητής νομοθετικής μνείας, εξακολουθούν να είναι αμετάκλητες, β) η υποχρεωτική άσκηση με ίδιο δικόγραφο αίτησης αναστολής και αίτησης ακυρώσεως αντίκειται στο άρθρο 2 της οδηγίας 89/665, γ) επιτρεπτώς προβλέπεται ο ορισμός σύντομης προθεσμίας για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως και ο ορισμός προθεσμίας για τη δημοσίευση του διατακτικού της εκδιδόμενης δικαστικής απόφασης, πλην όμως οι προθεσμίες αυτές είναι ενδεικτικές, δ) η διάταξη του άρθρου 372 παρ. 7 του ν. 4412/2016 που προβλέπει ότι ο Πρόεδρος αποφαίνεται επί του αιτήματος αναστολής εντός της σύντομης προθεσμίας της παραγράφου αυτής αντίκειται στο Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο, ε) είναι νόμιμη η 10ήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης «αναστολής και ακύρωσης» και την άσκηση παρέμβασης επ’ αυτής, καθώς και η προθεσμία για την προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων των διαδίκων, ενώ υπάρχει και δυνατότητα κατάθεσης πρόσθετων λόγων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 18/1989, στ) είναι αντισυνταγματική η διήμερη προθεσμία κοινοποίησης της αίτησης «αναστολής και ακύρωσης» και της παρέμβασης και ζ) δεν καθιερώνεται απόλυτη δικονομική ακυρότητα εις βάρος των παθητικώς νομιμοποιουμένων σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης διαβίβασης στο Δικαστήριο του φακέλου των απόψεών τους, αλλά παρέχεται δυνατότητα στο Δικαστήριο να θεωρήσει ως ομολογημένη την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος. Τέλος, στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος αναστολής του αιτούντος, το Δικαστήριο οριοθέτησε τη δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να ζητά από υποψήφιο να διευκρινίσει την προσφορά του με βάση την παραχθείσα για το ζήτημα αυτό νομολογία του ΔΕΕ.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης.
Αριθμός 147/2022
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Δ. Κυριλλόπουλος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Χρ. Σιταρά, Σύμβουλοι, Ι Μιχαλακόπουλος, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι. Γραμματέας η …, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 13 Σεπτεμβρίου 2021 αίτηση ακυρώσεως και αίτηση αναστολής:
της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…», που εδρεύει στη …, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο …, που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1. Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (Α.Ε.Π.Π.), που εδρεύει …, η οποία παρέστη με τη δικηγόρο …, που τη διόρισε με εξουσιοδότηση του Προέδρου της και 2. Οργανισμού Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ο.Π.Ε.Κ.Α.), που εδρεύει …, ο οποίος παρέστη με τη …, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
και κατά των παρεμβαινόντων: Α. 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο …, 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο … και 3. ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…», και τον διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στα …, καθώς και υπό τη μορφή της ένωσης εταιρειών με την επωνυμία «…», οι οποίες παρέστησαν με τη δικηγόρο …, που τη διόρισαν με πληρεξούσια και Β. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στη …, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο …, που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί και να ανασταλεί η εκτέλεση: 1. της υπ’ αριθμ. 1431/2021 (1ο Κλιμάκιο) απόφασης της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών και 2. της υπ’ αριθμ. 1672/3/9.7.2021 απόφασης του Δ.Σ. του Οργανισμού Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ο. Παπαδοπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας εταιρείας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, την πληρεξούσια της καθ’ ής Αρχής, την αντιπρόσωπο του Ο.Π.Ε.Κ.Α. και τους πληρεξούσιους των παρεμβαινουσών εταιρειών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την … απόφαση της Αναπληρώτριας Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 1299) ανατέθηκε στον “Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης” [ΟΠΕΚΑ] η υλοποίηση, εκτέλεση και διαχείριση του προγράμματος “Παροχή Υπηρεσιών παρασκευής-συσκευασίας και διανομής ζεστών γευμάτων (Σχολικά Γεύματα) σε μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης”. Με την … απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΠΕΚΑ εγκρίθηκε η διενέργεια ανοικτού διαγωνισμού, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών παρασκευής-συσκευασίας και διανομής ζεστών γευμάτων σε μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, για 158 διδακτικές ημέρες κατά το σχολικό έτος 2021-2022 και για 158 διδακτικές ημέρες κατά το σχολικό έτος 2022-2023, με δικαίωμα προαίρεσης για 158 διδακτικές ημέρες κατά το επόμενο σχολικό έτος 2023-2024, και με κριτήριο κατακύρωσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει της τιμής. Ακολούθως, με την Διακήρυξη 6/2021 [αριθμ. πρωτ. Ζ2/144/20.4.2021], προκηρύχθηκε ηλεκτρονικός, ανοικτός, δημόσιος διαγωνισμός με το ως άνω συμβατικό αντικείμενο. Η Διακήρυξη εστάλη για δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 15.4.2021 και η σχετική δημοσίευση πραγματοποιήθηκε στις 20.4.2021· αναρτήθηκε, επίσης, στο Κεντρικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων [ΚΗΜΔΗΣ] και στην διαδικτυακή πύλη του Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων [ΕΣΗΔΗΣ] στις 23.4.2021. Στο άρθρο 1.3 της Διακήρυξης περιγράφεται το συμβατικό αντικείμενο (παροχή 210.347 μερίδων γευμάτων ημερησίως ανά σχολικό έτος για 158 διδακτικές ημέρες), με κωδικό Κοινού Λεξιλογίου Δημοσίων Συμβάσεων (CPV) 55523100-3, και ορίζεται, περαιτέρω, ότι η σύμβαση υποδιαιρείται σε εβδομήντα έξι (76) συνολικώς Τμήματα, όπως αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά στο Παράρτημα Ι, και ότι οι προσφορές υποβάλλονται για κάθε Τμήμα χωριστά από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι δύνανται να υποβάλουν προσφορά για ένα ή για περισσότερα Τμήματα, με μέγιστο αριθμό τα είκοσι. Στο ίδιο άρθρο, καθώς και στο άρθρο 3.1.2 της Διακήρυξης, ορίζεται ότι η κατακύρωση πραγματοποιείται ανά Τμήμα. Στον διαγωνισμό αυτό έλαβε μέρος η αιτούσα, η οποία υπέβαλε προσφορά για το Τμήμα 72 (Δήμος …), εκτιμώμενης αξίας χωρίς ΦΠΑ 1.357.299,00 ευρώ (1.533.747,87 ευρώ με ΦΠΑ 13%), του δικαιώματος προαίρεσης υπολογιζομένου σε 678.649,50 ευρώ, καθώς και για το Τμήμα 75 (Δήμος …), εκτιμώμενης αξίας χωρίς ΦΠΑ 952.029,00 ευρώ (1.075.792,77 ευρώ με ΦΠΑ 13%), του δικαιώματος προαίρεσης υπολογιζομένου σε 476.014,50 ευρώ. Για το Τμήμα 72 υπέβαλε επίσης προσφορά η εταιρεία … [η οποία υπέβαλε προσφορά και για τα Τμήματα 14 (Δήμος …), 26 (Δήμοι …), 33 (Δήμος …), 36 (Δήμος …) και 47 (Δήμος …)], ενώ για το Τμήμα 75 υπέβαλε επίσης προσφορά η ένωση εταιρειών … [η οποία υπέβαλε προσφορά και για τα Τμήματα 1 (Δήμος …), 16 (Δήμος …), 19 (Δήμοι …), 27 (Δήμοι …), 32 (Δήμοι …), 39 (Δήμος …), 41 (Δήμος …), 42 (Δήμος …), 48 (Περιφερειακή Ενότητα …), 53 (Δήμος …), 58 (Περιφερειακή …), 71 (Δήμος …) και 74) (Δήμος …)]. Κατόπιν αποσφράγισης και ελέγχου του υποφακέλου “Δικαιολογητικά συμμετοχής-Τεχνική προσφορά” των προσφορών των συμμετεχόντων, η Επιτροπή Διενέργειας του Διαγωνισμού, με το 1/6.7.2021 πρακτικό της, έκρινε ότι η προσφορά της αιτούσας πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν καλύπτει το κριτήριο επιλογής της απαιτούμενης τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας, κατά το άρθρο 2.2.6.β της Διακήρυξης, εισηγήθηκε δε την αποδοχή των προσφορών της εταιρείας … και της ένωσης … . Στη συνέχεια, κατόπιν αποσφράγισης των οικονομικών προσφορών των υποψηφίων, οι προσφορές των οποίων είχαν κριθεί παραδεκτές με το ανωτέρω 1/6.7.2021 πρακτικό, η Επιτροπή Διενέργειας του Διαγωνισμού, με το 2/8.7.2021 πρακτικό της, αξιολόγησε τις αποσφραγισθείσες οικονομικές προσφορές των υποψηφίων και κατάρτισε πίνακα κατά σειρά μειοδοσίας, εισηγούμενη την ανάδειξη, ως προσωρινού αναδόχου, της … για το Τμήμα 72 και της ένωσης … για το Τμήμα 75. Με την 1672/3/9.7.2021 απόφαση του ΔΣ του ΟΠΕΚΑ εγκρίθηκαν τα ανωτέρω 1/6.7.2021 και 2/8.7.2021 πρακτικά της Επιτροπής του Διαγωνισμού. Κατά της απόφασης αυτής του ΔΣ, η αιτούσα εταιρεία άσκησε την από 22.7.2021 προδικαστική προσφυγή, με την οποία προέβαλε αιτιάσεις τόσο κατά του αποκλεισμού της, όσο και κατά της αποδοχής των προσφορών της εταιρείας … και της ένωσης … . Η προδικαστική προσφυγή της αιτούσας απορρίφθηκε με την 1431/2021 απόφαση της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών [ΑΕΠΠ].
2. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, το οποίο ασκήθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 372 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 (Α΄ 36) [βλ. κατωτέρω], ζητείται η ακύρωση και η αναστολή εκτέλεσης: (α) της 1431/2021 απόφασης της ΑΕΠΠ, με την οποία απορρίφθηκε, κατά τα εκτεθέντα, η προδικαστική προσφυγή της αιτούσας, και (β) της 1672/3/9.7.2021 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΠΕΚΑ, καθ’ ο μέρος με αυτήν απορρίφθηκε η προσφορά της αιτούσας και κρίθηκαν αποδεκτές οι προσφορές της εταιρείας … για το τμήμα 72 της προς ανάθεση σύμβασης και της Ένωσης εταιρειών … για το τμήμα 75 της αυτής σύμβασης.
3. Επειδή, με πράξη της Προέδρου του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου απορρίφθηκε το αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής, με την ακόλουθη αιτιολογία: “η μεν σύναψη της σύμβασης κωλύεται εκ του νόμου μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης, το αίτημα δε αναστολής της προόδου της διαδικασίας είναι, εν προκειμένω, άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη πράξη της η αναθέτουσα αρχή (ΟΠΕΚΑ) προέβη και στην ανάδειξη προσωρινού αναδόχου”.
4. Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 94) [όπως έχει διορθωθεί (L 135/24.5.2016)], με αυτήν θεσπίζονται κανόνες “για τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που πραγματοποιούνται από αναθέτουσες αρχές, τόσο για δημόσιες συμβάσεις όσο και για διαγωνισμούς μελετών, των οποίων η αξία εκτιμάται ότι δεν υπολείπεται των κατώτατων ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 4”. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας αυτής, “1) ως ‘αναθέτουσες αρχές’ νοούνται το κράτος, οι περιφερειακές ή οι τοπικές αρχές, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου ή οι ενώσεις μιας ή περισσότερων από αυτές τις αρχές ή ενός ή περισσότερων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου· 2) ως ‘κεντρικές κυβερνητικές αρχές’ νοούνται οι αναθέτουσες αρχές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I και, εφόσον έχουν επέλθει διορθώσεις ή τροποποιήσεις σε εθνικό επίπεδο, οι φορείς που τις έχουν διαδεχθεί …”. Κατά το άρθρο 4, η ανωτέρω οδηγία “εφαρμόζεται στις συμβάσεις των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) είναι ίση προς ή ανώτερη από τα ακόλουθα κατώτατα όρια: α) … δ) 750 000 EUR για δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που αφορούν κοινωνικές και άλλες ειδικές υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XIV”, κατά το άρθρο 5 δε, “1. Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας σύμβασης βασίζεται στο συνολικό πληρωτέο ποσό, χωρίς ΦΠΑ, όπως εκτιμάται από την αναθέτουσα αρχή, συμπεριλαμβανομένων τυχόν δικαιωμάτων προαιρέσεως ή τυχόν παρατάσεων της σύμβασης, όπως ορίζουν ρητά τα έγγραφα της διαδικασίας σύναψης σύμβασης … 8. Όταν προτεινόμενο έργο ή προτεινόμενη παροχή υπηρεσιών μπορεί να οδηγήσει σε ανάθεση συμβάσεων υπό τη μορφή χωριστών τμημάτων, λαμβάνεται υπόψη η συνολική εκτιμώμενη αξία όλων αυτών των τμημάτων. Όταν η συνολική αξία των τμημάτων ισούται ή υπερβαίνει το κατώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 4, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στην ανάθεση κάθε τμήματος …”. Εξ άλλου, στις “κεντρικές κυβερνητικές αρχές” του Παραρτήματος Ι της ως άνω οδηγίας περιλαμβάνεται ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων και στις “κοινωνικές και άλλες ειδικές υπηρεσίες” του Παραρτήματος XIV περιλαμβάνονται οι υπηρεσίες σχολικών γευμάτων με κωδικό CPV 55523100-3. Η οδηγία 2014/24/ΕΕ μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 4412/2016 (Α΄ 147, διόρθωση σφαλμάτων Α΄ 200), ο οποίος ορίζει στο άρθρο 1 ότι “1. Οι διατάξεις του παρόντος αποτελούν προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις: α) της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ … και γ) της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ … 2. Ο παρών νόμος θεσπίζει κανόνες: α) για τις διαδικασίες προγραμματισμού και σύναψης δημοσίων συμβάσεων και διαγωνισμών μελετών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Βιβλίου Ι (άρθρα 2 έως 221), … και δ) για την έννομη προστασία κατά τη σύναψη συμβάσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Βιβλίου ΙV (άρθρα 345 έως 374). Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται, με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 έως 7, σε όλες τις συμβάσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄, ανεξαρτήτως είδους και εκτιμώμενης αξίας αυτών, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις αυτού”, στο δε άρθρο 2 παρ. 1 ότι “Για τους σκοπούς του παρόντος εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) (α) ως ‘αναθέτουσες αρχές’ νοούνται το κράτος, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου ή οι ενώσεις μιας ή περισσότερων από αυτές τις αρχές ή ενός ή περισσότερων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου και οι αναθέτουσες αρχές κατά την έννοια του άρθρου 223 και (β) … 2) ως ‘κεντρικές κυβερνητικές αρχές (ΚΚΑ)’ νοούνται οι αναθέτουσες αρχές που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I του Προσαρτήματος Α και, εφόσον έχουν επέλθει διορθώσεις ή τροποποιήσεις, οι φορείς που τις έχουν διαδεχθεί …”. Στις “κεντρικές κυβερνητικές αρχές” του Παραρτήματος Ι του Προσαρτήματος Α περιλαμβάνεται ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω, το Βιβλίο I (άρθρα 3 έως 221Α) του ν. 4412/2016 φέρει τον τίτλο “Δημόσιες συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στην Οδηγία 2014/24/ΕΕ)” και, μεταξύ άλλων, περιέχει στα άρθρα 5 και 6 διατάξεις αντίστοιχες με τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 και 5 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 5: “Ως κατώτατα όρια, σε συνάρτηση προς την εκτιμώμενη αξία της σύμβασης, εκτός ΦΠΑ, ορίζονται τα ακόλουθα: α) … δ) 750.000 ευρώ για δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που αφορούν κοινωνικές και άλλες ειδικές υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα XIV του Προσαρτήματος Α. Τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στις ως άνω περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ ισχύουν, εφόσον δεν έχουν αναθεωρηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ”, και κατά το άρθρο 6: “1. Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας σύμβασης βασίζεται στο συνολικό πληρωτέο ποσό, χωρίς ΦΠΑ, όπως εκτιμάται από την αναθέτουσα αρχή, συμπεριλαμβανομένου κάθε τυχόν δικαιώματος προαιρέσεως ή τυχόν παρατάσεων της σύμβασης, όπως ορίζουν ρητά τα έγγραφα της σύμβασης … 8. Όταν προτεινόμενο έργο ή προτεινόμενη παροχή υπηρεσιών μπορεί να οδηγήσει σε ανάθεση συμβάσεων υπό τη μορφή χωριστών τμημάτων, λαμβάνεται υπόψη η συνολική εκτιμώμενη αξία όλων αυτών των τμημάτων. Όταν η συνολική αξία των τμημάτων ισούται ή υπερβαίνει το κατώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 5, το παρόν Βιβλίο (άρθρα 3 έως 221) εφαρμόζεται στην ανάθεση κάθε τμήματος …”. Στις δε “κοινωνικές και άλλες ειδικές υπηρεσίες” του Παραρτήματος XIV του Προσαρτήματος Α του ν. 4412/2016 περιλαμβάνονται οι υπηρεσίες σχολικών γευμάτων με κωδικό CPV 55523100-3. Τέλος, στο άρθρο 1 του ν. 4520/2018 (Α΄ 30, διόρθωση σφαλμάτων Α΄ 83/10.5.2018) ορίζεται ότι: “1. Ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μετονομάζεται σε Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) και συνιστά ενιαίο φορέα υλοποίησης πολιτικών που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης του ν. 4387/2016 (Α΄ 85). 2. Ο ΟΠΕΚΑ είναι ΝΠΔΔ, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα. 3. Ο ΟΠΕΚΑ καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος του ΟΓΑ ως προς το σύνολο των αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος”.
5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ προκύπτει ότι όταν ένας διαγωνισμός για την παροχή υπηρεσιών μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη σύναψη χωριστών συμβάσεων υπηρεσιών κατά τμήματα, όπως εν προκειμένω, λαμβάνεται υπόψη η εκτιμώμενη συνολική αξία αυτών των τμημάτων και, εφόσον η εν λόγω αξία υπερβαίνει το όριο που τίθεται στο άρθρο 4, η οδηγία 2014/24/ΕΕ εφαρμόζεται, κατ’ αρχήν, για τη σύναψη της σύμβασης κάθε τμήματος (βλ. ΕΑ ΣτΕ 19/2020, 133/2019, 136/2013 Ολομ κ.ά.). Εξ άλλου, ο ΟΠΕΚΑ, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 4520/2018 είναι οιονεί καθολικός διάδοχος του ΟΓΑ, που περιλαμβάνεται στις “κεντρικές κυβερνητικές αρχές” του Παραρτήματος Ι της ως άνω οδηγίας 2014/24/ΕΕ [βλ. και Παράρτημα Ι του Προσαρτήματος Α του ν. 4412/2016], αποτελεί αναθέτουσα αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 περ. 1 και 2 της οδηγίας αυτής [βλ. και άρθρο 2 παρ. 1 περ. 1 και 2 του ν. 4412/2016] (βλ. ΕΑ ΣτΕ 203/2018, 204-7/2018). Επομένως, ο επίδικος διαγωνισμός με αναθέτουσα αρχή τον ΟΠΕΚΑ, εμπίπτει, ως εκ του αντικειμένου του [παροχή υπηρεσιών σχολικών γευμάτων] και του ύψους της συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης για όλα τα Τμήματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος προαίρεσης [224.335.075,50 ευρώ χωρίς ΦΠΑ], στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και του ν. 4412/2016 και διέπεται από τις διατάξεις του Βιβλίου ΙV του νόμου αυτού.
6. Επειδή, το Βιβλίο IV του προαναφερθέντος ν. 4412/2016, υπό τον τίτλο “Έννομη προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων”, ορίζει στο άρθρο 345 [όπως ισχύει, ήτοι πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 134 του ν. 4782/2021 (Α΄ 36), η ισχύς του οποίου αρχίζει από 1.3.2022, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 1 περ. ε΄ του ίδιου νόμου και το άρθρο 57 του ν. 4825/2021 (Α΄ 157), που τροποποίησε ακολούθως την παράγραφο αυτή] ότι: “Οι διατάξεις του παρόντος Βιβλίου (άρθρα 345 έως 374) εφαρμόζονται στις διαφορές που προκύπτουν κατά τη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων του παρόντος νόμου, καθώς και τροποποίησης αυτών, με εκτιμώμενη αξία ανώτερη των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ και ανεξάρτητα από τη φύση τους” [παρ. 1], στο άρθρο 346 [όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 107 παρ. 49 του ν. 4497/2017 (Α´ 171)] ότι: “1. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί σύμβαση των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της ευρωπαϊκής ή εσωτερικής νομοθεσίας, έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 360 και να ζητήσει προσωρινή προστασία, σύμφωνα με το άρθρο 366, ακύρωση παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 367 ή ακύρωση σύμβασης η οποία έχει συναφθεί παράνομα, σύμφωνα με το άρθρο 368. 2. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από απόφαση της ΑΕΠΠ επί της προδικαστικής προσφυγής του άρθρου 360, μπορεί να ασκήσει αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης και αίτηση για την ακύρωση της απόφασής της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 372 …”, στο άρθρο 360 παρ. 1 και 2 ότι: “1. Κάθε ενδιαφερόμενος ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση του νόμου αυτού και έχει ή είχε υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, υποχρεούται, πριν από την υποβολή των προβλεπόμενων στον Τίτλο 3 ένδικων βοηθημάτων, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της ΑΕΠΠ κατά της σχετικής πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής. 2. Η άσκηση της προδικαστικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων του Τίτλου 3 κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων των αναθετουσών αρχών” και στο άρθρο 367 ότι: “1. Η ΑΕΠΠ αποφαίνεται αιτιολογημένα επί της βασιμότητας των προβαλλόμενων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών της προσφυγής και των ισχυρισμών της αναθέτουσας αρχής και, σε περίπτωση παρέμβασης, των ισχυρισμών του παρεμβαίνοντος και δέχεται (εν όλω ή εν μέρει) ή απορρίπτει την προσφυγή με απόφασή της, η οποία εκδίδεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την ημέρα εξέτασης της προσφυγής. 2. Επί αποδοχής προσφυγής κατά πράξης ακυρώνεται ολικώς ή μερικώς η προσβαλλόμενη πράξη, ενώ επί αποδοχής προσφυγής κατά παράλειψης, ακυρώνεται η παράλειψη και η υπόθεση αναπέμπεται στην αναθέτουσα αρχή για να προβεί αυτή στην οφειλόμενη ενέργεια. 3. … 4. Οι αποφάσεις της ΑΕΠΠ υπόκεινται αποκλειστικά στα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στον Τίτλο 3 του παρόντος Βιβλίου. 5. …”. Περαιτέρω, στο άρθρο 372 που περιλαμβάνεται στον Τίτλο 3 του ίδιου Βιβλίου IV, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, ορίζονται τα εξής: “1. Όποιος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και υφίσταται ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από ενδεχόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί δημόσιων συμβάσεων, μπορεί, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ακύρωσης των αποφάσεων της ΑΕΠΠ. Το αυτό ισχύει και σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής. Δικαίωμα άσκησης του ως άνω ένδικου βοηθήματος έχει και η αναθέτουσα αρχή, αν η ΑΕΠΠ κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή, αλλά και αυτός του οποίου έχει γίνει εν μέρει δεκτή η προδικαστική προσφυγή. Με την απόφαση της ΑΕΠΠ λογίζονται ως συμπροσβαλλόμενες και όλες οι συναφείς προς την εν λόγω απόφαση πράξεις ή παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής, εφόσον έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί, αντιστοίχως, έως τη συζήτηση της αίτησης. Όταν η ΑΕΠΠ απορρίπτει την προδικαστική προσφυγή, νομιμοποιούνται παθητικώς η ΑΕΠΠ και η αναθέτουσα αρχή. Όταν η ΑΕΠΠ κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή, νομιμοποιείται παθητικώς μόνο η ΑΕΠΠ. 2. Η αίτηση αναστολής και ακύρωσης περιλαμβάνει μόνο αιτιάσεις που είχαν προταθεί με την προδικαστική προσφυγή ή αφορούν στη διαδικασία ενώπιον της ΑΕΠΠ ή το περιεχόμενο των αποφάσεών της. Η αναθέτουσα αρχή, εφόσον ασκήσει την αίτηση της παραγράφου 1, μπορεί να προβάλει και οψιγενείς ισχυρισμούς αναφορικά με τους επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την άμεση ανάθεση της σύμβασης. 3. Αρμόδιο για την εκδίκαση των υποθέσεων του παρόντος είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής. Κατ’ εξαίρεση, διαφορές οι οποίες προκύπτουν κατά την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης έργων ή υπηρεσιών και δημόσιων συμβάσεων, οι οποίες υλοποιούνται ως Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) σύμφωνα με τον ν. 3389/2005 (Α΄ 232), εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ομοίως, διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ, με εκτιμώμενη αξία μεγαλύτερη των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. 4. Η αίτηση ασκείται εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης της ΑΕΠΠ ή από την παρέλευση της προθεσμίας για την έκδοση απόφασης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 367 περί διαδικασίας λήψης απόφασης και συνεπειών των αποφάσεων της ΑΕΠΠ. Η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δεν πρέπει να απέχει πέραν των εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση του δικογράφου. Ο Πρόεδρος του αρμόδιου Τμήματος ορίζει με πράξη του τον εισηγητή, καθώς και την ημέρα και την ώρα εκδίκασης της αίτησης. Αντίγραφο της αίτησης με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την ΑΕΠΠ, την αναθέτουσα αρχή, αν δεν έχει ασκήσει αυτή την αίτηση, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο, την κλήτευση του οποίου διατάσσει με πράξη του ο Πρόεδρος ή ο προεδρεύων του αρμόδιου Δικαστηρίου ή Τμήματος έως την επόμενη ημέρα από την κατάθεση της αίτησης. Ο αιτών υποχρεούται επί ποινή απαραδέκτου του ενδίκου βοηθήματος να προβεί στις παραπάνω κοινοποιήσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) ημερών από την έκδοση και την παραλαβή της ως άνω πράξης του Δικαστηρίου. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ως άνω κοινοποίηση της αίτησης κατατίθεται η παρέμβαση και διαβιβάζονται ο φάκελος και οι απόψεις των παθητικώς νομιμοποιούμενων. Εντός της ίδιας προθεσμίας κατατίθενται στο Δικαστήριο και τα στοιχεία που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επιπρόσθετα, η παρέμβαση κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος στα λοιπά μέρη της δίκης εντός δύο (2) ημερών από την κατάθεσή της, αλλιώς λογίζεται ως απαράδεκτη. Το διατακτικό της δικαστικής απόφασης εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση της αίτησης της παραγράφου 1 ή από την προθεσμία για την υποβολή υπομνημάτων. 5. Για την άσκηση της αίτησης οι οικονομικοί φορείς καταβάλλουν παράβολο … 6. Η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου της παραγράφου 3 κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 7 το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. Επίσης, η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης κωλύουν την πρόοδο της διαδικασίας ανάθεσης για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από την άσκηση της αίτησης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 7 το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. 7. Μέχρι την παρέλευση της εκ του νόμου αναστολής της προόδου της διαδικασίας κατά την παράγραφο 6, και εφόσον έχουν γίνει προσηκόντως οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 4 κοινοποιήσεις της αίτησης, ο Πρόεδρος Εφετών του οικείου Διοικητικού Εφετείου ή ο Εφέτης που αυτός ορίζει, καθώς και ο Πρόεδρος ή ο προεδρεύων της Ολομέλειας ή του οικείου σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας αντίστοιχα, αποφαίνονται επί του αιτήματος αναστολής με προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία. Εφόσον κριθεί σκόπιμο, μπορεί να ζητηθεί ακρόαση των μερών με κάθε πρόσφορο τρόπο. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως, μπορεί δε να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά από σχετική αίτηση οιουδήποτε των μερών, την οποία ο αιτών κοινοποιεί στους υπόλοιπους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως, με τήρηση της διαδικασίας του παρόντος. Με την ίδια διαδικασία, ύστερα από αίτημα του μέρους που στοιχειοθετεί σχετικό έννομο συμφέρον, μπορεί να αρθεί η εκ του νόμου αναστολή σύναψης της σύμβασης ή/και η εκ του νόμου αναστολή της προόδου της διαδικασίας ανάθεσης σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παράγραφο 6. Στις περιπτώσεις που, λόγω της σπουδαιότητας της υπόθεσης, αυτή παραπέμπεται από την Πενταμελή Σύνθεση στην Επταμελή Σύνθεση ή στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ή όταν το Διοικητικό Εφετείο αποστέλλει αίτημα για πρότυπη δίκη κατά το άρθρο 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ή στην περίπτωση υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την παραπεμπτική απόφαση ή με προσωρινή διαταγή κατά τα ανωτέρω διατάσσεται κάθε πρόσφορο μέτρο προσωρινής προστασίας μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης. 8. Το αίτημα αναστολής γίνεται δεκτό, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εθνικού δικαίου και η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Το αίτημα, όμως, μπορεί να απορριφθεί, αν από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Το Δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων της διακήρυξης, των τευχών δημοπράτησης και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού με τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, την απαγόρευση νομικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως τη διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. 9. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν αιτήθηκε ή αιτήθηκε ανεπιτυχώς την αναστολή και η σύμβαση υπογράφηκε και η εκτέλεσή της ολοκληρώθηκε πριν από τη συζήτηση της αίτησης, εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989. 10. Στις διαφορές του παρόντος δεν εφαρμόζεται το άρθρο 11 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου … 12. Με μέριμνα του Προέδρου της, η ΑΕΠΠ οφείλει να συμμορφώνεται … με τις δικαστικές αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος, με τις οποίες ακυρώνονται εν όλω ή εν μέρει οι αποφάσεις της … 13. Με την επιφύλαξη του παρόντος νόμου, για την εκδίκαση των διαφορών του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 18/1989”. Σύμφωνα με το άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4782/2021, το άρθρο 138 του ίδιου νόμου, δηλαδή η διάταξη με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 372 του ν. 4412/2016, “διέπει τις διαφορές που αναφύονται από πράξεις οι οποίες κοινοποιούνται στον θιγόμενο ή των οποίων προκύπτει εκ μέρους του πλήρης γνώση μετά την 1.9.2021. Το ίδιο ισχύει για τις παραλείψεις που συντελούνται μετά την ημερομηνία αυτή”. Σύμφωνα δε με το άρθρο 142 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4782/2021, το ως άνω άρθρο 138 αρχίζει να ισχύει από την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
7. Επειδή, η προσβαλλόμενη πράξη της ΑΕΠΠ κοινοποιήθηκε στην αιτούσα την 3.9.2021. Συνεπώς, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύουν μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάστασή τους με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021.
8. Επειδή, σύμφωνα με τις ήδη αναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, όταν η προς ανάθεση σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη σύναψη χωριστών συμβάσεων κατά τμήματα, λαμβάνεται μεν υπόψη, όσον αφορά το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, η εκτιμώμενη συνολική αξία των τμημάτων αυτών, για την εφαρμογή, όμως, των περί καθ’ ύλην αρμοδιότητας των δικαστηρίων διατάξεων του άρθρου 372 παρ. 3 του ν. 4412/2016 δεν γίνεται τέτοιος υπολογισμός, βασιζόμενος στη συνολική προϋπολογιζόμενη δαπάνη. Και τούτο διότι, κατά την έννοια του άρθρου 372 παρ. 3 του ν. 4412/2016, ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της διάταξης περί αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ερείδεται στην τεκμαιρόμενη ιδιαίτερη νομική και οικονομική σπουδαιότητα των σχετικών υποθέσεων, και της περιοριστικής ερμηνείας της διάταξης αυτής, επί διαγωνισμού που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ για την ανάθεση περισσότερων της μίας συμβάσεων υπηρεσιών, εκάστη των οποίων αποτελεί διακριτό αντικείμενο της διαγωνιστικής διαδικασίας [σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης που επιτρέπουν την υποβολή προσφοράς για ένα ή για μερικά μόνο τμήματα και προβλέπουν την κατακύρωση ανά τμήμα] και έχει ιδιαίτερο προϋπολογισμό, εφόσον η προϋπολογισθείσα δαπάνη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών κάποιου τμήματος δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο άρθρο 372 παρ. 3 του ν. 4412/2016 όριο των 15.000.000 ευρώ, υπολείπεται δηλαδή του ορίου που καθιδρύει την κατ’ εξαίρεση αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών διαφορών είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής, και όχι το Συμβούλιο της Επικρατείας (πρβλ. ΕΑ ΣτΕ 133/2019, 99/2018, 346/2017).
9. Επειδή, εν προκειμένω, στη Διακήρυξη του επίμαχου διαγωνισμού ορίζεται ότι “Η Σύμβαση υποδιαιρείται σε εβδομήντα έξι (76) Τμήματα … Προσφορές υποβάλλονται για κάθε Τμήμα χωριστά από τον οικονομικό φορέα. Ο οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει αυτοτελώς ή και ως μέλος ένωσης προσφορά για ένα ή για περισσότερα Τμήματα με μέγιστο αριθμό τα 20 Τμήματα. Η κατακύρωση θα πραγματοποιηθεί ανά Τμήμα” [άρθρο 1.3]. Δοθέντος δε ότι διαφορά που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου με την κρινόμενη αίτηση περιορίζεται στα Τμήματα 72 και 75, η προϋπολογισθείσα δαπάνη για έκαστο των οποίων δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο άρθρο 372 παρ. 3 του ν. 4412/2016, όπως ήδη ισχύει, όριο των 15.000.000 ευρώ, αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης είναι, ενόψει της έδρας της αναθέτουσας αρχής, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και όχι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Περαιτέρω, το άρθρο 372 του ν. 4412/2016, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, προέβλεπε ότι το οικείο Διοικητικό Εφετείο “αποφαίνεται αμετακλήτως” επί των σχετικών διαφορών. Στο ίδιο άρθρο, υπό την νέα μορφή του, δεν διαλαμβάνεται αντίστοιχη ρύθμιση για “αμετάκλητο” της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου· ενόψει, όμως, του επιδιωκόμενου με τον ν. 4782/2021 σκοπού, που συνίσταται στην περαιτέρω επιτάχυνση της διαδικασίας επίλυσης των σχετικών διαφορών, τα Διοικητικά Εφετεία εξακολουθούν να αποφαίνονται ανεκκλήτως και μετά την ως άνω αντικατάσταση του άρθρου 372, δοθέντος, μάλιστα, ότι δεν προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφιση του ν. 4782/2021 βούληση του νομοθέτη να εισαγάγει δεύτερο βαθμό κρίσης ως προς τις εν λόγω διαφορές. Το Δικαστήριο, παρά ταύτα, για λόγους οικονομίας της δίκης και λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη την ανάγκη ταχείας επίλυσης του τιθέμενου ζητήματος της συνταγματικότητας και της ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 138 του ν. 4782/2021, κρίνει ότι πρέπει να διακρατήσει και να δικάσει την παρούσα αίτηση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150) (πρβλ. ΣτΕ 2162/2018).
10. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 372 παρ. 3 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, όταν ένας διαγωνισμός μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη σύναψη χωριστών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών κατά τμήματα, ως βάση υπολογισμού του παραβόλου λαμβάνεται η προϋπολογισθείσα δαπάνη που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο τμήμα, ως προς το οποίο η διαφορά άγεται ενώπιον του δικαστηρίου (πρβλ. ΕΑ ΣτΕ 241/2020, 19/2020, 270/2016, 424/2014). Εξ άλλου, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ως βάση για τον υπολογισμό του ποσού του παραβόλου λαμβάνεται η προϋπολογισθείσα δαπάνη της σύμβασης στην ανάθεση της οποίας αποβλέπει η διαγωνιστική διαδικασία, και όχι δαπάνη αντιστοιχούσα σε ενδεχόμενη άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης και παράτασης της σύμβασης. Τούτο, διότι το οριστικό ύψος της δαπάνης αυτής δεν μπορεί εκ των προτέρων να καθορισθεί, καθόσον είναι αβέβαιο εάν και για ποιο χρονικό διάστημα (εντός του ανωτάτου προβλεπομένου από την οικεία διακήρυξη χρονικού ορίου) θα ασκηθεί το σχετικό δικαίωμα (πρβλ. ΕΑ ΣτΕ 182/2019 κ.ά.). Εν προκειμένω, η διαφορά που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται στα Τμήματα 72 και 75 του επίδικου διαγωνισμού, ως προς τα οποία προϋπολογισθείσα δαπάνη ανέρχεται σε 1.533.747,87 ευρώ και 1.075.792,77 ευρώ, αντιστοίχως, περιλαμβανομένου ΦΠΑ. Επομένως, το οφειλόμενο παράβολο, ανέρχεται σε 2.609,54 ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο 0,1% της αθροιστικής προϋπολογισθείσας δαπάνης των δύο τμημάτων (2.609.540,64 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ). Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, το καταβλητέο κατά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης ποσό παραβόλου ανέρχεται σε 1304,77 ευρώ, καταβλήθηκε δε παράβολο 1.305,00 ευρώ (βλ. το υπ’ αριθμό … διπλότυπο είσπραξης τύπου …της ΔΟΥ …).
11. Επειδή, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα ασκήθηκε εμπροθέσμως [κοινοποίηση της προσβαλλόμενης: 3.9.2021, κατάθεση της κρινόμενης αίτησης: 13.9.2021]. Εξ άλλου, ενόψει και των οριζομένων στο άρθρο 372 παρ. 1 του ν. 4412/2016 [όπως ισχύει], η προσβληθείσα με την προδικαστική προσφυγή της αιτούσας απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΠΕΚΑ διατηρεί την αυτοτέλειά της, μη έχουσα ενσωματωθεί στην απόφαση της ΑΕΠΠ με την οποία απορρίφθηκε η κατ’ αυτής προσφυγή. Επομένως, παραδεκτώς συμπροσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση η 1672/3/9.7.2021 απόφαση του ΔΣ του ΟΠΕΚΑ, νομιμοποιούνται δε παθητικώς τόσο η ΑΕΠΠ όσο και ο ΟΠΕΚΑ.
12. Επειδή, παραδεκτώς ασκείται η παρέμβαση της εταιρείας …, ως προς το τμήμα 72 της προς ανάθεση σύμβασης, καθόσον η παρέμβαση αυτή κατατέθηκε την 10η ημέρα από την κοινοποίηση, στις 24.9.2021, της κρινόμενης αίτησης στην παρεμβαίνουσα, ήτοι εντός της τασσόμενης στο άρθρο 372 παρ. 4 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει, δεκαήμερης προθεσμίας, αντίγραφα δε της παρέμβασης κοινοποιήθηκαν στην αιτούσα, στην ΑΕΠΠ και στον ΟΠΕΚΑ εντός της σχετικής προθεσμίας της παραγράφου αυτής (βλ. εκθέσεις επίδοσης).
13. Επειδή, παραδεκτώς ασκείται επίσης η παρέμβαση της Ένωσης εταιρειών …, ως προς το τμήμα 75 της προς ανάθεση σύμβασης, καθόσον η παρέμβαση αυτή κατατέθηκε την 5η ημέρα από την κοινοποίηση, στις 24.9.2021, της κρινόμενης αίτησης στην παρεμβαίνουσα, ήτοι εντός της τασσόμενης στο άρθρο 372 παρ. 4 του ν. 4412/2016 προθεσμίας, αντίγραφα δε της παρέμβασης κοινοποιήθηκαν στην αιτούσα, στην ΑΕΠΠ και στον ΟΠΕΚΑ εντός της σχετικής προθεσμίας της παραγράφου αυτής (βλ. εκθέσεις επίδοσης) (πρβλ. ΣτΕ 505/2021 και ΕΑ 234/2020).
14. Επειδή, “για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων” εκδόθηκε η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 (ΕΕ L 395). Κατά τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας αυτής, οι υφιστάμενοι μηχανισμοί, οι οποίοι στόχο έχουν να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων και προμηθειών, “δεν είναι πάντοτε επαρκείς για τον έλεγχο της τήρησης των κοινοτικών διατάξεων, ιδίως σε ένα στάδιο στο οποίο οι παραβάσεις επιδέχονται ακόμη διόρθωση … [Τ]ο άνοιγμα των συμβάσεων του δημοσίου στον κοινοτικό ανταγωνισμό απαιτεί σημαντική αύξηση των απαιτήσεων διαφάνειας και μη διάκρισης … [Γ]ια να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα το άνοιγμα αυτό, πρέπει να υπάρχουν ταχέα και αποτελεσματικά μέσα προσφυγής σε περίπτωση παράβασης τόσο του κοινοτικού δικαίου … όσο και εθνικών κανόνων που μεταγράφουν το δίκαιο αυτό … [Η] απουσία ή η ανεπάρκεια αποτελεσματικών μέσων προσφυγής, σε ορισμένα κράτη μέλη, αποτρέπει τις κοινοτικές επιχειρήσεις να δοκιμάσουν την τύχη τους στο εκάστοτε κράτος της αναθέτουσας αρχής … είναι, συνεπώς, σκόπιμο τα εν λόγω κράτη μέλη να επανορθώσουν αυτή την κατάσταση … [Δ]εδομένης της συντομίας των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων του δημοσίου, οι αρμόδιες για την προσφυγή αρχές πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένες να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα αναστολής της διαδικασίας σύναψης της συμβάσεως ή εκτέλεσης των αποφάσεων που έχουν ενδεχομένως ληφθεί από την αναθέτουσα αρχή … [Λ]όγω της συντομίας των διαδικασιών αυτών, απαιτείται η επείγουσα αντιμετώπιση των προαναφερομένων παραβάσεων … [Ε]ίναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί, σε όλα τα κράτη μέλη, η ύπαρξη κατάλληλων διαδικασιών με τις οποίες να μπορούν να ακυρώνονται παράνομες αποφάσεις και να αποζημιώνονται τα πρόσωπα που υπέστησαν ζημία λόγω της παραβάσεως …”. Εξ άλλου, στις αιτιολογικές σκέψεις της τροποποιητικής οδηγίας 2007/66/ΕΚ (L 335) αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: “Οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου απεκάλυψαν ορισμένες αδυναμίες στους μηχανισμούς προσφυγής … Στις αδυναμίες που εντοπίσθηκαν περιλαμβάνεται … η απουσία προθεσμίας που θα καθιστά δυνατή την αποτελεσματική προσφυγή μεταξύ της απόφασης για ανάθεση σύμβασης και της σύναψης της σχετικής σύμβασης. Αυτό μερικές φορές έχει ως αποτέλεσμα οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς … να επισπεύδουν την υπογραφή της σύμβασης. Για να αντιμετωπισθεί η αδυναμία αυτή, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για την αποτελεσματική έννομη προστασία των ενδιαφερομένων προσφερόντων, ήτοι εκείνων που δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η σύναψη της σχετικής σύμβασης, ασχέτως του αν η σύναψη γίνεται τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης ή όχι … Η παρούσα οδηγία προβλέπει μόνο την ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέψουν ή να διατηρήσουν προθεσμίες που υπερβαίνουν τις … ελάχιστες προθεσμίες … Η ανασταλτική προθεσμία θα πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες επαρκή χρόνο προκειμένου να εξετάσουν την απόφαση ανάθεσης και να αξιολογήσουν αν είναι σκόπιμο να κινήσουν διαδικασία προσφυγής … Η άσκηση προσφυγής λίγο πριν από τη λήξη της ελάχιστης ανασταλτικής προθεσμίας δεν θα πρέπει να στερεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για τις διαδικασίες προσφυγής τον ελάχιστο χρόνο που χρειάζεται ώστε να δράσει, ιδίως προκειμένου να παρατείνει την ανασταλτική προθεσμία για τη σύναψη της σύμβασης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπεται μια αυτόνομη ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία η οποία δεν θα πρέπει να λήγει πριν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση σχετικά με την προσφυγή … Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η προθεσμία αυτή λήγει είτε όταν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση για την εφαρμογή προσωρινών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω αναστολής της σύναψης της σύμβασης, ή όταν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση επί της ουσίας, ιδίως για την προσφυγή ακύρωσης παρανόμων αποφάσεων … Θα πρέπει να παρέχεται διαδικασία προσφυγής τουλάχιστον σε κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση. Για την πρόληψη σοβαρών παραβάσεων της υποχρεωτικής ανασταλτικής προθεσμίας και της αυτόματης αναστολής, που αποτελούν προϋποθέσεις αποτελεσματικής προσφυγής, χρειάζονται αποτελεσματικές κυρώσεις …”. Η ανωτέρω οδηγία 89/665/ΕΟΚ, όπως ακολούθως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 2007/66/ΕΚ (L 335) και 2014/23/ΕΕ (L 94), ορίζει στο άρθρο 1, που καθορίζει το πεδίο εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής, ότι “Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ ή της οδηγίας 2014/23/ΕΕ, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων αναθεωρήσεων [may be reviewed effectively and, in particular, as rapidly as possible / peuvent faire l’objet de recours efficaces et, en particulier, aussi rapides que possible], υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν στα άρθρα 2 έως 2στ της παρούσας οδηγίας, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την ενωσιακή νομοθεσία περί διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της εν λόγω νομοθεσίας” [παρ. 1], ότι “Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατό να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση” [παρ. 3], ότι “Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει καταρχάς προσφυγή στην αναθέτουσα αρχή. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η άσκηση της εν λόγω προσφυγής να συνεπάγεται την άμεση αναστολή της δυνατότητας σύναψης της σύμβασης … Η αναστολή στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο δεν λήγει πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή απέστειλε απάντηση με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή απέστειλε απάντηση ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας παραλαβής της απάντησης” [παρ. 5]. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής: “1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζει το άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου: α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης ή της εκτέλεσης οιασδήποτε απόφασης λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές· β) να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης· γ) να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα. 2. Οι εξουσίες που προβλέπονται με την παράγραφο 1 και με τα άρθρα 2δ [“ανενεργό της σύμβασης”] και 2ε [“εναλλακτικές κυρώσεις”] μπορούν να ανατίθενται σε ξεχωριστά όργανα υπεύθυνα για διαφορετικές πτυχές των διαδικασιών προσφυγής. 3. Όταν πρωτοβάθμιο όργανο, ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή, εξετάζει προσφυγή κατά αποφάσεως σχετικά με την ανάθεση σύμβασης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να συνάψει τη σύμβαση πριν αποφασίσει το όργανο προσφυγής την εφαρμογή των προσωρινών μέτρων ή επί της προσφυγής. Η αναστολή δεν λήγει πριν από την εκπνοή της ανασταλτικής προθεσμίας του άρθρου 2α παράγραφος 2 και του άρθρου 2δ παράγραφοι 4 και 5. 4. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις της παραγράφου 3 και του άρθρου 1 παράγραφος 5, οι διαδικασίες προσφυγής δεν χρειάζεται απαραιτήτως να έχουν αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα επί των διαδικασιών σύναψης των συμβάσεων τις οποίες αφορούν. 5. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές συνέπειες των προσωρινών μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, και να αποφασίσει να μην προβεί στη χορήγηση τέτοιων μέτρων, αν οι αρνητικές τους συνέπειες είναι περισσότερες από τα οφέλη τους. Η απόφαση να μη χορηγηθούν προσωρινά μέτρα δεν θίγει τις λοιπές αξιώσεις που προβάλλει το πρόσωπο που έχει ζητήσει τη χορήγηση των εν λόγω μέτρων. 6. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ζητείται αποζημίωση για τον λόγο ότι η απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα να ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση από αρμόδιο προς τούτο όργανο. 7. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 2δ έως 2στ, τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου σε σύμβαση που συνάπτεται μετά την ανάθεσή της, καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο … 8. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική εκτέλεση των αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής όργανα. 9. Όταν τα υπεύθυνα για τις διαδικασίες προσφυγής όργανα δεν είναι δικαστικά, οι αποφάσεις τους πρέπει πάντα να αιτιολογούνται γραπτώς. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει επίσης να θεσπίζονται διατάξεις που να εγγυώνται την ύπαρξη διαδικασιών με τις οποίες κάθε μέτρο του οργάνου προσφυγής που εικάζεται ότι είναι παράνομο, ή κάθε εικαζόμενη παράλειψή του κατά την άσκηση των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί, να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προσφυγής ή προσφυγής ενώπιον άλλου οργάνου, το οποίο θεωρείται δικαιοδοτικό κατά την έννοια του άρθρου 234 της συνθήκης και είναι ανεξάρτητο και από την αναθέτουσα αρχή και από το όργανο προσφυγής … Το ανεξάρτητο όργανο λαμβάνει τις αποφάσεις του μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας κατ’ αντιμωλίαν, οι δε αποφάσεις αυτές έχουν, με τα μέσα που καθορίζει κάθε κράτος μέλος, δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα”. Στο άρθρο 2α ορίζονται τα εξής: “1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα κατά το άρθρο 1 παράγραφος 3 πρόσωπα να έχουν στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο που εξασφαλίζει αποτελεσματικές προσφυγές κατά των αποφάσεων για την ανάθεση σύμβασης που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές, με τη θέσπιση των αναγκαίων διατάξεων που πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το άρθρο 2γ. 2. Δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση κατόπιν αποφάσεως για την ανάθεση σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/25/ΕΕ ή της οδηγίας 2014/23/ΕΕ πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους, εφόσον χρησιμοποιούνται φαξ ή ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης. Οι προσφέροντες θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι εφόσον δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά. Ο αποκλεισμός είναι οριστικός εφόσον έχει κοινοποιηθεί στους ενδιαφερομένους προσφέροντες και έχει θεωρηθεί νόμιμος από ανεξάρτητο όργανο προσφυγής ή εάν δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή. Οι υποψήφιοι θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι αν η αναθέτουσα αρχή δεν έχει παράσχει πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της αίτησής τους πριν από την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες …”. Στο άρθρο 2β καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες, κατά παρέκκλιση, “[τ]α κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι προθεσμίες του άρθρου 2α παράγραφος 2 … δεν εφαρμόζονται”, σύμφωνα με το άρθρο 2γ, που περιέχει ρυθμίσεις για τις “προθεσμίες άσκησης προσφυγής”: “Όταν κράτος μέλος προβλέπει ότι κάθε προσφυγή κατά αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής … πρέπει να έχει ασκηθεί πριν από την εκπονή καθορισμένης προθεσμίας, η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον” 10 ή 15 ημερολογιακές ημέρες, αναλόγως του μέσου επικοινωνίας, από την επομένη της αποστολής της απόφασης της αναθέτουσας αρχής στον προσφέροντα ή τον υποψήφιο ή από την επομένη της παραλαβής της απόφασης, το άρθρο 2δ καθορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια σύμβαση κηρύσσεται ανενεγρός, το επόμενο άρθρο 2ε αφορά τις εναλλακτικές κυρώσεις για παραβάσεις της οδηγίας και στο άρθρο 2στ ορίζεται ότι, πλην των περιπτώσεων στην οποίες αναφέρεται το άρθρο αυτό, “οι προθεσμίες άσκησης προσφυγής καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 2γ”.
15. Επειδή, η διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, στο σύνολο των κρατών μελών, καθώς και της δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο αυτό, ανατίθεται στα εθνικά δικαστήρια και στο ΔΕΕ. Προς τούτο, τα κράτη μέλη καθιερώνουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, κατοχυρώνεται δε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 21 Δεκεμβρίου 2021, Randstad Italia SpA [C-497/20], σκ. 46, 56 επ.).
16. Επειδή, η ανωτέρω οδηγία 89/665/ΕΟΚ έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίσει την ύπαρξη στα κράτη μέλη αποτελεσματικών μέσων προσφυγής, σε περιπτώσεις παραβίασης του ενωσιακού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή παραβίασης των εθνικών κανόνων μεταφοράς του δικαίου αυτού στην εσωτερική έννομη τάξη, προκειμένου να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Η δικονομική αυτή οδηγία αποβλέπει στην ενίσχυση των μηχανισμών που στόχο έχουν να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή των συναφών οδηγιών, ιδίως, σε στάδιο στο οποίο οι παραβάσεις επιδέχονται ακόμη διόρθωση, προβλέπει δε προς τούτο την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών να υπόκεινται στην άσκηση “αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών”. Ενόψει του σκοπού αυτού, το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας 89/665 επιβάλλει τη λήψη από τα κράτη μέλη μέτρων που παρέχουν τις αναγκαίες εξουσίες, προκειμένου, μεταξύ άλλων: (α) “να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων” [όπως, η αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης ή η αναστολή της εκτέλεσης απόφασης της αναθέτουσας αρχής] και (β) να ακυρώνονται οι παράνομες αποφάσεις (βλ. αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Hochtief Solutions AG Magyarországi Fióktelepe [C-620/17], σκ. 50-51, της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo Ltd [C-538/13], σκ. 50, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Universale-Bau AG [C-470/99], σκ. 71 επ.). Σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν μεταξύ δύο λύσεων, όσον αφορά την οργάνωση του συστήματος ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων· η πρώτη λύση έγκειται στην απονομή της αρμοδιότητας για την εκδίκαση των προσφυγών σε δικαιοδοτικά όργανα· κατά την δεύτερη λύση, η σχετική αρμοδιότητα απονέμεται, κατ’ αρχάς, σε όργανα τα οποία δεν συνιστούν δικαστικές αρχές· στην περίπτωση, όμως, αυτή οι αποφάσεις που λαμβάνουν τα εν λόγω μη δικαιοδοτικά όργανα πρέπει να μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο είτε δικαστικής προσφυγής είτε προσφυγής ενώπιον άλλης αρχής, η οποία -προκειμένου να εξασφαλίζεται η ύπαρξη της κατά την δικονομική οδηγία ενδεδειγμένης προσφυγής- πρέπει να πληροί τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 9 της οδηγίας αυτής, πρέπει δηλαδή να θεωρείται η αρχή προσφυγής δικαιοδοτικό όργανο, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή και από το αποφαινόμενο σε πρώτο βαθμό μη δικαιοδοτικό όργανο (βλ. αποφάσεις της 24 Μαρτίου 2021, NAMA [C-771/19], σκ. 44, της 4ης Μαρτίου 1999, Ηospital Ιngenieure Krankenhaustechnik … [C-258/97], σκ. 16-17, της 4ης Φεβρουαρίου 1999, Josef Köllensperger GmbH κλπ [C-103/97], σκ. 28-29) (ο χαρακτηρισμός του αρμόδιου για την εξέταση της προσφυγής οργάνου ως “δικαστηρίου” ή μη, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στο δίκαιο της Ένωσης, βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme [C-203/14], σκ. 17· για τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 2017, Medisanus [C-296/15], σκ. 32-33, της 24ης Μαϊου 2016, MT Højgaard A/S και Züblin A/S [C-396/14], σκ. 23, της 6ης Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme [C-203/14], σκ. 17, κ.ά.).
17. Επειδή, η σύντομη χρονική διάρκεια των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων απαιτεί επείγουσα αντιμετώπιση των παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης. Προς τούτο, το άρθρο 2 της οδηγίας 89/665 επιτρέπει στα κράτη μέλη, κατ’ ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας ως προς την επιλογή των δικονομικών εγγυήσεων και των συναφών διατυπώσεων, να ορίσουν στην εσωτερική τους νομοθεσία ότι δύνανται να ζητηθούν ανασταλτικά μέτρα σε δίκη χωριστή από εκείνη στην οποία κρίνονται επί της ουσίας οι διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 89/665, η εν λόγω οδηγία δεν αποκλείει την εφαρμογή ενός συστήματος, στο οποίο η μόνη διαθέσιμη διαδικασία, όταν επιδιώκεται η ταχεία έκδοση απόφασης, είναι εκείνη που σκοπό έχει να καταστήσει δυνατή την έκδοση προσωρινής διαταγής, κατά την οποία οι δικηγόροι δεν έχουν δικαίωμα να ανταλλάξουν προτάσεις ή επιτρέπονται μόνο γραπτές αποδείξεις, χωρίς εφαρμογή των γενικών περί αποδείξεων κανόνων, και σύμφωνα με το οποίο [σύστημα] η σχετική προσωρινή διαταγή δεν συνεπάγεται οριστικό καθορισμό των εννόμων σχέσεων και δεν εντάσσεται σε διαδικασία σχηματισμού δικανικής κρίσης με ισχύ δεδικασμένου. Λαμβανομένης δε υπόψη της δυνατότητας να προβλέψει ο εθνικός νομοθέτης ένα τέτοιο σύστημα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ο δικαστής ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο της προσωρινής προστασίας, και ο δικαστής που αποφασίζει οριστικώς επί της ουσίας, οι οποίοι καλούνται να αποφανθούν διαδοχικώς επί της αυτής διαφοράς, να δώσουν αποκλίνουσες μεταξύ τους ερμηνείες των εφαρμοστέων κανόνων του δικαίου της Ένωσης. Αφενός, ο δικαστής ασφαλιστικών μέτρων καλείται να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο μιας επείγουσας διαδικασίας, όπου τόσο η συλλογή των αποδείξεων όσο και η εξέταση των ισχυρισμών των διαδίκων είναι αναγκαστικά πιο συνοπτικές απ’ ότι στο πλαίσιο της δίκης επί της ουσίας. Αφετέρου, η παρέμβαση του δικαστή ασφαλιστικών μέτρων, αντιθέτως προς αυτή του δικαστή της ουσίας, δεν έχει ως σκοπό να λυθεί οριστικά η διαφορά, αλλά να προστατευθούν προσωρινώς τα συγκρουόμενα συμφέροντα (βλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Combinatie Spijker Infrabouw-De Jonge Konstruktie κλπ [C-568/08], σκ. 50 επ.). Βάσει, πάντως, του άρθρου 2 της οδηγίας 89/665, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στα οικεία όργανα που επιλαμβάνονται των προσφυγών την εξουσία να λαμβάνουν, ανεξάρτητα από προηγούμενη κίνηση κύριας δίκης, κάθε προσωρινό μέτρο, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας σύναψης της δημόσιας σύμβασης. Δεν δύναται να θεωρηθεί σύστημα παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας επαρκές για να επανορθώσει κατά τρόπο αποτελεσματικό τις παραβάσεις, που ενδεχομένως έχουν διαπράξει οι αναθέτουσες αρχές, ένα σύστημα το οποίο απαιτεί, κατά γενικό κανόνα, την προηγούμενη άσκηση προσφυγής επί της ουσίας ως προϋπόθεση για την λήψη προσωρινού μέτρου κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής (βλ. αποφάσεις της 15ης Μαϊου 2003, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας [C-214/00], σκ. 97-100, της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας [C-236/95], σκ. 11). Περαιτέρω, τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται την τήρηση του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και του δικαιώματος πρόσβασης σε αμερόληπτο δικαστήριο και ως προς την προβλεπόμενη, δυνάμει του ιδίου άρθρου 2 της οδηγίας 89/665, προσφυγή για την ακύρωση παράνομης απόφασης της αναθέτουσας αρχής (βλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Hochtief AG [C-300/17], σκ. 39).
18. Επειδή, εξ άλλου, η οδηγία 89/665/ΕΟΚ προσδιορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι διαδικασίες προσφυγής που θεσπίζουν οι εθνικές έννομες τάξεις, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των επιταγών της ενωσιακής νομοθεσίας στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, χωρίς να περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν ειδικώς και πλήρως τις προϋποθέσεις για την άσκηση των προσφυγών της παραγράφου 1 του άρθρου 2 (βλ. αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Hochtief Solutions AG Magyarországi Fióktelepe [C-620/17], σκ. 52, της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, SC Star Storage SA κλπ [C-439/14 και C-488/14], σκ. 42, της 30ης Σεπτεμβρίου 2010, Stadt Graz [C-314/09], σκ. 33, της 19ης Ιουνίου 2003, GAT [C-315/01], σκ. 45, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, Santex SpA [C-327/00], σκ. 47). Επομένως, η οδηγία καταλείπει στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια, ως προς την επιλογή των δικονομικών εγγυήσεων που προβλέπει και των συναφών διατυπώσεων (βλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2015, Orizzonte Salute [C-61/14], σκ. 44, της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Combinatie Spijker Infrabouw-De Jonge Konstruktie κλπ [C-568/08], σκ. 57). Πάντως, οι θεσπιζόμενοι κατ’ ενάσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 89/665, σκοπός της οποίας είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, να εξασφαλίσει ότι οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών (βλ. συναφώς, αποφάσεις της 7ης Αυγούστου 2018, Hochtief AG [C-300/17], σκ. 51, της 5 Απριλίου 2017, Marina del Mediterráneo κλπ [C-391/15], σκ. 32-33, της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, SC Star Storage SA κλπ [C-439/14 και C-488/14], σκ. 43, της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo Ltd [C-538/13], σκ. 39-40, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, Santex SpA [C-327/00], σκ. 51). Τα προαναφερθέντα στοιχούν, άλλωστε, στην αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, βάσει της οποίας, ελλείψει σχετικών ρυθμίσεων της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να καθορίζει τη διοικητική διαδικασία, καθώς και τα ένδικα βοηθήματα και τους σχετικούς δικονομικούς κανόνες, που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης, υπό τον όρο, ωστόσο, ότι οι κανόνες αυτοί, αφενός, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρεμφερείς διαδικασίες και ένδικα βοηθήματα, προβλεπόμενα για την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούνται από την εσωτερική έννομη τάξη (αρχή της ισοδυναμίας), και, αφετέρου, δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ. αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 2020, PG [C-406/18], σκ. 26, της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Combinatie Spijker Infrabouw-De Jonge Konstruktie κλπ [C-568/08], σκ. 91 κ.ά.). Ελάχιστες, κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα των προσφυγών προβλέπονται στα άρθρα 2α και 2γ της οδηγίας. Ειδικότερα: Προκειμένου να παρέχεται στους ενδιαφερόμενους “επαρκή[ς] χρόνος που εξασφαλίζει αποτελεσματικές προσφυγές” κατά των αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής για την ανάθεση της σύμβασης, προβλέπεται στο άρθρο 2α ότι δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον δέκα ημερών, ο χρόνος έναρξης της οποίας προσδιορίζεται στη διάταξη αυτή σε σχέση με την γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο της απόφασης για την ανάθεση σύμβασης [ή την παραλαβή της απόφασης από αυτόν]. Στο δε άρθρο 2γ ορίζεται όταν κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους η προσφυγή κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής πρέπει να έχει ασκηθεί πριν από την εκπνοή ορισμένης προθεσμίας, όταν δηλαδή τάσσεται αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο. Υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η ελάχιστη προθεσμία του άρθρου 2γ και ότι οι προθεσμίες που τάσσονται για την άσκηση προσφυγής αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία και μόνο κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση ή όφειλε να λάβει γνώση της παράβασης των εφαρμοζομένων για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων διατάξεων, ο καθορισμός εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών από την εθνική νομοθεσία για την άσκηση προσφυγής πληροί, κατ’ αρχήν, την επιταγή περί αποτελεσματικότητας, που απορρέει από την οδηγία 89/665, διότι καθίσταται έτσι δυνατό να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος από την οδηγία σκοπός της ταχύτητας, και συνιστά εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Πάντως, όπως αναφέρθηκε, υπό την επιφύλαξη των προβλεπομένων στην οδηγία ελαχίστων προϋποθέσεων, τα κράτη μέλη, όταν καθορίζουν τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τα ένδικα βοηθήματα, με τα οποία διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης στους θιγόμενους από τις αποφάσεις των αναθετουσών αρχών οικονομικούς φορείς, οφείλουν να λαμβάνουν μέριμνα ώστε να μη θίγεται ούτε η αποτελεσματικότητα της οδηγίας 89/665 ούτε, όμως, τα δικαιώματα που απονέμονται στους ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής σε δικαστήριο και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται και στο άρθρο 47 του Χάρτη. Η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου, τον οποίο εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να γνωρίζει την αιτιολογία στην οποία στηρίζεται η απόφαση που τον αφορά, προκειμένου να του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί τα δικαιώματά του και να αποφασίσει, με γνώση όλων των στοιχείων, αν είναι σκόπιμο να προσφύγει στον αρμόδιο δικαστή, καθώς και προκειμένου να παρέχεται στον δικαστή πλήρης δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας της επίμαχης απόφασης (βλ. αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, SC Star Storage SA κλπ [C-439/14 και C-488/14], σκ. 43-46, της 6ης Οκτωβρίου 2015, Orizzonte Salute [C-61/14], σκ. 48-49, της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo Ltd [C-538/13], σκ. 51-52, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, Santex SpA [C-327/00], σκ. 50-52, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Universale-Bau AG [C-470/99], σκ. 76, Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Cooperativa Animazione Valdocco [C-54/18], σκ. 23-33).
19. Επειδή, η οδηγία 89/665/ΕΟΚ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο προσφέρων, εφόσον δεν έχει ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής εντός της τασσόμενης αποκλειστικής προς τούτο προθεσμίας, που δεν θα παραβιάζει, πάντως, τα οριζόμενα στο άρθρο 2γ, δεν μπορεί να επικαλεσθεί παρανομία της απόφασης αυτής στο πλαίσιο προσφυγής κατά μεταγενέστερης πράξης. Καθόσον, η επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία θα διακυβεύονταν εάν οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες μπορούσαν νομίμως να επικαλεσθούν, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαγωνιστικής διαδικασίας, παραβάσεις των κανόνων για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, υποχρεώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αναθέτουσα αρχή να επαναλαμβάνει ολόκληρη τη διαδικασία προς θεραπεία των παραβάσεων αυτών (βλ. αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo Ltd [C-538/13], σκ. 51, της 30ης Σεπτεμβρίου 2010, Stadt Graz [C-314/09], σκ. 37, Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Cooperativa Animazione Valdocco [C-54/18], σκ. 40-42). Ο σκοπός, όμως, της αποτελεσματικής και ταχείας δικαστικής προστασίας, ιδίως μέσω προσωρινών μέτρων, τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 89/665/ΕΟΚ, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν την άσκηση της προσφυγής από το εάν η οικεία διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης έχει προχωρήσει τυπικώς σε συγκεκριμένο στάδιο (βλ. απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Marina del Mediterráneo SL κλπ [C-391/15], σκ. 31 επ.). Επομένως, ο αποκλεισθείς προσφέρων μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης της αναθέτουσας αρχής, με την οποία γίνεται δεκτή η προσφορά ενός από τους ανταγωνιστές του, ανεξαρτήτως του σταδίου της διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης κατά το οποίο λαμβάνεται η απόφαση αυτή. Στο πλαίσιο δε μιας τέτοιας προσφυγής, ο προσφέρων που αποκλείσθηκε με την απόφαση της αναθέτουσας αρχής έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει τον αποκλεισμό της προσφοράς των λοιπών προσφερόντων, προβάλλοντας ισχυρισμούς που αφορούν παραβίαση της ενωσιακής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων μεταφοράς της εν λόγω νομοθεσίας, και δικαιούται να προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό κατά της απόφασης περί αποδοχής άλλου προσφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών που δεν έχουν σχέση με τις πλημμέλειες λόγω των οποίων αποκλείσθηκε η δική του προσφορά. Τα ανωτέρω ισχύουν μόνον εφόσον ο αποκλεισμός του προσφέροντος που επιδιώκει και τον αποκλεισμό των λοιπών προσφερόντων δεν έχει επικυρωθεί με απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου (βλ. σχετικώς αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2021, NAMA [C-771/19], σκέψεις 31 επ., της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Lombardi [C-333/18], σκ. 23, της 11ης Μαϊου 2017, Archus και Gama [C-131/16], σκ. 52, της 5ης Απριλίου 2016, PFE [C-689/13], σκ. 27, πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, Fastweb [C-100/12], σκ. 33)· απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, υπό την ανωτέρω έννοια, δεν θεωρείται η απόφαση της ΑΕΠΠ επί της προδικαστικής προσφυγής, ούτε απόφαση εκδοθείσα από το οικείο δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας προσωρινής δικαστικής προστασίας. Εξ άλλου, εθνικός δικονομικός κανόνας που επιβάλλει αυστηρή αντιστοιχία μεταξύ των προβληθέντων με προδικαστική προσφυγή ενώπιον μη δικαιοδοτικού οργάνου λόγων και των λόγων που προβάλλονται ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο καλείται να ελέγξει την απόφαση του οργάνου αυτού, αποκλείοντας την δυνατότητα να προβάλει ο διάδικος νέους, μη προβληθέντες με την προδικαστική προσφυγή λόγους ακυρώσεως κατά της πράξης της αναθέτουσας αρχής, συμβάλλει στην πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 89/665 (βλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Hochtief AG [C-300/17], σκ. 51-52).
20. Επειδή, με τον ν. 2522/1997 (Α΄ 178) επιχειρήθηκε για πρώτη φορά η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην ανωτέρω οδηγία 89/665/ΕΟΚ. Βασική επιλογή του νομοθέτη ήταν η πρόβλεψη, ως απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης για την παροχή δικαστικής προστασίας, της προηγούμενης κατάθεσης “προδικαστικής” προσφυγής στην αναθέτουσα αρχή, ώστε να εκκαθαρίζεται η υπόθεση κατά το νομικό και το πραγματικό της μέρος και να δίνεται η ευκαιρία στη Διοίκηση να επανορθώσει ενδεχόμενη πλημμέλεια. Ορίσθηκε εξ άλλου, ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προσφυγής, κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την απόρριψη της “προδικαστικής” προσφυγής, ότι η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αυτής, η άσκησή της και η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης και ότι η ημερομηνία εκδίκασης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων “δεν πρέπει να απέχει πέραν” των 15 ημερών από την κατάθεση της αίτησης. Περαιτέρω, ο νόμος προέβλεπε ότι η απόφαση επί της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων “εκδίδεται εντός προθεσμίας” 15 ημερών από την εκδίκαση της αίτησης, ότι η αίτηση εξετάζεται από την Επιτροπή Αναστολών, ότι εάν πιθανολογείται σοβαρά παράβαση του κοινοτικού ή του εθνικού δικαίου, ο αρμόδιος δικαστής “μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή που … περιέχει αποκλειστικά τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν ως την έκδοση της απόφασης”, ότι η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση της αίτησης ακυρώσεως, ότι ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ασφαλιστικού μέτρου οφείλει, εντός 30 ημερών από την επίδοση της σχετικής απόφασης, να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, άλλως αίρεται η ισχύς του μέτρου, και ότι η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως, εφόσον ασκηθεί, “δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου”. Ακολούθησε ο ν. 3886/2010 (Α΄ 173), ο οποίος διατήρησε κατά βάση την δομή του συστήματος έννομης προστασίας κατά το προσυμβατικό στάδιο που είχε θεσπισθεί με τον ν. 2522/1997, ήτοι: οι πράξεις των αναθετουσών αρχών προσβάλλονται -και κατά τον νεώτερο νόμο- με προδικαστική προσφυγή ενώπιον των αρχών, κατά δε των πράξεων που εκδίδονται επί των προδικαστικών προσφυγών ασκείται αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και αίτηση ακυρώσεως από τους θιγόμενους οικονομικούς φορείς· αρμόδια, όμως, για την εκδίκαση των ενδίκων αυτών βοηθημάτων καθίστανται, κατ’ αρχήν, τα κατά τόπους διοικητικά εφετεία και, μάλιστα ανεξαρτήτως της φύσεως των συμβάσεων ως διοικητικών ή ιδιωτικών, ενώ κατ’ εξαίρεση το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλαμβάνεται, λόγω της σπουδαιότητάς τους, ορισμένων κατηγοριών διαφορών. Τα κύρια χαρακτηριστικά του εισαχθέντος με τον ν. 3886/2010 συστήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η θέσπιση ταχείας διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με την έκδοση διατακτικού εντός 75 ημερών και απόφασης εντός 85 ημερών [10 ημέρες προθεσμία για την άσκηση προδικαστικής προσφυγής, 15 ημέρες προθεσμία απόφανσης για την αναθέτουσα αρχή, 10 ημέρες προθεσμία για την άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, 30 ημέρες για την εκδίκαση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, 3 ημέρες για την υποβολή υπομνημάτων, 7 ημέρες για τη δημοσίευση του διατακτικού, 20 ημέρες από την εκδίκαση για τη δημοσίευση της απόφασης], (β) η απαγόρευση της άσκησης τυχόν άλλων διοικητικών προσφυγών κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής δημόσιων διαγωνισμών που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία, (γ) η πρόβλεψη ότι η προθεσμία άσκησης της προδικαστικής προσφυγής και η άσκησή της, καθώς και η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης, (δ) η δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να παραθέσει ή να συμπληρώσει την αιτιολογία της απορριπτικής της προδικαστικής προσφυγής πράξης της, (ε) η αναγνώριση στον αρμόδιο δικαστή της δυνατότητας να άρει και αυτεπαγγέλτως το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα σε περίπτωση προδήλως απαράδεκτης ή προδήλως αβάσιμης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, (στ) η πρόβλεψη αναλογικού παραβόλου, (ζ) η εισαγωγή ειδικού ενδίκου βοηθήματος με αντικείμενο την κήρυξη της ολικής ή μερικής ακυρότητας υπογραφείσας σύμβασης ή την επιβολή, ως εναλλακτικής κύρωσης, προστίμου στην αναθέτουσα αρχή. Το σύστημα αυτό παρείχε, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, αποτελεσματική δικαστική προστασία μέσω της στάθμισης της ανάγκης για ταχύτητα κατά την επίλυση των εν λόγω διαφορών, για αποτροπή της άσκησης αστήρικτων προσφυγών και για παροχή πλήρους προστασίας στις περιπτώσεις που πιθανολογείται σοβαρά από το δικαστήριο η παραβίαση κανόνων του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου (βλ. ΣτΕ σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, πρακτικό 13/2016). Ο ν. 3886/2010 καταργήθηκε με τον ν. 4412/2016, με τον οποίο αναμορφώθηκε πλήρως το σύστημα παροχής έννομης προστασίας κατά το στάδιο που προηγείται της ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων. Βασική καινοτομία του νέου νόμου είναι η σύσταση της ΑΕΠΠ, ως ανεξάρτητης αρχής και “κεντρικού οργάνου” αποκλειστικώς αρμόδιου για την άσκηση του διοικητικού ελέγχου των πράξεων οι οποίες εντάσσονται στην προσυμβατική διαδικασία και για την ταχεία επίλυση των σχετικών διαφορών (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 4412/2016). Εντός του συστήματος αυτού, η ενώπιον της ΑΕΠΠ άσκηση της προδικαστικής προσφυγής -η οποία περιέχει τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που στοιχειοθετούν, κατά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, την παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης της αναθέτουσας αρχής και η οποία, εξ αυτού του λόγου, έχει ενδικοφανή χαρακτήρα- αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την εν συνεχεία άσκηση τόσο της αίτησης αναστολής όσο και της αίτησης ακυρώσεως κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ. Η ρύθμιση αυτή διαφοροποιείται από τις προϊσχύσασες διατάξεις του ν. 3886/2010, υπό το καθεστώς του οποίου η άσκηση της προδικαστικής προσφυγής αποτελούσε προϋπόθεση παραδεκτού μόνον της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, όχι δε και της αίτησης ακυρώσεως, που μπορούσε να ασκηθεί απευθείας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά τις διατάξεις του ν. 4412/2016, εξαιρουμένων των αιτιάσεων που αφορούν την αιτιολογία της απόφασης της ΑΕΠΠ ή την ενώπιον της Αρχής αυτής διαδικασία, ο διάδικος δεν μπορεί να προβάλει με την αίτηση αναστολής και την αίτηση ακυρώσεως αιτιάσεις που δεν είχαν περιληφθεί στην προδικαστική προσφυγή. Ομοίως, όταν ασκεί την αίτηση αναστολής και την αίτηση ακυρώσεως ο οικονομικός φορέας που βλάπτεται από την απόφαση της ΑΕΠΠ, με την οποία έγινε δεκτή προδικαστική προσφυγή άλλου ενδιαφερομένου, δεν δύναται να αμφισβητηθεί παραδεκτώς η νομιμότητα της απόφασης της ΑΕΠΠ κατ’ επίκληση, το πρώτον ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, πραγματικών περιστατικών και ουσιαστικών ισχυρισμών, που δεν είχαν προβληθεί με την παρέμβαση ενώπιον της ΑΕΠΠ ώστε να δύναται να αποφανθεί επ’ αυτών η Αρχή (βλ. ΣτΕ 1855/2021, 1419/2021, 690/2021, 2631/2020). Πάντως, από τις διατάξεις του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε προ του ν. 4782/2021, προκύπτει ότι αίτηση ακυρώσεως κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ [ή κατά της σιωπηρής απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής από την Αρχή] μπορεί, κατ’ επιλογή του ενδιαφερομένου, να ασκηθεί χωρίς να έχει προηγηθεί η άσκηση αίτησης αναστολής ή και παραλλήλως προς την αίτηση αναστολής, στις περιπτώσεις δε αυτές ισχύει η κατά τις γενικές διατάξεις εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση του κυρίου ενδίκου βοηθήματος. Ειδικότερα, το άρθρο 372 του ν. 4412/2016, όπως ίσχυε μετά τις διαδοχικές τροποποιήσεις του και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, προέβλεπε ότι: Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της ΑΕΠΠ και την ακύρωσή της, ενώπιον του κατά περίπτωση αρμοδίου δικαστηρίου [ήτοι του οικείου Διοικητικού Εφετείου ή του ΣτΕ] [παρ. 1]. “Η άσκηση της αίτησης αναστολής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση της αίτησης ακύρωσης. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης επί της προδικαστικής προσφυγής και συζητείται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της … Με την κατάθεση της αίτησης αναστολής η προθεσμία άσκησης της αίτησης ακύρωσης διακόπτεται και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού την αναστολή … οφείλει μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει την αίτηση ακύρωσης, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς της αναστολής. Η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή εφόσον εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εσωτερικού δικαίου και η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος … Η απόφαση επί της αναστολής εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης. Το διατακτικό των αποφάσεων αυτών … εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία επτά (7) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης … Η άσκηση αίτησης αναστολής κωλύει τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά” [παρ. 4]. “Αν ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε ή άσκησε ανεπιτυχώς την αίτηση αναστολής και η σύμβαση υπογράφηκε και ολοκληρώθηκε η εκτέλεσή της πριν από τη συζήτηση της αίτησης ακύρωσης, εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989” [παρ. 6].
21. Επειδή, όπως εκτέθηκε [βλ. ανωτέρω σκέψη 6], με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 αντικαταστάθηκε το άρθρο 372 του ν. 4412/2016. Σύμφωνα με την “ανάλυση κατ’ άρθρο” στο σχετικό σχέδιο νόμου, με τις διατάξεις αυτές “αναμορφώνεται ο μηχανισμός δικαστικής προστασίας κατά το στάδιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων … υιοθετούνται βελτιώσεις στις υφιστάμενες προβλέψεις … και εισάγονται σημαντικές καινοτομίες. Σκοπός των νέων ρυθμίσεων είναι η αποτελεσματική δικαστική προστασία των οικονομικών φορέων, η απλοποίηση της διαδικασίας, η ταχεία επίλυση των διαφορών και η συνακόλουθη έγκαιρη ολοκλήρωση των διαγωνιστικών διαδικασιών. [Σ]υγκεκριμένα … εισάγεται η καινοτομία της σώρευσης, για λόγους δικονομικής απλοποίησης και επιτάχυνσης της διαδικασίας, σε ενιαίο δικόγραφο της αίτησης αναστολής εκτέλεσης και της αίτησης ακύρωσης κατά των αποφάσεων της ΑΕΠΠ … [Δ]ιατηρείται η κατ’ αρχήν αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου της έδρας της αναθέτουσας αρχής και η εξαιρετική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας [επί ορισμένων κατηγοριών διαφορών] … Διαφοροποίηση εισάγεται ως προς τις υποθέσεις από την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων της οδηγίας 2014/25/ΕΕ … οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον η εκτιμώμενη αξία τους είναι μεγαλύτερη των 15.000.000 ευρώ, κατ’ αντιστοιχία με όσο ισχύουν για τις συμβάσεις [της οδηγίας 2014/24/ΕΕ] … [Π]ροβλέπεται ότι η εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης προσδιορίζεται σε σύντομη δικάσιμο, η οποία δεν απέχει πέραν των 3 μηνών από την κατάθεση της αίτησης, ενώ το διατακτικό της απόφασης εκδίδεται εντός 15 ημερών από τη συζήτηση της αίτησης ή από την προθεσμία για την υποβολή υπομνημάτων … [Ρ]υθμίζονται τα ανασταλτικά αποτελέσματα της αίτησης της παρ. 1. Όσον αφορά την υπογραφή της σύμβασης, υιοθετείται η πρόβλεψη που ισχύει μέχρι σήμερα για την αυτοτελή αίτηση αναστολής. Παράλληλα, θεσπίζεται περιορισμένης χρονικής διάρκειας αναστολή της διαγωνιστικής διαδικασίας … [Ρ]υθμίζεται η διαδικασία έκδοσης απόφασης επί του αιτήματος αναστολής. Ειδικότερα, το αρμόδιο δικαστήριο … αφού παρέλθει η de jure αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης, αποφαίνεται με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση, η οποία ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης ακύρωσης και μπορεί να ανακαλείται ή να τροποποιείται … Ειδικά στην περίπτωση επείγοντος αιτήματος αναστολής, για το οποίο αποφαίνεται η Επιτροπή του άρθρου 52 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης προσωρινής διαταγής από τον Πρόεδρο του οικείου δικαστικού σχηματισμού … [Ε]ξειδικεύονται οι προϋποθέσεις αποδοχής ή απόρριψης του αιτήματος αναστολής …”. Οι νέες ρυθμίσεις του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 προβλέπουν: (α) υποχρεωτική σώρευση σε ενιαίο δικόγραφο της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως, (β) άσκηση του ενιαίου αυτού ενδίκου βοηθήματος εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, (γ) ορισμό της ημέρας εκδίκασης της αίτησης ακυρώσεως και του εισηγητή δικαστή, με πράξη του οικείου Προέδρου, η οποία -όπως συνάγεται από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του νέου άρθρου 372- εκδίδεται “έως την επομένη ημέρα από την κατάθεση της αίτησης”, (δ) ορισμό, με την ως άνω πράξη του Προέδρου και εντός της ίδιας προθεσμίας, των τρίτων ενδιαφερομένων, των οποίων διατάσσεται η κλήτευση, (ε) αποκλειστική προθεσμία δύο ημερών “από την έκδοση και την παραλαβή της ως άνω πράξης” για τη διενέργεια των κοινοποιήσεων από τον αιτούντα προς την ΑΕΠΠ, την αναθέτουσα αρχή και κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο, (στ) αποκλειστική προθεσμία δέκα ημερών, από την κοινοποίηση της αίτησης, για την άσκηση της παρέμβασης, για τη διαβίβαση του φακέλου και των απόψεων των παθητικώς νομιμοποιουμένων, καθώς και για την κατάθεση στο αρμόδιο δικαστήριο των στοιχείων που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων, (ζ) αποκλειστική προθεσμία δύο ημερών από την άσκηση της παρέμβασης για την κοινοποίησή της στα λοιπά μέρη της δίκης, (η) εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως σε δικάσιμο που “δεν πρέπει να απέχει πέραν των 60 ημερών από την κατάθεση του δικογράφου” και (θ) έκδοση του διατακτικού της δικαστικής απόφασης εντός 15 ημερών από τη συζήτηση της αίτησης [ή από την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή υπομνημάτων]. Περαιτέρω, στο νέο σύστημα ρυθμίσεων προβλέπεται ότι “επί του αιτήματος αναστολής” αποφαίνεται ο Πρόεδρος του αρμόδιου, κατά τις διακρίσεις του νόμου, δικαστηρίου “με προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία”. Κατά νόμον, η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης “αναστολής εκτέλεσης και ακύρωσης” κωλύουν, κατ’ αρχήν, αφενός, τη σύναψη της σύμβασης μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης και, αφετέρου, την πρόοδο της διαδικασίας ανάθεσης για διάστημα 15 ημερών από την άσκηση της αίτησης. Δύναται, όμως, ο Πρόεδρος με την προσωρινή διαταγή [ή ο οικείος δικαστικός σχηματισμός επί μη οριστικής απόφασης, βλ. άρθρο 372 παρ. 7 τελευταίο εδάφιο] να αποφανθεί διαφορετικά, δηλαδή να ορίσει ότι αίρεται το εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα είτε μόνο ως προς την πρόοδο της διαδικασίας ανάθεσης είτε και ως προς τη σύναψη της σύμβασης. Όπως συνάγεται δε από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 6, 7 και 8 του άρθρου 372, ο Πρόεδρος αποφαίνεται “επί του αιτήματος αναστολής”, εξετάζοντας εάν πιθανολογείται σοβαρά παράβαση του δικαίου της ΕΕ ή του εθνικού δικαίου και εάν η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα συναρτώμενα με την παράβαση δυσμενή αποτελέσματα και σταθμίζοντας, επίσης, την βλάβη των διαδίκων μερών, εντός 15 ημερών από την άσκηση του ανωτέρω ενιαίου ενδίκου βοηθήματος [αναστολής και ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης].
22. Επειδή, οι ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 138 του ν. 4782/2021 ως προς τον χρόνο εκδίκασης της αίτησης ακυρώσεως και ως προς τα αρμόδια για την εξέταση της αίτησης αναστολής όργανα δεν φαίνεται να στοιχούν προς τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερθείσα “ανάλυση κατ’ άρθρο”. Εξ άλλου, οι νέες ρυθμίσεις που εισήχθησαν δεν ετέθησαν υπόψη της Διοικητικής Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας πριν από την ψήφισή τους από τη Βουλή. Τούτο δε καίτοι στο άρθρο 14 του ν. 1756/1988 “Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών” (Α΄ 35) [όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 1868/1989 (Α΄ 230)] προβλέπεται ότι στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας του Δικαστηρίου υπάγεται, μεταξύ άλλων, η λήψη αποφάσεων για “θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, οργάνωσης και λειτουργίας του δικαστηρίου και απονομής της δικαιοσύνης”, ενώ, σύμφωνα με τα παγίως γενόμενα δεκτά (βλ. ΣτΕ σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, πρακτικά 31/2020, 26/2020, 7/2019, 2/2014, 15/2011, 1/2008), όταν κατ’ ενάσκηση της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης ή της Βουλής πρόκειται να εισαχθούν προς ψήφιση διατάξεις, οι οποίες αφορούν την οργάνωση και λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων -όπως είναι κατ’ εξοχήν οι δικονομικές διατάξεις- ή την κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, αφενός, και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφετέρου, από λόγους δεοντολογίας, αλλά και προς επίτευξη των σκοπών της καλής νομοθέτησης [βλ. ήδη άρθρα 57 επ. του ν. 4622/2019 (Α΄ 133)], επιβάλλεται να ακούγονται οι απόψεις του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της συνταγματικότητας και επί της σκοπιμότητας των προτεινόμενων ρυθμίσεων, πριν κατατεθεί το σχέδιο ή η πρόταση νόμου προς ψήφιση στη Βουλή, προκειμένου το Δικαστήριο να εκτιμήσει και να επισημάνει στα όργανα που, κατά το Σύνταγμα, έχουν την νομοθετική πρωτοβουλία την ύπαρξη ή μη πραγματικής ανάγκης για τη θέσπιση από τον νομοθέτη των νέων ρυθμίσεων, καθώς και τα τυχόν ανακύπτοντα ζητήματα συνταγματικότητας ή αντίθεσης των ρυθμίσεων προς άλλες υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις. Τέλος, από την αιτιολογική έκθεση του οικείου σχεδίου νόμου δεν προκύπτει εάν έλαβε χώρα, ενόψει εισαγωγής νέων ρυθμίσεων, αποτίμηση, βάσει στατιστικών ή άλλων στοιχείων, του ήδη ισχύσαντος συστήματος του Βιβλίου IV του ν. 4412/2016 περί “Έννομης προστασίας κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων”, με εντοπισμό τυχόν προβλημάτων που διαπιστώθηκαν στα επιμέρους στάδια του συστήματος αυτού [προδικαστική προσφυγή ενώπιον της ΑΕΠΠ, προσφυγή στα δικαστήρια], κατά την διάρκεια της εφαρμογής του, ή εάν επιχειρήθηκε συγκριτική επισκόπηση του προγενέστερου συστήματος και του νέου· πέραν των διαλαμβανομένων στην “ανάλυση κατ’ άρθρο”, δεν προκύπτουν εν γένει οι λόγοι για τους οποίους, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, με τις εισαχθείσες τελικώς ρυθμίσεις επιτυγχάνεται εξορθολογισμός και βελτίωση του τρόπου παροχής έννομης προστασίας, στο προσυμβατικό στάδιο, και ότι οι νέες ρυθμίσεις θεωρούνται, κατά την εκτίμησή του, αναγκαίες και η πρόσφορες προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού [πρβλ. άρθρα 57 επ. του προαναφερθέντος ν. 4622/2019]. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Η. Μάζου, το τελευταίο τούτο είναι άμοιρο οποιασδήποτε επιρροής.
23. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 20 παρ. 1 ότι: “Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει”, στο άρθρο 87 παρ. 1 ότι: “Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία”, στο άρθρο 94 παρ. 1 και 2 ότι: στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές και ότι σε ειδικές περιπτώσεις “μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια …”, στο δε άρθρο 95 ότι: στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκει, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών (παρ. 1 περ. α΄)· κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση και τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (παρ. 3), οι δε αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως ο νόμος ειδικότερα ορίζει (παρ. 4). Εξ άλλου, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, ορίζεται ότι “Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση … επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως …”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η οργάνωση της δικαιοσύνης ρυθμίζεται, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, από τον νομοθέτη· οι σχετικές ρυθμίσεις, όμως, πρέπει να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, να αποβλέπουν στην εύρυθμη λειτουργία της, να προάγουν δε την αποτελεσματικότητα της απονομής της και το κύρος των δικαστηρίων (βλ. ΣτΕ 1580-81/2021 Ολομ). Από τις αυτές διατάξεις συνάγεται επίσης ότι θεσπίζεται δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αναγνωριζόμενο σε κάθε διάδικο του οποίου υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου. Αναγκαίο στοιχείο της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνιστά τόσο το επίκαιρο της παροχής της, όσο και η ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου, καθόσον μόνο η εκδίκαση των διαφορών και η έκδοση των αποφάσεων εντός σύντομου χρόνου δεν διασφαλίζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη· άλλωστε, και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΔΔΑ], κρίνοντας επί του ζητήματος της υπέρβασης ή μη, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, της εύλογης διάρκειας της δίκης, συνεκτιμά δέσμη κριτηρίων, στα οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη, και το διακύβευμα κάθε υπόθεσης [πρβλ. άρθρο 57 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51) και πάγια νομολογία του ΣτΕ επί αιτήσεων δίκαιης ικανοποίησης]. Περαιτέρω, περιεχόμενο της ρητώς κατοχυρωμένης λειτουργικής ανεξαρτησίας του αρμόδιου δικαστή, ως θεσμικής εγγύησης παρεχόμενης από το Σύνταγμα για την παροχή αποτελεσματικής, υπό την ανωτέρω έννοια, δικαστικής προστασίας, αποτελεί η δυνατότητα του δικαστή να αποφασίζει για την προτεραιότητα εκδίκασης των εκκρεμών ενώπιόν του υποθέσεων, ενόψει των συγκεκριμένων εκάστοτε συνθηκών, σταθμίζοντας το ιδιαίτερο αντικείμενό τους, το τυχόν γενικότερο κοινωνικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, τη σημασία τους για τους συγκεκριμένους διαδίκους, τα σχετικά αιτήματα των τελευταίων και, γενικώς, τους παράγοντες εκείνους που, υπό καθεστώς ισότητας των διαδίκων, αναδεικνύουν την συγκριτικά επείγουσα ανάγκη για την κατά προτεραιότητα εκδίκαση μιας διαφοράς ή μιας κατηγορίας διαφορών. Συνεπώς, διατάξεις νόμων, με τις οποίες καθορίζονται για τον δικαστή συγκεκριμένες προθεσμίες προς ενέργεια, όπως προθεσμίες για την εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ή για την έκδοση δικαστικής απόφασης, αποτελούν μόνο ένδειξη ότι συντρέχουν κατά τον νομοθέτη λόγοι που επιβάλλουν την ταχεία εκδίκαση των σχετικών διαφορών. Καθόσον αντίθετη ερμηνεία, εισάγουσα δεσμεύσεις στην αρμοδιότητα του δικαστή να προβαίνει σε αξιολόγηση των εκάστοτε ενώπιόν του διαφορών, βάσει των προαναφερθέντων κριτηρίων, ενέχει τον κίνδυνο, αφενός, να καθυστερεί η εκδίκαση υποθέσεων ως προς τις οποίες, ανεξάρτητα εάν ανήκουν ή όχι στις νομοθετικά προτιμημένες κατηγορίες, συντρέχει, πάντως, με βάση τα ουσιαστικά κριτήρια, όντως ανάγκη να προτιμηθούν προς εκδίκαση, και, αφετέρου, να φέρονται, υποχρεωτικώς, προς εκδίκαση σε συγκεκριμένη δικάσιμο υποθέσεις που δεν είναι ώριμες προς τούτο και να εκδίδονται αποφάσεις χωρίς τα εχέγγυα ορθότητας της δικαστικής κρίσης· ερμηνεία με το ανωτέρω περιεχόμενο αντίκειται, ως εκ τούτου, στην αρχή της δίκαιης δίκης και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (πρβλ. ΔΕΕ απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, PG [C-406/18], σκέψεις 26 επ. και ΣτΕ σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, πρακτικό 15/2006, καθώς και πρακτικά 8/2007, 17/2011). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι ο νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας όχι μόνο για την οριστική επίλυση της διαφοράς, με την έκδοση απόφασης επί του κύριου ενδίκου βοηθήματος, αλλά και κατά το στάδιο της προσωρινής προστασίας, ενόψει του σκοπού και της ιδιαιτερότητας της προσωρινής προστασίας (βλ. ΣτΕ ΕΑ 718/1993, 141/2010, 496/2011, 180/2012, 35-36/2013, 16/2013, 475/2013 Ολομ). Τέλος, κατά πάγια νομολογία, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και την πρόοδο της δίκης, αρκεί οι προϋποθέσεις αυτές να συνάπτονται προς την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, να διασφαλίζουν την δικαστική ανεξαρτησία, να είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την θέσπισή τους σκοπού και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερθείσας οδηγίας 89/665/ΕΟΚ· πρέπει, πάντως, ο εθνικός νομοθέτης κατά τη θέσπιση των διατάξεων που εισάγονται στην εσωτερική έννομη τάξη για την προσαρμογή στην οδηγία αυτή, στο πλαίσιο της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, να τηρεί τις προσδιοριζόμενες στην εν λόγω οδηγία ελάχιστες προϋποθέσεις, τόσο ως προς την οριστική όσο και ως προς την προσωρινή δικαστική προστασία, και να μη εισάγει ρυθμίσεις θίγουσες την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής, σκοπός της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, να εξασφαλίσει ότι οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών [βλ. ανωτέρω σκέψεις 14-19].
24. Επειδή, κατά τη γνώμη της Προέδρου Μ. Καραμανώφ και της Συμβούλου Ο. Παπαδοπούλου, με τις διατάξεις του άρθρου 138 του ν. 4782/2021 εισάγεται σύστημα ρυθμίσεων για την επίλυση των διαφορών που γεννώνται στο προσυμβατικό στάδιο μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και των διαγωνιζομένων, το οποίο διαφέρει ουσιωδώς από το προηγούμενο. Οι ανωτέρω διαφορές αποτελούν πράγματι ιδιαίτερη κατηγορία, ενόψει, μεταξύ άλλων, της σημαντικής συμβολής των δημοσίων συμβάσεων στον εκσυγχρονισμό των υποδομών της χώρας και στην βελτίωση των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, της συνεργασίας που αναπτύσσεται στον τομέα αυτό μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, του οικονομικού αντικειμένου των συμβάσεων, της καίριας σημασίας που προσλαμβάνει η εξασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, ισότητας των διαγωνιζομένων και διαφάνειας των διαδικασιών, με τους εντεύθεν κινδύνους από την εμφάνιση αθέμιτων συμπεριφορών. Για τους λόγους αυτούς, άλλωστε, στο δίκαιο της ΕΕ κρίθηκε αναγκαία η εναρμόνιση όχι μόνο των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία σύναψης των δημοσίων συμβάσεων, αλλά και των δικονομικών κανόνων για τις οικείες διαφορές, με τη θέσπιση αντίστοιχων οδηγιών (βλ. και ΣτΕ σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, πρακτικό 8/2007). Στις εν λόγω κατηγορίες διαφορών κεφαλαιώδη σημασία προσλαμβάνει η δικαστική προστασία, η οριστική, καθώς και η προσωρινή προς αποτροπή τετελεσμένων μέχρι την έκδοση απόφασης με δύναμη δεδικασμένου. Κύριο χαρακτηριστικό της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας πρέπει να είναι η αποτελεσματικότητα και, ιδίως, η ταχύτητα. Η επιτάχυνση, όμως, της επίλυσης των διαφορών που γεννώνται στο προσυμβατικό στάδιο μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και των διαγωνιζομένων, δεν δύναται, ούτε κατά το Σύνταγμα ούτε κατά το δίκαιο της ΕΕ, να θίγει την άλλη εξίσου κρίσιμη πτυχή της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας, την ύπαρξη δηλαδή των αναγκαίων προϋποθέσεων, προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες των δύο σταδίων της επίλυσης των διαφορών [προσωρινό και οριστικό], για την εκφορά ορθής δικαστικής κρίσης. Το στοιχείο αυτό προσλαμβάνει μάλιστα προέχουσα σημασία στο στάδιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας, κατά το οποίο, ειδικώς στην ανωτέρω κατηγορία διαφορών, πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο ο κίνδυνος βλάβης του αιτούντος από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, με στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, ή το προδήλως απαράδεκτο ή αβάσιμο της αιτήσεως ακυρώσεως ή το προδήλως βάσιμο αυτής, όπως συμβαίνει στην συνήθη αίτηση αναστολής [βλ. άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8)], αλλά η εικαζόμενη παράβαση των εφαρμοστέων στην ένδικη υπόθεση κανόνων δικαίου και να εκφέρεται αιτιολογημένη κρίση επί όλων των ζητημάτων αυτών. Το προβλεπόμενο στο άρθρο 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, σύστημα αποβλέπει στη επιτάχυνση της επίλυσης των διαφορών που γεννώνται στο προσυμβατικό στάδιο, εις βάρος, όμως, της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας, την οποία επιτάσσει, κατά τα ανωτέρω, το Σύνταγμα και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα: Με το σύστημα αυτό προβλέπεται, κατ’ αρχάς, υποχρεωτική σώρευση των αιτημάτων προσωρινής και οριστικής δικαστικής προστασίας, χωρίς να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να ασκήσει αίτηση προσωρινής προστασίας ανεξάρτητα από προηγούμενη κίνηση κύριας δίκης εκ μέρους του, όπως προβλέπεται στην οδηγία 89/665 [βλ. ανωτέρω]· υπαγορεύονται δε από την επιλογή αυτή οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που τάσσονται στους διαδίκους για την άσκηση του ως άνω ενιαίου ενδίκου βοηθήματος και για την πρόοδο της δίκης και αναιρείται ο διακριτός, κατά το Σύνταγμα και την οδηγία 89/665, σκοπός της προσωρινής και της οριστικής προστασίας, που πρέπει να εξυπηρετείται με τις ενδεδειγμένες για κάθε μορφή προστασίας δικονομικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις και με τον πρόσφορο για κάθε μία από τις μορφές αυτές τρόπο δικαστικής κρίσης. Περαιτέρω, τάσσονται στο δικαστήριο προθεσμίες προς ενέργεια και, συγκεκριμένα, προθεσμίες για την εξέταση του αιτήματος αναστολής, για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως και για τη δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης, οι οποίες, όπως προκύπτει από την όλη οικονομία των διατάξεων, είναι αποκλειστικές, και όχι απλώς ενδεικτικές [όπως ήταν οι προβλεπόμενες στους προγενέστερους νόμους 2522/1997 και 3886/2010 και στο άρθρο 372 του ν. 4412/2016 υπό την προϊσχύσασα μορφή του]. Κατά τη γνώμη αυτή, οι προθεσμίες για τον ορισμό δικασίμου και εισηγητή, για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως, για την έκδοση του διατακτικού της σχετικής δικαστικής απόφασης, καθώς και για την απόφανση του Προέδρου επί του αιτήματος αναστολής, με προσωρινή διαταγή, δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως ενδεικτικές, διότι το σύστημα του νόμου, που συναρτά με τις προθεσμίες αυτές, αφενός, ενέργειες των διαδίκων για την πρόοδο της ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασίας και, αφετέρου, το ανασταλτικό εκ του νόμου αποτέλεσμα για τη σύναψη της σύμβασης ή την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, οργανώνεται με επίκεντρο και άξονα τις τασσόμενες σύντομες προθεσμίες για τις ενέργειες του δικαστηρίου. Αντίθετη ερμηνεία, η οποία θα θεωρούσε τις προθεσμίες ενδεικτικές και όχι αποκλειστικές, πέραν του ότι δεν θα ήταν συμβατή με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις περί δικαστικής ανεξαρτησίας και δίκαιης δίκης, σύμφωνα με όσα δέχθηκε και το Δικαστήριο σε Ολομέλεια και Συμβούλιο (βλ. το πρακτικό 15/2006, καθώς και τα πρακτικά 8/2007, 17/2011), δεν συνάδει ούτε με τον σκοπό της δικονομικής οδηγίας 89/665, διότι ενδέχεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής και η επιδιωκόμενη προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων των διαδίκων -ιδίως δε των λοιπών, πλην του ασκήσαντος το ένδικο βοήθημα, που είναι ομοίως υποκείμενα του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας- να διακυβεύονται από την αναστολή της προόδου της διαδικασίας και της σύναψης της σύμβασης και η οποία, επί ενδεικτικών απλώς προθεσμιών, δεν περιορίζεται σε καθορισμένο εκ των προτέρων χρονικό πλαίσιο, με την εντεύθεν αβεβαιότητα για την εξέλιξη της διαδικασίας. Εξ άλλου, η δυνατότητα που παρέχεται στον Πρόεδρο είτε να άρει το εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα της υπογραφής της σύμβασης, πριν από την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης επί της αίτησης ακυρώσεως, είτε να άρει το επίσης εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα της προόδου της διαγωνιστικής διαδικασίας, πριν παρέλθει το δεκαπενθήμερο από την κατάθεση της αίτησης, είτε να παρατείνει την αναστολή της προόδου της διαγωνιστικής διαδικασίας, πέραν του δεκαπενθημέρου από την κατάθεση της αίτησης αναστολής/ακυρώσεως, είτε, τέλος, να διατάξει κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο προσωρινής προστασίας, καθίσταται ατελέσφορη εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται το σύστημα δικαστικής προστασίας και, συνεπώς, ούτε αμβλύνει τις ανωτέρω αρνητικές επιπτώσεις ούτε εξυπηρετεί την κατά το Σύνταγμα και το δίκαιο της ΕΕ αποτελεσματική δικαστική προστασία, που δεν εξαντλείται κατά την δικονομική οδηγία 89/665 σε ταχεία εκκαθάριση των σχετικών διαφορών. Πράγματι, στις νέες ρυθμίσεις η προσωρινή δικαστική προστασία χάνει όχι μόνο την αυτοτέλεια, αλλά, εν τέλει, και τη λυσιτέλειά της, ενόψει της υποχρέωσης να εξετάζεται από τον αρμόδιο δικαστή, εντός βραχύτατης προθεσμίας, το αίτημα αναστολής, με πιθανολόγηση του βασίμου των προβαλλομένων αιτιάσεων και με στάθμιση της βλάβης που επικαλούνται τα διάδικα μέρη, και να εκδίδεται ταχύτατα επί των ζητημάτων αυτών προσωρινή διαταγή με “όλως συνοπτική αιτιολογία”. Και τούτο διότι, ειδικώς στην εν λόγω κατηγορία διαφορών, η κρίση επί του αιτήματος αναστολής προϋποθέτει όχι μόνο την εξέταση και την στάθμιση της βλάβης των διαδίκων μερών, αλλά επιπλέον την εξέταση, στο πλαίσιο ελέγχου νομιμότητας, της σοβαρής ή μη πιθανολόγησης των προβαλλομένων αιτιάσεων, που ενδέχεται να αναφέρονται σε πλείονα, διακεκριμένα και σύνθετα ζητήματα, διαδικαστικά και ουσιαστικά, με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των παραγόντων της δίκης, εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η παρεχόμενη στον μη εισέτι οριστικώς αποκλεισθέντα διαγωνιζόμενο να πλήξει τόσο τον αποκλεισμό του, όσο και την αποδοχή των προσφορών άλλων διαγωνιζομένων, προβάλλοντας οποιονδήποτε σχετικό ισχυρισμό [βλ. ανωτέρω τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ]. Δεν ταυτίζεται, ως εκ τούτου, η ειδική αυτή κρίση του δικαστηρίου επί του αιτήματος αναστολής με την συνήθη διαδικασία προσωρινής προστασίας του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπου εξετάζονται ζητήματα που αφορούν την βλάβη από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης και είτε το προδήλως απαράδεκτο ή αβάσιμο της αιτήσεως ακυρώσεως είτε το προδήλως βάσιμο αυτής [και όπου συντρέχει, κατ’ αρχήν, περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας της αίτησης ακυρώσεως όταν υφίσταται πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ασκηθείσας αίτησης]· είναι δε η προβλεπόμενη στο άρθρο 138 του ν. 4782/2021 προσωρινή διαταγή ουσιωδώς διαφορετική και από την προσωρινή διαταγή που προέβλεπε το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 38886/2010, καθώς και το προϊσχύσαν άρθρο 372 του ν. 4412/2016 [σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989]. Επιπροσθέτως, ο περιορισμένος χρόνος που παρέχεται στον δικαστή προς απόφανση επί του αιτήματος αναστολής, με το προεκτεθέν περιεχόμενό του, καθίσταται ακόμη πιο σύντομος εάν ληφθούν υπόψη οι προθεσμίες που προβλέπονται για την άσκηση παρεμβάσεων, την διαβίβαση του φακέλου και των απόψεων και την κατάθεση των στοιχείων που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων, οι προθεσμίες δηλαδή ως προς κρίσιμες ενέργειες της εκκρεμούς δίκης, με αποτέλεσμα ο ωφέλιμος χρόνος προς απόφανση σχεδόν να εκμηδενίζεται. Τέλος, ορίζεται στον νόμο ότι για τις ανωτέρω σύνθετες κρίσεις εκδίδεται “προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία”, εκδίδεται δηλαδή δικαστική απόφαση που, ενόψει του χαρακτήρα των κρίσεων τις οποίες καλείται να εκφέρει ο δικαστής, δεν συνάδει προς το Σύνταγμα και τις απαιτήσεις της οδηγίας. Για τους ανωτέρω λόγους, το εισαχθέν με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 σύστημα, ως αδιάσπαστο σύνολο με ενότητα ρυθμίσεων, αντίκειται, κατά τη γνώμη αυτή, στο Σύνταγμα και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
25. Επειδή, κατά τη γνώμη της Προέδρου Μ. Καραμανώφ, των Συμβούλων Η. Μάζου, Ο. Παπαδοπούλου και Χ. Σιταρά, καθώς και των Παρέδρων Ι. Παπαγιάννη και Ι. Μιχαλακόπουλου, δοθέντος ότι, βάσει του άρθρου 2 της οδηγίας 89/665, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στα επιλαμβανόμενα των προσφυγών όργανα την εξουσία να λαμβάνουν κάθε προσωρινό μέτρο ανεξάρτητα από προηγούμενη κίνηση κύριας δίκης (βλ. τις μνημονευθείσες ανωτέρω αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας [C-214/00] και της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας [C-236/95]), μη επιτρεπτώς προβλέπεται στο άρθρο 138 του ν. 4782/2021 υποχρεωτική άσκηση με το ίδιο δικόγραφο αίτησης αναστολής και αίτησης ακυρώσεως κατά των αποφάσεων της ΑΕΠΠ [και, σε περίπτωση απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής από την Αρχή, κατά των συμπροσβαλλομένων πράξεων της αναθέτουσας αρχής]. Επιπλέον, κατά την ειδικότερη, ως προς το ζήτημα τούτο, γνώμη της Προέδρου Μ. Καραμανώφ, της Συμβούλου Ο. Παπαδοπούλου και των Παρέδρων Ι. Παπαγιάννη και Ι. Μιχαλακόπουλου: Όπως ήδη εκτέθηκε, το Σύνταγμα [άρθρο 20 παρ. 1] κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, στην προστασία δε αυτή περιλαμβάνεται τόσο η οριστική, με την οποία επιτυγχάνεται η διάγνωση της διαφοράς και η με δύναμη δεδικασμένου ρύθμιση της οικείας έννομης σχέσης, όσο και η προσωρινή, η οποία αποσκοπεί στην προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, προς διασφάλιση των ευρισκομένων σε κίνδυνο συμφερόντων των διαδίκων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Ως εκ της φύσεως και του σκοπού κάθε μίας από τις μορφές αυτές δικαστικής προστασίας, επιβάλλεται η διακεκριμένη παροχή τους από διαδικαστική άποψη, ώστε να αποτρέπεται η σύγχυση των εν λόγω σκοπών και των μέσων για την εξυπηρέτησή τους. Η σύγχυση αυτή αποβαίνει εις βάρος της επιτασσόμενης από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, διότι ναρκοθετεί την λειτουργική αποστολή της οριστικής προστασίας, που είναι η εντός ευλόγου χρόνου ορθή απονομή της δικαιοσύνης προς οριστική επίλυση της διαφοράς, νοθεύοντας την με την διαφορετική αποστολή της προσωρινής προστασίας, που συνίσταται στην κατά το δυνατόν ταχύτερη προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης προς διασφάλιση των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων. Για τους λόγους αυτούς, δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτό να επιβάλλεται η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αιτήματος οριστικής και προσωρινής δικαστικής προστασίας, η δε περαιτέρω δικονομική διαδικασία να διαμορφώνεται υπό όρους συγχύσεως των διαφορετικών σκοπών τους. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως το άρθρο αυτό ήδη ισχύει, καθ’ ο μέρος προβλέπουν ότι, σε διαφορές ανακύπτουσες κατά το στάδιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, οι αιτήσεις οριστικής δικαστικής προστασίας και προσωρινής δικαστικής προστασίας ασκούνται με το ίδιο δικόγραφο και εκδικάζονται με κοινή προδικασία, είναι αντισυνταγματικές. Πάντως, κατά τη γνώμη αυτή, το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς τη σύναψη της σύμβασης μπορεί να προσδίδεται, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, από τον νομοθέτη στην άσκηση και του κυρίου ενδίκου βοηθήματος. Μειοψήφησε, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο των αιτημάτων προσωρινής και οριστικής δικαστικής προστασίας, ο Σύμβουλος Δ. Κυριλλόπουλος, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Ο νομοθέτης με την σώρευση σε ενιαίο δικόγραφο της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως αποβλέπει στην επιτάχυνση της εκδίκασης των σχετικών διαφορών και στην έκδοση, σε σύντομο χρόνο, της οριστικής δικαστικής απόφασης, για την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων που παρατηρούνται εν γένει στο προσυμβατικό στάδιο, καθώς και των πρόσθετων καθυστερήσεων που συνεπάγεται για την διαγωνιστική διαδικασία η δυνατότητα του μη εισέτι οριστικώς αποκλεισθέντος να αμφισβητήσει την νομιμότητα της συμμετοχής των λοιπών διαγωνιζομένων. Εξ άλλου, η εκ του νόμου αναστολή της σύναψης της σύμβασης μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης, σε συνδυασμό με την αναστολή της προόδου της διαδικασίας ανάθεσης για διάστημα 15 ημερών από την άσκηση της αίτησης και με την δυνατότητα που παρέχεται στον Πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου να άρει την εκ του νόμου προβλεπόμενη αναστολή, με προσωρινή διαταγή, καλύπτει τις απαιτήσεις της δικονομικής οδηγίας 89/665/ΕΟΚ. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, η υποχρεωτική άσκηση της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 89/665 σκοπό και δεν αντίκειται ούτε στην οδηγία ούτε στο Σύνταγμα ή σε άλλες διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος.
26. Επειδή, περαιτέρω, κατά τη γνώμη των Συμβούλων Δ. Κυριλλόπουλου, Η. Μάζου, Χρ. Σιταρά και των Παρέδρων Ιω. Παπαγιάννη και Ιω. Μιχαλακόπουλου, ενόψει της οδηγίας 89/665 δικαιολογείται η θέσπιση ειδικών δικονομικών ρυθμίσεων για την κατά προτίμηση εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν κατά το προσυμβατικό στάδιο της διαδικασίας ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων. Επιτρεπτώς, ως εκ τούτου, προβλέπεται με τις διατάξεις του άρθρου 138 του ν. 4782/2021 ο ορισμός σύντομης προθεσμίας για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως και ο ορισμός προθεσμίας για τη δημοσίευση του διατακτικού της εκδιδόμενης επί του κύριου ενδίκου βοηθήματος δικαστικής απόφασης. Εξ άλλου, η οριζόμενη σχετικώς, ενδεικτική κατά την έννοια του νόμου, προθεσμία των εξήντα ημερών από την κατάθεση του δικογράφου είναι εύλογη· με αυτήν επισημαίνεται από τον νομοθέτη η ανάγκη ταχείας δικαστικής επίλυσης των υποθέσεων της συγκεκριμένης κατηγορίας, ανάγκη την οποία συνεκτιμά ο δικαστής κατά τον εκάστοτε καθορισμό της προτεραιότητας εκδίκασης των εκκρεμών διαφορών· περαιτέρω, ενδεικτικό χαρακτήρα έχει και η προθεσμία για τη δημοσίευση του διατακτικού της δικαστικής απόφασης, δεν δύναται δε να θεωρηθεί μη εύλογη η ενδεικτική αυτή προθεσμία (πρβλ. επί διαφορών για την κατεδάφιση αυθαιρέτων εντός εκτάσεων δασικού χαρακτήρα: ΣτΕ 2619/2001, επί διαφορών περί του κύρους των εκλογών στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης: ΣτΕ 1127/2000, 727/1991, 3385/1990, επί φορολογικών διαφορών: ΣτΕ 1524/1972, 1267/1968, 2047-48/1966, 2391-95/1960, 1309/1958, 687/1953). Μειοψήφησαν ως προς το ζήτημα αυτό η Πρόεδρος Μ. Καραμανώφ και η Σύμβουλος Ο. Παπαδοπούλου, η γνώμη των οποίων εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη.
27. Επειδή, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, η διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει, καθ’ ο μέρος προβλέπει ότι ο Πρόεδρος αποφαίνεται επί του αιτήματος αναστολής, εντός της σύντομης προθεσμίας της παραγράφου αυτής, “με προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία”, αντίκειται στο Σύνταγμα και στην δικονομική οδηγία 89/665. Και τούτο διότι απόφανση του δικαστή εντός πολύ σύντομου χρόνου και με όλως συνοπτική αιτιολογία μπορεί να προβλέπεται μόνο όταν, κατά νόμον, εξετάζεται ο κίνδυνος επέλευσης ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, κατ’ εκτίμηση πραγματικών συνθηκών, καθώς και το τυχόν προδήλως βάσιμο ή αβάσιμο της αίτησης ακυρώσεως [υπό τους όρους μάλιστα της διαμορφωθείσας σχετικώς με το προδήλως βάσιμο νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας καθ’ ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989], και όχι όταν ο δικαστής οφείλει να εξετάσει εάν πιθανολογείται σοβαρά παράβαση κανόνα του δικαίου της ΕΕ ή του εθνικού δικαίου και εάν η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από τυχόν διαπιστωθείσα παράβαση αποτελέσματα, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου άρθρου 372 του ν. 4412/2016.
28. Επειδή, σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες που τάσσονται για τους διαδίκους με την παράγραφο 4 του άρθρου 372, αυτοτελώς εξεταζόμενες και υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω, το Τμήμα έκρινε τα εξής: Κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, νομίμως ορίζεται δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης “αναστολής και ακύρωσης”, η οποία έχει ως αφετηρία την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της πράξης της ΑΕΠΠ [ή επί παραλείψεων την παρέλευση της προθεσμίας για την έκδοση απόφασης από την ΑΕΠΠ]. Τούτο δε, διότι το ένδικο βοήθημα ασκείται από πρόσωπα (οικονομικούς φορείς ή αναθέτουσας αρχές ή φορείς), τα οποία ενδιαφέρονται για την ανάληψη (ή την νόμιμη ανάθεση) δημοσίων συμβάσεων και επομένως, διαθέτοντας εξειδίκευση και εμπειρία στην διεξαγωγή ή την συμμετοχή σε σχετικούς διαγωνισμούς (πρβλ. ΣτΕ 876/2013 Ολομ, ΕΑ 295/2021, 1402/2008, 1299/2007, 389/2003), μεριμνούν κατά τεκμήριο για την προάσπιση των συμφερόντων τους σε αυξημένο βαθμό, σε σχέση με τον μέσο διάδικο σε άλλες κατηγορίες εννόμων σχέσεων και σχετικών διαφορών. Πέραν τούτου, η βραχεία αυτή προθεσμία δεν συνεπάγεται πρακτική αδυναμία των ενδιαφερομένων να προετοιμάσουν επαρκώς το αίτημα δικαστικής προστασίας, διότι, ως προς την πράξη της αναθέτουσας αρχής, το αντικείμενο της αμφισβήτησης έχει προηγουμένως οριοθετηθεί σαφώς, με την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής ενώπιον της ΑΕΠΠ, ενώπιον της οποίας έχει εκτεθεί κατ’ αρχήν (βλ. το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 372) και η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Περαιτέρω, ως προς τις αιτιάσεις που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον της ΑΕΠΠ και το περιεχόμενο των αποφάσεών της, η προθεσμία αυτή, σε συνδυασμό με την δυνατότητα προσθέτων λόγων και κατάθεσης υπομνημάτων, κατά τις διατάξεις του π.δ. 18/1989, αναλόγως εφαρμοζόμενες, κρίνεται, επίσης, επαρκής. Το αυτό ισχύει και για την παρακολουθηματική προθεσμία που τάσσεται στον αιτούντα για την κατάθεση στο δικαστήριο των αποδεικτικών του στοιχείων (δεκαήμερο από την εκ μέρους του κοινοποίηση της αίτησης στους αντιδίκους). Περαιτέρω, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, η δεκαήμερη αποκλειστική προθεσμία που τάσσεται στον δικαιούμενο να ασκήσει παρέμβαση, προκειμένου αυτός να την καταθέσει στο αρμόδιο δικαστήριο, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ή σε άλλη διάταξη υπέρτερης τυπικής ισχύος. Το αυτό ισχύει και για την προβλεπόμενη στο νόμο προθεσμία προς κατάθεση από τον παρεμβαίνοντα των αποδεικτικών του στοιχείων. Και τούτο, διότι ισχύουν και ως προς τον παρεμβαίνοντα όσα ήδη αναφέρθηκαν σχετικά με την δυνατότητα που έχει αυτή η κατηγορία προσώπων να προετοιμάσει με επαρκή τρόπο την άμυνά της, με την άσκηση της παρέμβασης ενώπιον του δικαστηρίου, ενόψει μάλιστα και της προηγηθείσας διοικητικής προδικασίας. Ωστόσο, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, αντίκειται προς το Σύνταγμα η αποκλειστική προθεσμία των δύο ημερών, από την παραλαβή της πράξης του οικείου Προέδρου περί προσδιορισμού δικασίμου και εισηγητή για την υπόθεση, η οποία τάσσεται στον αιτούντα, προκειμένου αυτός να κοινοποιήσει την αίτηση “αναστολής και ακύρωσης” επί ποινή απαραδέκτου αυτής προς τους καθ’ ων και προς τους δικαιουμένους σε παρέμβαση. Η τήρηση της προθεσμίας αυτής, των δύο εργάσιμων, κατά την έννοια της διάταξης, ημερών, για επίδοση του δικογράφου σε έγχαρτη μορφή, με δικαστικό επιμελητή, είναι αντικειμενικώς εξαιρετικά δυσχερής ακόμα και υπό τις συνήθεις περιστάσεις, εντός της Χώρας. Η τήρηση δε της αυτής προθεσμίας καθίσταται έτι δυσχερέστερη, για κοινοποίηση προς δικαιουμένους σε παρέμβαση οικονομικούς φορείς εδρεύοντες στην αλλοδαπή, ως προς τους οποίους δεν είναι πάντοτε εξασφαλισμένη η ύπαρξη αντικλήτου στην Ελλάδα, με εξουσία παραλαβής όχι γενικώς εγγράφων της διαγωνιστικής διαδικασίας, αλλά ειδικώς εισαγωγικών δίκης δικογράφων. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, το απαράδεκτο του ενδίκου βοηθήματος στην περίπτωση υπέρβασης της διήμερη αυτής προθεσμίας εισάγει ανεπίτρεπτο από πλευράς αναλογικότητας περιορισμό του κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Αντιβαίνει ομοίως στο Σύνταγμα για τον ίδιο λόγο η διήμερη προθεσμία που τάσσεται στον παρεμβαίνοντα, ώστε να προβεί σε κοινοποίηση της παρέμβασής του προς τον αιτούντα. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Η. Μάζου και Χρ. Σιταρά, οι ρυθμίσεις αυτές δεν αντιβαίνουν προς το Σύνταγμα, διότι ο αιτών την ακύρωση και την αναστολή εκτέλεσης, ως επιτιθέμενος διάδικος, οφείλει οργανώνοντας κατάλληλα και έγκαιρα τις ενέργειές του σχετικά με τις επιδόσεις να έχει προπαρασκευάσει τις χρονικώς επικείμενες και προβλεπτές διαδικαστικές πράξεις του, με συνέπεια να παρίσταται εύλογη κατ’ αρχήν η επιλογή του νομοθέτη να τάξει διήμερη κατά τα ανωτέρω προθεσμία. Για την κοινοποίηση δε της παρέμβασης ειδικώς προς τον αιτούντα εντός διημέρου από την κατάθεσή της δεν τίθεται ζήτημα, σύμφωνα με την αυτή γνώμη, και για τον πρόσθετο λόγο ότι εκ του νόμου [άρθρο 18 του π.δ/τος 18/1989 σε συνδυασμό προς το άρθρο 372 παρ. 13 του ν. 4412/2016] η άσκηση αίτησης ακυρώσεως συνεπάγεται τον ορισμό αντικλήτων που κατοικούν στην έδρα του αρμοδίου δικαστηρίου, προς τους οποίους η άμεση επίδοση είναι ευχερέστατη. Τέλος, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, χαρακτηρίζεται μεν στον νόμο ως αποκλειστική η δεκαήμερη προθεσμία που τάσσεται στους παθητικώς νομιμοποιουμένους [ΑΕΠΠ και αναθέτοντες φορείς ή αρχές] για την διαβίβαση προς το δικαστήριο του φακέλου και των απόψεων, η διάταξη όμως αυτή δεν έχει την έννοια ότι μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας οι παθητικώς νομιμοποιούμενοι αδυνατούν, τυπικώς και ουσιαστικώς, να αντικρούσουν την κατατεθείσα στο δικαστήριο αίτηση. Και τούτο διότι η ερμηνεία αυτή, κατ’ απόκλιση από το ισχύον επί ακυρωτικής δίκης ανακριτικό σύστημα [βλ. άρθρα 22-24 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύουν], θα υποχρέωνε το δικαστήριο να προχωρήσει στην εκδίκαση της διαφοράς μόνον βάσει των ισχυρισμών αιτούντος και παρεμβαινόντων, καθώς του αποδεικτικού υλικού που αυτοί εισέφεραν. Συνεπώς, ερμηνευομένη σύμφωνα με τις αρχές του ανακριτικού συστήματος, η διάταξη έχει την έννοια ότι δεν καθιερώνει απόλυτη δικονομική ακυρότητα εις βάρος των παθητικώς νομιμοποιουμένων να διαβιβάσουν στο δικαστήριο τον φάκελο και τις απόψεις τους, αλλά παρέχει απλώς την δυνατότητα στον δικαστή να θεωρήσει, σε περίπτωση αδικαιολόγητης αδράνειας του αντιδίκου, ως ομολογημένη την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος.
29. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, τα ζητήματα της συνταγματικότητας και της ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, πρέπει να παραπεμφθούν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).
30. Επειδή, περαιτέρω το Τμήμα υπό την παρούσα σύνθεση, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει, ιδίως δε το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις της παραγράφου 7 και με τις παραγράφους 4, 6 και 8 του ιδίου άρθρου, εξετάζει το αίτημα αναστολής της κρινόμενης αίτησης, προκειμένου να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού.
31. Επειδή, με το 1/6.7.2021 πρακτικό της Επιτροπής Διενέργειας του Διαγωνισμού, το οποίο εγκρίθηκε με την προσβαλλόμενη 1672/3/9.7.2021 απόφαση του ΔΣ του ΟΠΕΚΑ, κρίθηκε ότι η προσφορά της αιτούσας πρέπει να απορριφθεί διότι δεν καλύπτει το προβλεπόμενο στο άρθρο 2.2.6.β της Διακήρυξης κριτήριο επιλογής ως προς την απαιτούμενη τεχνική και επαγγελματική ικανότητα, όπως το κριτήριο αυτό διευκρινίσθηκε με την 160/Ζ2/7.5.2021 πράξη της αναθέτουσας αρχής. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η δηλωθείσα με την προσφορά της αιτούσας προς κάλυψη του κριτηρίου του άρθρου 2.2.6.β της Διακήρυξης 3/2018 σύμβαση παροχής υπηρεσιών σίτισης με το … Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Θεσσαλονίκης [ΑΤΕΙΘ], του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδας [ΔΙΠΑΕ] [άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4610/2019 (Α΄ 70)], δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Και τούτο διότι η σύμβαση αυτή αφορά παροχή υπηρεσιών παραγωγής και διανομής γευμάτων εντός του ίδιου χώρου, εφόσον, κατά τους οικείους συμβατικούς όρους, η σίτιση των φοιτητών λαμβάνει χώρα στο εστιατόριο του πανεπιστημίου, με τη μέθοδο self-service με παραλαβή των γευμάτων από τους ίδιους τους φοιτητές. Με την προδικαστική προσφυγή η αιτούσα προέβαλε ότι η 160/Ζ2/7.5.2021 διευκρίνιση του ΟΠΕΚΑ δεν ήταν νόμιμη, διότι ο όρος σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να διαφοροποιείται ο τόπος παραγωγής από τον τόπο διάθεσης των γευμάτων δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 2.2.6.β της Διακήρυξης, ετέθη δε το πρώτον με το ως άνω διευκρινιστικό έγγραφο· ως εκ τούτου, πρόκειται για ουσιώδη τροποποίηση της Διακήρυξης και όχι για απλή διευκρίνιση του άρθρου 2.2.6.β. Περαιτέρω, προέβαλε ότι η διευκρίνιση δόθηκε αναρμοδίως από την Οικονομική Υπηρεσία του ΟΠΕΚΑ και όχι από το ΔΣ αυτού ή από την Επιτροπή Διενέργειας του διαγωνισμού. Προέβαλε, επίσης, ότι η επίμαχη διευκρίνιση είναι αόριστη, διότι δεν καθίσταται σαφές αν ως “ίδιος χώρος” νοείται μόνο το εστιατόριο ή εν γένει ο χώρος του campus του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, υπό την δεύτερη δε εκδοχή εισάγεται υπέρμετρος περιορισμός της συμμετοχής στη διαδικασία, όπως κρίθηκε, άλλωστε, με την Πράξη 88/2021 του Z΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ισχυρίσθηκε, περαιτέρω, ότι κατά το διάστημα από 1.3.2020 έως 31.12.2020, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία της in situ εκπαιδευτικής διαδικασίας και των εστιατορίων των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για τον περιορισμό της περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, η δηλωθείσα 3/2018 σύμβαση παροχής υπηρεσιών σίτισης με το ΑΤΕΙΘ εκτελείτο με τη διανομή των ζεστών γευμάτων σε πακέτο και, επομένως, η προσφορά της πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 2.2.6.β της Διακήρυξης, καθώς και ότι προς απόδειξη τούτου είχε προσκομίσει με την προσφορά της την από 7.5.2021 βεβαίωση καλής εκτέλεσης του ΔΙΠΑΕ, την οποία παρέθεσε μεν η Επιτροπή Διενέργειας στο 1/6.7.2021 πρακτικό της, πλην δεν την αξιολόγησε ως στοιχείο που τεκμηριώνει την συνδρομή του κριτηρίου του άρθρου 2.2.6.β. Τέλος, η αιτούσα προέβαλε ότι, εφόσον ετέθη ζήτημα αποκλεισμού της, η αναθέτουσα αρχή όφειλε, κατ’ άρθρο 102 του ν. 4412/2016, να την καλέσει να διευκρινίσει αν, κατά την περίοδο που ίσχυαν τα μέτρα περιορισμού διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, η παρασκευή και διάθεση των γευμάτων στο πλαίσιο εκτέλεσης της επίμαχης σύμβασης γινόταν στον ίδιο χώρο. Με την προσβαλλόμενη 1431/2021 απόφαση η ΑΕΠΠ απέρριψε τις προβληθείσες κατά της 160/Ζ2/7.5.2021 διευκρίνισης αιτιάσεις ως απαράδεκτες, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω διευκρίνιση κοινοποιήθηκε νομίμως στην προσφεύγουσα, η οποία μετέσχε ανεπιφύλακτα στη διαγωνιστική διαδικασία, αποδεχόμενη έτσι το κανονιστικό της πλαίσιο. Έκρινε δε η ΑΕΠΠ ότι, πάντως, η επίμαχη διευκρίνιση δεν μετέβαλε το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 2.2.6.β και, επομένως, αρχήθεν η Διακήρυξη απαιτούσε η σχετική σύμβαση να καλύπτει, πέραν της παρασκευής ζεστών γευμάτων, τη συσκευασία τους προς διανομή και την περαιτέρω διάθεσή τους, και όχι απλώς το σερβίρισμα γευμάτων που έχουν παραχθεί επιτόπου. Ο λόγος της προδικαστικής προσφυγής περί αναρμοδιότητας του οργάνου που προέβη στην επίμαχη διευκρίνιση απορρίφθηκε με τη αιτιολογία ότι, λόγω του απλώς επεξηγηματικού χαρακτήρα της, η διευκρίνιση δεν ήταν αναγκαίο να εκδοθεί από το αποφαινόμενο όργανο της αναθέτουσας αρχής. Ως προς δε την βεβαίωση καλής εκτέλεσης για το χρονικό διάστημα από 1.3.2020 έως 31.12.2020, την οποία επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα, η ΑΕΠΠ έκρινε ότι η βεβαίωση αυτή, αναφερόμενη σε παροχή υπηρεσιών αξίας 931.884,18 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, δεν καλύπτει την ελάχιστη απαιτούμενη κατ’ άρθρο 2.2.6.β αξία, που ανέρχεται στο 80% της αθροιστικής εκτιμώμενης αξίας των δύο Τμημάτων για τα οποία υπέβαλε προσφορά η προσφεύγουσα (1.357.299 + 952.029 = 2.309.328 ευρώ), ήτοι στο ποσό των 1.847.462,40 ευρώ. Με την κρινόμενη αίτηση επαναλαμβάνονται οι προβληθέντες με την προδικαστική προσφυγή ισχυρισμοί ότι η διευκρίνιση συνιστά ουσιώδη τροποποίηση της Διακήρυξης και όχι απλή διευκρίνιση του όρου 2.2.6.β, ότι εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο και ότι είναι αμφίσημη και αόριστη. Περαιτέρω, η αιτούσα επαναλαμβάνει όσα προέβαλε με την προδικαστική της προσφυγή για την δηλωθείσα με την προσφορά της 3/2018 σύμβαση ότι, δηλαδή, κατά το διάστημα από 1.3.2020 έως 31.12.2020, παρασκεύαζε ζεστά γεύματα και τα διέθετε στους σιτιζόμενους σε ειδικά διαμορφωμένα πακέτα και ότι πληρούνται, επομένως, οι προϋποθέσεις του άρθρου 2.2.6.β της διακήρυξης, όπως αποδεικνύεται από την υποβληθείσα με την προσφορά σχετική βεβαίωση καλής εκτέλεσης. Ως προς την κρίση της ΑΕΠΠ ότι η αξία των υπηρεσιών που αναφέρεται στην ως άνω βεβαίωση καλής εκτέλεσης δεν καλύπτει την ελάχιστη απαιτούμενη κατά το άρθρο 2.2.6.β, η αιτούσα προβάλλει ότι η ΑΕΠΠ, κατά παράβαση του σχετικού όρου της Διακήρυξης, έλαβε ως βάση υπολογισμού την αθροιστική εκτιμώμενη αξία των Τμημάτων 72 και 75 και για τα δύο σχολικά έτη, ενώ το άρθρο 2.2.6.β αναφέρεται σε ετήσια αξία. Τέλος, η αιτούσα προβάλλει ότι η αναθέτουσα αρχή όφειλε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 102 του ν. 4412/2016, πριν την αποκλείσει από τη διαδικασία, να την καλέσει να παράσχει διευκρινίσεις, ενόψει του ότι με τη προσφορά της είχε προσκομίσει, κατ’ αρχήν, το κατάλληλο κατά τη Διακήρυξη έγγραφο προς απόδειξη του κριτηρίου 2.2.6.β, ήτοι την από 7.5.2021 βεβαίωση καλής εκτέλεσης.
32. Επειδή, η πράξη με την οποία παρέχονται διευκρινίσεις όρων της διακήρυξης αποτελεί πράξη υποκείμενη σε προδικαστική προσφυγή και, εάν δεν αμφισβητηθεί η νομιμότητά της, οι παρασχεθείσες διευκρινίσεις εντάσσονται στο κανονιστικό πλαίσιο του διαγωνισμού, συμπληρώνοντας τους σχετικούς όρους της διακήρυξης, και δεσμεύουν τους ενδιαφερομένους να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό. Tούτο υπό την προϋπόθεση ότι, σύμφωνα και με την αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των ενδιαφερομένων να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό, η πράξη παροχής διευκρινίσεων έχει κοινοποιηθεί όχι μόνον προς αυτόν που ζήτησε τη διευκρίνιση, αλλά και προς τους λοιπούς ενδιαφερόμενους (βλ. ΣτΕ 828/2019 επτ., 827/2019 επτ, ΕΑ ΣτΕ 401/2018, 400/2018, πρβλ. υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος ν. 3886/2010 ΕΑ 108/2015, 55/2015, 499/2012, 258/2012, 254/2012, 143/2012, υπό την ισχύ του ν. 2522/1997 ΕΑ 473/2010, 758/2008, 45/2008, 980/2007, 952/2007, 474/2005, 532/2004). Εν προκειμένω, στο άρθρο 2.1.3 της Διακήρυξης ορίζεται ότι “Τα σχετικά αιτήματα παροχής διευκρινίσεων υποβάλλονται ηλεκτρονικά, το αργότερο δώδεκα (12) ημέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών και απαντώνται αντίστοιχα στο δικτυακό τόπο του διαγωνισμού μέσω της Διαδικτυακής πύληςwww.promitheus.gov.gr του ΕΣΗΔΗΣ … Η Αναθέτουσα Αρχή μπορεί να παρατείνει την προθεσμία παραλαβής των προσφορών, ούτως ώστε όλοι οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς να μπορούν να λάβουν γνώση όλων των αναγκαίων πληροφοριών για την κατάρτιση των προσφορών στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν, για οποιονδήποτε λόγο, πρόσθετες πληροφορίες, αν και ζητήθηκαν από τον οικονομικό φορέα έγκαιρα δεν έχουν παρασχεθεί το αργότερο τέσσερις (4) ημέρες πριν από την προθεσμία που ορίζεται για την παραλαβή των προσφορών…”. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η ανωτέρω 160/Ζ2/7.5.2021 πράξη παροχής διευκρινίσεων γνωστοποιήθηκε αυθημερόν στους υποψηφίους (ήτοι 4 ημέρες πριν από την 12.5.2021, που είχε ορισθεί ως καταληκτική ημερομηνία παραλαβής των προσφορών, σύμφωνα με το άρθρο 1.5 της Διακήρυξης), μέσω της διαδικτυακής πύλης του ΕΣΗΔΗΣ, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 2.1.3 της Διακήρυξης τρόπο. Προκειμένου δε η αιτούσα να αμφισβητήσει το κύρος της, προβάλλοντας ότι η πράξη αυτή εκδόθηκε αναρμοδίως, ότι δεν αποτελεί διευκρίνιση όρου της Διακήρυξης, αλλά τροποποίησή της με τη θέσπιση νέων όρων, ή ότι πάσχει λόγω αοριστίας, έπρεπε να ασκήσει κατ’ αυτής προδικαστική προσφυγή και, σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής αυτής, τα προβλεπόμενα στον ν. 4412/2016 ένδικα βοηθήματα. Εφόσον, όμως, η αιτούσα δεν προέβη στις παραπάνω ενέργειες, η ως άνω πράξη παροχής διευκρινίσεων εντάχθηκε στο κανονιστικό πλαίσιο του διαγωνισμού, συμπληρώνοντας τους όρους της Διακήρυξης στους οποίους αναφέρεται, και εδέσμευε την αιτούσα κατά την υποβολή της προσφοράς της. Συνεπώς, οι προβληθείσες με την προδικαστική προσφυγή αιτιάσεις, οι οποίες στρέφονταν κατά του κύρους της πράξης παροχής διευκρινίσεων, ορθώς απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες από την ΑΕΠΠ και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμα.
33. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 2.2.6 της Διακήρυξης ορίζονται τα εξής: “2.2.6 Τεχνική και επαγγελματική ικανότητα. Όσον αφορά στην τεχνική και επαγγελματική ικανότητα για την παρούσα διαδικασία σύναψης Σύμβασης, οι οικονομικοί φορείς απαιτείται: α) να διαθέτουν εμπειρία επιτυχούς εκτέλεσης συμβάσεων παροχής υπηρεσιών παραγωγής και διάθεσης ζεστών γευμάτων (cook & serve) […] β) κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών (2018-2019-2020) να διαθέτουν εμπειρία επιτυχούς εκτέλεσης μίας (1) σύμβασης παροχής υπηρεσιών παραγωγής, συσκευασίας και διάθεσης ζεστών γευμάτων στην οποία έχει γίνει χρήση της μεθόδου cook & serve, αξίας ίσης τουλάχιστον με το 80% της ετήσιας προϋπολογισθείσας αξίας της Σύμβασης, χωρίς ΦΠΑ. Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς για περισσότερα από ένα Τμήμα, το 80% της ετήσιας προϋπολογισθείσας αξίας προκύπτει από το άθροισμα της προϋπολογισθείσας αξίας των επιμέρους διεκδικούμενων Τμημάτων, χωρίς ΦΠΑ. γ) […]”. Για το ως άνω άρθρο 2.2.6.β Διακήρυξης υποβλήθηκε το εξής αίτημα παροχής διευκρινίσεων: “ερωτάται εάν καλύπτεται αυτή η απαίτηση με την υποβολή συμβάσεων όπου η παρασκευή και διανομή των γευμάτων γίνονται εντός του ίδιου χώρου (π.χ. συμβάσεις σε Πανεπιστήμια κλπ) ή απαιτείται η διάθεση των γευμάτων να πραγματοποιείται σε διαφορετικό χώρο (π.χ. διανομή σε διάφορες σχολικές μονάδες)”, ο δε ΟΠΕΚΑ, με την 160/Ζ2/7.5.2021 πράξη του, απάντησε ότι “Δεν πληρούται η αιτούμενη προϋπόθεση, σε περίπτωση παραγωγής και διανομής των γευμάτων εντός του ίδιου χώρου”. Περαιτέρω, στο άρθρο 2.2.9.2.Β.4 της Διακήρυξης ορίζεται ότι “Για την απόδειξη της τεχνικής ικανότητας της παραγράφου 2.2.6 οι οικονομικοί φορείς προσκομίζουν με τη Τεχνική τους Προσφορά: α) […] β) Για την απαίτηση της παρ. 2.2.6 (β), μια (1) σύμβαση με την οποία θα αποδεικνύουν την παραγωγή, συσκευασία και διάθεση ζεστών γευμάτων με χρήση της μεθόδου cook & serve, αξίας ίσης τουλάχιστον με το 80% της ετήσιας προϋπολογισθείσας αξίας της Σύμβασης, χωρίς ΦΠΑ. Προκειμένου να διαπιστωθεί από την αναθέτουσα αρχή η καλή εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο προσφέρων υποβάλλει υποχρεωτικά μαζί με το αντίγραφο της σύμβασης, βεβαίωση καλής εκτέλεσης, που έχει εκδοθεί ή θεωρηθεί από την αρμόδια Αρχή, σε περίπτωση δημόσιας Αναθέτουσας Αρχής […] Προφορικές συμβάσεις ή προφορικές τροποποιήσεις, επίκληση υπηρεσιών που δεν θα συνοδεύονται από βεβαιώσεις καλής εκτέλεσης δεν θα λαμβάνονται υπόψη. Παρεχόμενες υπηρεσίες διάφορες από αυτές που αφορά η παρούσα Διακήρυξη, δεν θα ληφθούν υπόψη για την πλήρωση της συγκεκριμένης απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση η Αναθέτουσα εάν το κρίνει σκόπιμο ζητά από τους οικονομικούς φορείς , τιμολόγια ή οποιοδήποτε έγγραφο προς απόδειξη των παραπάνω. γ) […]”. Τέλος, στο άρθρο 2.4.6 της Διακήρυξης ορίζεται ότι “Ο ΟΠΕΚΑ με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου και της αξιολόγησης των προσφορών, απορρίπτει, σε κάθε περίπτωση, προσφορά: α) […] θ) η οποία παρουσιάζει ελλείψεις ως προς τα δικαιολογητικά που ζητούνται από τα έγγραφα της παρούσας Διακήρυξης και αποκλίσεις ως προς τους όρους και τις τεχνικές προδιαγραφές της σύμβασης”. Η αιτούσα προς απόδειξη της τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας της παραγράφου 2.2.6.β δήλωσε με την προσφορά της την 3/2018 σύμβαση παροχής υπηρεσιών σίτισης με το ΑΤΕΙΘ [ήδη ΔΙΠΑΕ] και προσκόμισε την ως άνω σύμβαση, την οικεία διακήρυξη και την από 7.5.2021 βεβαίωση καλής εκτέλεσης. Στο άρθρο 7 της ως άνω σύμβασης ορίζεται ότι “ο ανάδοχος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις σίτισης των φοιτητών σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης”. Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Ιβ (ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ) του Παραρτήματος Ι της οικείας διακήρυξης Δ11/2017, “1. […] Το πρωινό και τα γεύματα θα παρασκευάζονται και θα παρέχονται σύμφωνα με το πρόγραμμα ωρών λειτουργίας του εστιατορίου του ΑΤΕΙ/Θ […] 2. Για την παρασκευή του πρωινού και των γευμάτων στο εστιατόριο του ΑΤΕΙ/Θ θα χρησιμοποιηθεί ο υπάρχων εξοπλισμός. Ο εξοπλισμός αυτός θα παραδοθεί στον ανάδοχο με σχετικό πρωτόκολλο, θα συντηρείται απ’ αυτόν με επιμέλεια και θα αποδοθεί πάλι με πρωτόκολλο με τη λήξη της σύμβασης, στην ίδια καλή κατάσταση που παραλήφθηκε. […] 3. Η προμήθεια των τροφίμων, καθώς και η δαπάνη για το προσωπικό που θα χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή και διάθεση των εδεσμάτων, την καθαριότητα των χώρων και γενικά τη λειτουργία των εστιατορίων θα βαρύνει τον ανάδοχο. Το προσωπικό που θα χρησιμοποιηθεί στα εστιατόρια θα πρέπει από απόψεως αριθμού να εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία τους […] Το προσωπικό που θα εργάζεται στα εστιατόρια θα πρέπει να διαθέτει το προβλεπόμενο βιβλιάριο υγείας σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της υγειονομικής νομοθεσίας […] 4. Η παρασκευή του πρωινού και των γευμάτων θα γίνεται στο χώρο των εστιατορίων απαγορευμένης ρητά της παρασκευής φαγητών εκτός των παραπάνω χώρων και της εν συνεχεία μεταφοράς τους στα εστιατόρια […] Ο ανάδοχος οφείλει να διατηρεί απόλυτη καθαριότητα και ευταξία σε όλους τους χώρους του εστιατορίου […] 7. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να λειτουργεί το εστιατόριο του προσωπικού στη Σίνδο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και να σερβίρει το Μενού της ημέρας στο Εκπαιδευτικό και Διοικητικό Προσωπικό […] 9. Ο ανάδοχος πρέπει να διαθέτει χώρο εστιατορίου για την σίτιση των φοιτητών με εκατόν δέκα (110) τουλάχιστον καθίσματα […] 10. Οι φοιτητές θα παραλαμβάνουν τα φαγητά και τα λοιπά εδέσματα με τα οποία θα σιτίζονται στο εστιατόριο, στον μπουφέ του εστιατορίου, από το αρμόδιο προσωπικό του αναδόχου, το οποίο θα έχει και τη φροντίδα της περισυλλογής των ειδών που χρησιμοποιήθηκαν για τη σίτιση και τον καθαρισμό των τραπεζιών που χρησιμοποιήθηκαν, ώστε οι νεοεισερχόμενοι για σίτιση να βρίσκουν πάντοτε θέσεις διαθέσιμες και καθαρές. Τα φαγητά θα πρέπει να είναι πάντοτε ζεστά και το σερβίρισμά τους να είναι άψογο […]”. Η αιτούσα υπέβαλε, επίσης, την από 7.5.2021 βεβαίωση καλής εκτέλεσης του ΔΙΠΑΕ, στην οποία αναφέρονται τα εξής: “βεβαιώνεται ότι, στην εταιρεία … κατά την περίοδο από 01/03/2020 έως και 31/12/2020, η σίτιση των φοιτητών διενεργούνταν με την παροχή υπηρεσιών σε πακέτο και σύμφωνα με την υπογραφείσα σύμβαση, άρθρο 7 ‘Ο ανάδοχος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις σίτισης των φοιτητών σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης’, ήτοι … ‘Απαγορεύεται να προσφέρονται προμαγειρεμένα ή άλλα έτοιμα φαγητά’ … Κατά την ανωτέρω περίοδο, παρασχέθηκαν συνολικά από την εταιρεία […] 517.713 μερίδες, αξίας 931.884,18 ευρώ άνευ ΦΠΑ …”. Όπως προκύπτει από τους όρους της Δ11/2017 διακήρυξης δυνάμει της οποίας συνήφθη η 3/2018 σύμβαση με το ΑΤΕΙΘ [ήδη ΔΙΠΑΕ] για παροχή υπηρεσιών σίτισης, η σύμβαση δηλαδή που επικαλέσθηκε η αιτούσα προς απόδειξη της τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας της παραγράφου 2.2.6.β της Διακήρυξης του επίδικου διαγωνισμού, σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή η αιτούσα είχε υποχρέωση να παρασκευάζει και να διαθέτει τα γεύματα στα εστιατόρια του ΑΤΕΙΘ/ΔΙΠΑΕ, με ρητή απαγόρευση της παρασκευής των γευμάτων εκτός του χώρου των εστιατορίων και της εν συνεχεία μεταφοράς τους σε αυτά. Εξ άλλου, από τη βεβαίωση καλής εκτέλεσης που υπέβαλε η αιτούσα με την προσφορά της προκύπτει ότι η σίτιση των φοιτητών κατά το διάστημα από 1.3.2020 έως 31.12.2020 γινόταν με την παροχή των γευμάτων σε πακέτο, χωρίς να προκύπτει από την ως άνω βεβαίωση ότι τα γεύματα σε πακέτο διετίθεντο στους σιτιζόμενους σε διαφορετικό χώρο από τον χώρο της παρασκευής τους. Το κρίσιμο αυτό στοιχείο δεν προκύπτει ούτε από τις τροποποιήσεις της σύμβασης που επικαλέσθηκε η αιτούσα με την προδικαστική προσφυγή της· ανεξαρτήτως αν οι από 5.6.2020, 1.9.2020 και 25.11.2020 τροποποιητικές συμβάσεις, προσκομισθείσες το πρώτον ενώπιον της ΑΕΠΠ, μπορούσαν να ληφθούν υπόψη (βλ. ΕΑ 240-1/2019 σκ. 13, 159/2019 σκ. 18), πάντως σε αυτές αναφέρεται απλώς ότι “συμφωνείται η παροχή υπηρεσιών σίτισης σε πακέτο και χωρίς την λειτουργία του εστιατορίου” και όχι ότι ο τόπος διάθεσης του φαγητού σε πακέτο δεν ήταν ο χώρος του εστιατορίου. Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, ο χώρος παρασκευής των γευμάτων δεν συνέπιπτε με τον χώρο διάθεσης και ότι η διάθεση γινόταν με μεταφορά των πακέτων, χωρίς όμως να προβάλλει συγκεκριμένο ισχυρισμό ως προς τον τόπο διάθεσης των γευμάτων ή να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ως προς τον τόπο διάθεσης. Δεν μπορεί, τέλος, να θεωρηθεί ότι η διάθεση των γευμάτων σε χώρο διαφορετικό από τα εστιατόρια του ΑΤΕΙΘ/ΔΙΠΑΕ προκύπτει ευθέως από την ισχύουσα κατά την επίμαχη περίοδο νομοθεσία, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αιτούσα, διότι κατά τον χρόνο αναστολής της λειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας δια φυσικής παρουσίας στην ανώτατη εκπαίδευση, υπήρχε δυνατότητα για εξυπηρέτηση των σιτιζόμενων με παραλαβή φαγητού σε πακέτο από τα εστιατόρια των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ειδικότερα, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2019-2020, σύμφωνα με το 113/12.3.2020 έγγραφο του Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων για την παροχή οδηγιών προς τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου της προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας τους: “Ειδικά σε ό,τι αφορά τα εστιατόρια των εστιών και των φοιτητικών λεσχών, λαμβάνονται αυστηρά υπόψη οι απαραίτητες πρωτοβουλίες ώστε να καταστεί εφικτή η εξυπηρέτηση των φοιτητών με την παραλαβή φαγητού σε πακέτο σε διευρυμένο ωράριο χωρίς να προκαλείται συνάθροιση των φοιτητών … Αντιστοίχως και στα κυλικεία η εξυπηρέτηση του προσωπικού των ΑΕΙ πραγματοποιείται αποκλειστικά με παραλαβή των προϊόντων σε συσκευασία, χωρίς παραμονή εντός αυτών …”. Περαιτέρω, στην κ.υ.α. 60720/Ζ1/21.5.2020 “Τρόπος επαναλειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ) και των δομών των ΑΕΙ μετά την προσωρινή απαγόρευση λειτουργίας τους” (Β΄ 1971) ορίσθηκε ότι “Τα φοιτητικά εστιατόρια και τα κυλικεία των ΑΕΙ παραμένουν κλειστά έως το τέλος του ακαδημαϊκού έτους 2019-2020. Η σίτιση των φοιτητών πραγματοποιείται αποκλειστικά με παραλαβή φαγητού σε πακέτο τηρώντας διευρυμένο ωράριο λειτουργίας χωρίς να προκαλείται συνάθροιση των φοιτητών … έως το τέλος του ακαδημαϊκού έτους 2019-2020”. Ομοίως, κατά την επαναλειτουργία των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για το ακαδημαϊκό έτος 2020-2021, στην κ.υ.α. 115744/Ζ1/4.9.2020 “Λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και μέτρα για την αποφυγή διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19 κατά τη λειτουργία τους” (Β΄ 3707) ορίσθηκε ότι “1. Τα φοιτητικά εστιατόρια των ΑΕΙ λειτουργούν κανονικά για τη σίτιση των φοιτητών, η οποία πραγματοποιείται αποκλειστικά με παραλαβή φαγητού σε πακέτο και τήρηση διευρυμένου ωραρίου λειτουργίας … 2. […] 3. Κατά τη διάρκεια αναμονής των φοιτητών, διδακτικού και λοιπού προσωπικού στα φοιτητικά εστιατόρια και τα κυλικεία των ΑΕΙ για την εξυπηρέτησή τους συστήνεται η τήρηση ελάχιστης απόστασης … όπου αυτό είναι δυνατό. 4. Για τη λειτουργία των φοιτητικών εστιατορίων και των κυλικείων εντός των ΑΕΙ εφαρμόζονται τα ειδικότερα μέτρα που καθορίζονται στο παράρτημα Α της παρούσας”. Συνεπώς, νομίμως κρίθηκε από τον ΟΠΕΚΑ ότι η προαναφερθείσα σύμβαση 3/2018 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προς απόδειξη από την αιτούσα του κριτηρίου τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας του άρθρου 2.2.6.β. Ορθώς δε, αν και με διαφορετική αιτιολογία, απέρριψε η ΑΕΠΠ τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι από την ως άνω βεβαίωση καλής εκτέλεσης προκύπτει η απαιτούμενη κατά το άρθρο 2.2.6.β της Διακήρυξης τεχνική ικανότητα. Αλυσιτελώς επικαλείται η αιτούσα την Πράξη 88/2021 του Z΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδοθείσα κατά τον προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας σχεδίων συμβάσεων προηγούμενου διαγωνισμού του ΟΠΕΚΑ, με την οποία κρίθηκε μη νόμιμος ο περιορισμός της απαιτούμενης εμπειρίας, ειδικώς σε υπηρεσίες σίτισης μαθητών δημόσιων ή ιδιωτικών σχολείων (με τον αποκλεισμό π.χ. των υπηρεσιών σίτισης σε νοσοκομεία ή πανεπιστήμια), καθώς, στο πλαίσιο του επίδικου διαγωνισμού, το άρθρο 2.2.6.β της Διακήρυξης δεν θέτει τέτοιο περιορισμό ούτε θεωρήθηκε ως μη ληπτέα υπόψη η 3/2018 σύμβαση της αιτούσας με το ΑΤΕΙΘ/ΔΙΠΑΕ λόγω της ιδιότητας του αντισυμβαλλομένου της ως ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ενόψει τούτων, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
34. Επειδή, όπως ήδη εκτέθηκε, η αιτούσα προβάλλει ότι η αναθέτουσα αρχή όφειλε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 102 του ν. 4412/2016, να την καλέσει να παράσχει διευκρινίσεις, εφόσον με τη προσφορά της είχε προσκομίσει την από 7.5.2021 βεβαίωση καλής εκτέλεσης. Στο άρθρο 3.1.1 της Διακήρυξης ορίζεται ότι “Ο ΟΠΕΚΑ τηρώντας τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, ζητά από τους προσφέροντες ή υποψήφιους οικονομικούς φορείς, όταν οι πληροφορίες ή η τεκμηρίωση που πρέπει να υποβάλλονται είναι ή εμφανίζονται ελλιπείς ή λανθασμένες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στο ΕΕΕΣ, ή όταν λείπουν συγκεκριμένα έγγραφα, να υποβάλλουν, να συμπληρώνουν, να αποσαφηνίζουν ή να ολοκληρώνουν τις σχετικές πληροφορίες ή τεκμηρίωση, εντός προθεσμίας όχι μικρότερης των δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτούς της σχετικής πρόσκλησης. Οποιαδήποτε διευκρίνιση ή συμπλήρωση ή τεκμηρίωση που υποβάλλεται από τους προσφέροντες ή υποψηφίους, χωρίς να έχει ζητηθεί από τον ΟΠΕΚΑ, δεν λαμβάνεται υπόψη. Η πιο πάνω διευκρίνιση ή η συμπλήρωση ή η τεκμηρίωση αφορά μόνο τις ασάφειες, επουσιώδεις πλημμέλειες ή τυπικά σφάλματα που επιδέχονται διόρθωση ή συμπλήρωση σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας”. Οι διατάξεις αυτές της Διακήρυξης, οι οποίες, ως προς τη δυνατότητα συμπλήρωσης ή διευκρίνισης των προσφορών, περιέχουν ειδική πρόβλεψη, αποκλειστικώς εφαρμοζόμενη (βλ. ΣτΕ 1490/2019 7μ. σκ. 26, ΕΑ 159/2019 σκ. 17, 30/2019 σκ. 26, 219/2017 σκ. 13, πρβλ. ΕΑ 193/2011 σκ. 5, 169/2010 σκ. 7, 95/2009 σκ. 7, 1272/2007 σκ. 6), ερμηνευόμενες σύμφωνα με την αρχή της τυπικότητας που διέπει τη διενέργεια των διαγωνισμών για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων [σύμφωνα με την οποία ερμηνεύονται, άλλωστε, και οι διατάξεις του άρθρου 102 του ν. 4412/2016, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του ν. 4782/2021], δεν έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στην αναθέτουσα αρχή να δέχεται τη διόρθωση οποιωνδήποτε παραλείψεων, συμπεριλαμβανομένων και των παραλείψεων που, κατά τις ρητές διατάξεις της Διακήρυξης, συνεπάγονται υποχρεωτικώς τον αποκλεισμό του προσφέροντος (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ, στο πλαίσιο ερμηνείας του άρθρου 51 της προηγούμενης οδηγίας 2004/18/ΕΚ2, της 28.2.2018, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-523/16 και C-536/16, MA.T.I. SUD / DUEMMESGR, σκ. 49, της 6.11.2014, Cartiera dell’Adda, C-42/13, σκ. 46, της 10.11.2016, Ciclat, C-199/15, σκ. 30). Εξ άλλου, η δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να ζητήσει από υποψήφιο να διευκρινίσει την προσφορά του δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υποβολή, στην πραγματικότητα, νέας προσφοράς από τον συγκεκριμένο υποψήφιο (βλ. απόφαση ΔΕΕ μειζ. της 7.9.2021, C-927/19, Klaipėdos regiono atliekų tvarkymo centras, σκ. 93, πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ, στο πλαίσιο ερμηνείας του άρθρου 51 της προηγούμενης οδηγίας 2004/18/ΕΚ, της 28.2.2018, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-523/16 και C-536/16, MA.T.I. SUD / DUEMMESGR, σκ. 52, της 4.5.2017, C-387/14, Esaprojekt, σκ. 39, της 7.4.2016, C-324/14, Partner Apelski Dariusz, σκ. 64, της 10.10.2013, Manova, C-336/12 σκ. 36, της 29.3.2012, C-599/10, SAG ELV Slovensko κ.λπ., σκ. 40) ούτε να θεραπεύεται με τον τρόπο αυτό η παράλειψη προσκόμισης εγγράφων ή παροχής πληροφοριών, των οποίων η υποβολή επιβάλλεται από τη Διακήρυξη, δεδομένου ότι η αναθέτουσα αρχή οφείλει να τηρεί αυστηρά τα κριτήρια που η ίδια έχει καθορίσει (βλ. απόφαση ΔΕΕ μειζ. της 7.9.2021, C-927/19, Klaipėdos regiono atliekų tvarkymo centras σκ. 93, πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ, στο πλαίσιο ερμηνείας του άρθρου 51 της προηγούμενης οδηγίας 2004/18/ΕΚ, της 28.2.2018, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-523/16 και C-536/16, MA.T.I. SUD / DUEMMESGR, σκ. 51, της 10.10.2013, Manova, C-336/12, σκ. 40, της 11.5.2017, Archus και Gama, C-131/16, σκ. 33, της 6.11.2014, Cartiera dell’Adda, C-42/13, σκ. 42). Κατά συνέπεια, εφόσον η αναθέτουσα αρχή έκρινε ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε η αιτούσα προς απόδειξη των οριζομένων στο κριτήριο 2.2.6.β δεν προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω κριτηρίου, η δε κρίση της αυτή, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, φαίνεται να είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεν μπορούσε να καλέσει την αιτούσα σε συμπλήρωση των υποβληθέντων δικαιολογητικών, διότι τούτο θα συνιστούσε παροχή δυνατότητας να προσκομισθεί ουσιώδες στοιχείο, απαιτούμενο επί ποινή αποκλεισμού, και όχι απλώς κλήση προς διευκρίνιση επουσιώδους ασάφειας ή προς διόρθωση τυπικού σφάλματος ή επουσιώδους πλημμέλειας. Επομένως, τα προβαλλόμενα από την αιτούσα περί της υποχρέωσης της αναθέτουσας αρχής να την καλέσει να παράσχει διευκρινίσεις, δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
35. Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι που αφορούν τον αποκλεισμό της αιτούσας και πρέπει, κατά το μέρος τούτο, να απορριφθεί το “αίτημα αναστολής” και να γίνουν, αντιστοίχως, δεκτές οι ασκηθείσες παρεμβάσεις.
36. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 3.5 της Διακήρυξης “Ο ΟΠΕΚΑ ματαιώνει ή δύναται να ματαιώσει εν όλω ή εν μέρει αιτιολογημένα τη διαδικασία ανάθεσης, για τους λόγους και υπό τους όρους του άρθρου 106 του ν. 4412/2016, μετά από γνώμη της αρμόδιας Επιτροπής του Διαγωνισμού”. Στο άρθρο 106 παρ. 1 του ν. 4412/2016, στο οποίο παραπέμπει η Διακήρυξη, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 46 του ν. 4782/2021 [έναρξη ισχύος από 1.6.2021, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 3 του ίδιου νόμου], ορίζεται ότι “1. Η αναθέτουσα αρχή με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του αρμοδίου οργάνου, ματαιώνει τη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης: α) εφόσον η διαδικασία απέβη άγονη είτε λόγω μη υποβολής προσφοράς είτε λόγω απόρριψης όλων των προσφορών ή αιτήσεων ή αποκλεισμού όλων των προσφερόντων ή συμμετεχόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος βιβλίου και τα έγγραφα της σύμβασης […]”. Όπως έχει κριθεί, το έννομο συμφέρον του οικονομικού φορέα προς αποκλεισμό του συνυποψηφίου του με σκοπό την κίνηση νέας διαδικασίας για τη σύναψη δημοσίας σύμβασης, δεν υπόκειται στην προϋπόθεση να αποδείξει ο εν λόγω υποψήφιος ότι η αναθέτουσα αρχή θα αναγκασθεί να επαναλάβει τη διαδικασία του διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης, αλλά αρκεί προς τούτο η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (ΔΕΕ απόφαση της 5.9.2019, Lombardi [C-333/18], σκ. 29, βλ. και ΕΑ ΣτΕ 235/2019). Στην επίδικη διαδικασία, στην οποία υπέβαλαν προσφορά για κάθε ένα από τα Τμήματα 72 και 75 δύο οικονομικοί φορείς, η δε απόρριψη της προσφοράς του ενός και η ανάδειξη του άλλου ως προσωρινού αναδόχου επικυρώθηκαν με την ίδια πράξη της αναθέτουσας αρχής, κάθε διαγωνιζόμενος έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει τον αποκλεισμό της προσφοράς του άλλου, με σκοπό να του ανατεθεί η δημόσια σύμβαση. Ειδικότερα, στην περίπτωση αποκλεισμού αμφότερων των υποψηφίων και κίνησης νέας διαδικασίας για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης, καθένας από τους υποψηφίους θα μπορούσε να λάβει μέρος και, επομένως, να επιτύχει εμμέσως την ανάθεση της σύμβασης στον ίδιο (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 24.3.2021, NAMA [C-771/19], σκ. 31, της 5.9.2019, Lombardi [C-333/18], σκ. 23, της 11.5.2017, Archus και Gama [C-131/16], σκ. 52, της 5.4.2016, PFE [C-689/13], σκ. 27, πρβλ. απόφαση της 4.7.2013, Fastweb [C-100/12], σκ. 33). Συνεπώς, καίτοι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πιθανολογείται ότι νομίμως εχώρησε ο αποκλεισμός της αιτούσας, είναι εξεταστέοι οι προβαλλόμενοι κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ λοιποί λόγοι, που πλήττουν τις κρίσεις της ΑΕΠΠ εν σχέσει προς τις προβληθείσες με την προδικαστική προσφυγή αιτιάσεις για τον αποκλεισμό των παρεμβαινουσών από τη διαγωνιστική διαδικασία.
37. Επειδή, με την προδικαστική προσφυγή η αιτούσα προέβαλε ότι η προσφορά της … για το Τμήμα 72 [για το οποίο είχαν υποβάλει προσφορά και η αιτούσα και η παρεμβαίνουσα] δεν ανταποκρίνεται στους όρους του άρθρου 2.2.6.γ της Διακήρυξης, διότι η ημερήσια παραγωγική δυναμικότητα του εργαστηρίου της … στον … είναι, σύμφωνα με την προσκομισθείσα άδεια λειτουργίας, 5.000 μερίδες και η εν λόγω εταιρεία έχει υποβάλει προσφορά για 6 τμήματα, αθροιστικής ημερήσιας παραγωγικής απαίτησης 13.337 μερίδων. Προέβαλε, επίσης, ότι η προσκομισθείσα από την ως άνω εταιρεία γνωστοποίηση προς το Υπουργείο Ανάπτυξης για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας της ανωτέρω μονάδας σε 15.000 μερίδες, υποβληθείσα μία μόλις ημέρα πριν από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των προσφορών, δεν αποτελεί το απαιτούμενο κατά το άρθρο 2.2.9.2.Β.4.γ.Ι της Διακήρυξης δικαιολογητικό, εφόσον δεν συνοδεύεται από σχετική τροποποίηση της άδειας της οικείας εγκατάστασης. Περαιτέρω προέβαλε ότι, σε κάθε περίπτωση, ούτε η παραγωγική δυναμικότητα 15.000 μερίδων είναι επαρκής, διότι οι απαιτούμενες κατά τη Διακήρυξη 13.337 μερίδες αντιστοιχούν σε διπλάσιο αριθμό γευμάτων, ήτοι σε 13.337 ζεστά και 13.337 κρύα γεύματα. Με την προσβαλλόμενη απόφαση η ΑΕΠΠ απέρριψε τις ανωτέρω αιτιάσεις, με την εξής αιτιολογία: Από τα άρθρα 2.2.6.γ και 2.2.9.2.Β.4.γ.Ι της Διακήρυξης προκύπτει ότι προς απόδειξη του κριτηρίου τεχνικής ικανότητας του άρθρου 2.2.6.γ απαιτείται η υποβολή της κατά νόμο προβλεπόμενης άδειας λειτουργίας και του κωδικού έγκρισης του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων [ΕΦΕΤ]. Η εταιρεία … υπέβαλε με την προσφορά της την … έγκριση του ΕΦΕΤ και την … γνωστοποίηση μεταβολής λειτουργίας μεταποιητικής δραστηριότητας, στην οποία αναφέρεται ημερήσια παραγωγική δυναμικότητα 15.000 μερίδων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 18 του ν. 4442/2016, η ως άνω γνωστοποίηση επέχει θέση άδειας λειτουργίας εγκατάστασης. Ο χρόνος υποβολής της γνωστοποίησης δεν ασκεί επιρροή, διότι ουδόλως αποκλείεται να αυξήσει ένας οικονομικός φορέας τη δυναμικότητά του προς τον σκοπό ανάληψης της υπό ανάθεση σύμβασης, σύμφωνα δε με το άρθρο 104 παρ. 1 του ν. 4412/2016 κρίσιμος χρόνος ως προς τη συνδρομή των προσόντων συμμετοχής σε διαδικασία ανάθεσης είναι ο χρόνος υποβολής της προσφοράς. Αλυσιτελώς γίνεται επίκληση της υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς άδειας λειτουργίας έτους 2014, στην οποία αναφέρεται ημερήσια παραγωγική δυναμικότητα 5.000 μερίδων, καθόσον η υποβληθείσα … γνωστοποίηση είναι μεταγενέστερη και νομίμως με αυτήν μεταβλήθηκε η παραγωγική δυναμικότητα, κατά τροποποίησης της εν λόγω άδειας. Το γεγονός ότι η έγκριση του ΕΦΕΤ έλαβε χώρα πριν την … γνωστοποίηση δεν ασκεί επιρροή, διότι δεν απαιτείται νέα έγκριση του ΕΦΕΤ για την τροποποίηση της άδειας. Αβασίμως προβάλλεται ότι η ελάχιστη ημερήσια παραγωγική δυναμικότητα αντιστοιχεί σε διπλάσιο αριθμό γευμάτων, διότι στη Διακήρυξη δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ζεστών και κρύων πιάτων ούτε προβλέπεται διπλός υπολογισμός των μερίδων, η δε υποβληθείσα γνωστοποίηση αναφέρεται σε “μερίδες” και όχι σε μεμονωμένα πιάτα. Σε κάθε περίπτωση, η προδικαστική προσφυγή έχει ως αντικείμενο το Τμήμα 72 και δεν δύναται η ΑΕΠΠ να επεκταθεί σε έλεγχο της προσφοράς της … ως προς τα υπόλοιπα τμήματα, προβλέπεται δε, για το ως άνω Τμήμα, ημερήσια παραγωγική δυναμικότητα 1.909 μερίδων, η οποία υπερκαλύπτεται ακόμα και αν ληφθεί υπόψη η δυναμικότητα των 5.000 μερίδων και υιοθετηθεί η εκδοχή ότι κάθε επιμέρους πιάτο (ζεστό και κρύο) αποτελεί διακριτή μερίδα. Με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα επαναφέρει τους προβληθέντες με την προδικαστική προσφυγή ισχυρισμούς και, περαιτέρω, πλήττει την κρίση της ΑΕΠΠ ότι η γνωστοποίηση μεταβολής της ημερήσιας παραγωγικής δυναμικότητας επέχει θέση άδειας λειτουργίας. Προβάλλει, συναφώς, ότι κατά τη γνωστοποίηση “ελέγχονται μόνο η επάρκεια των περιβαλλοντικών όρων και η τάξη ισχύος της επιχείρησης” και ότι, εν συνεχεία, η γνωστοποίηση πρέπει να εγκριθεί από τη Διεύθυνση Κτηνιατρικής, να ενημερωθούν σχετικώς οι υπηρεσίες του ΕΦΕΤ, να γίνει έλεγχος της εγκατάστασης και, τελικώς, να εκδοθεί άδεια λειτουργίας για τη νέα παραγωγική δυναμικότητα. Όπως προεκτέθηκε, για την απόρριψη του προβληθέντος με την προδικαστική προσφυγή λόγου διαλαμβάνεται στην απόφαση της ΑΕΠΠ επάλληλη αιτιολογία. Σύμφωνα με την αιτιολογία αυτή, δεν δύναται η ΑΕΠΠ να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της διαδικασίας ως προς άλλα, μη αμφισβητούμενα με την προδικαστική προσφυγή της αιτούσας, Τμήματα, περιοριζόμενη μόνο στο Τμήμα 72, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής σε σχέση με την αποδοχή της προσφοράς της …· εφόσον δε για το Τμήμα 72 η απαιτούμενη ημερήσια παραγωγική δυναμικότητα ανέρχεται σε 1.909 μερίδες και οι αρχικώς εκδοθείσες άδειες, που προβλέπουν ημερήσια δυναμικότητα 5.000 μερίδων, υπερκαλύπτουν την απαιτούμενη για το εν λόγω Τμήμα δυναμικότητα, ακόμη και υπό εκδοχή ότι κάθε επιμέρους πιάτο (ζεστό και κρύο) αποτελεί διακριτή μερίδα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για την αύξηση της ημερήσιας παραγωγικής δυναμικότητας της μονάδας της … σε 15.000 μερίδες θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέες, ως αλυσιτελείς. Η αιτιολογία, όμως, αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης της ΑΕΠΠ δεν πλήττεται με την κρινόμενη αίτηση κατά τρόπο συγκεκριμένο, η δε αόριστη αναφορά στο δικόγραφο, ότι η απόφαση της ΑΕΠΠ δεν είναι νόμιμη, δεν αποτελεί, πάντως, προβολή ειδικού λόγου κατά της ανωτέρω επάλληλης αιτιολογίας. Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος λόγος, που αφορά την κρίση της προσβαλλομένης ως προς το ζήτημα της ημερήσιας παραγωγικής δυναμικότητας της μονάδας της …, είναι απορριπτέος.
38. Επειδή, με την προδικαστική προσφυγή η αιτούσα προέβαλε επίσης ότι η προσφορά της παρεμβαίνουσας … έπρεπε να απορριφθεί, διότι η δήλωση δεσμευμένων μερίδων, που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα σύμφωνα με τον όρο 2.2.9.2.Β.4.γ.ΙΙ της Διακήρυξης, είναι ανακριβής. Όπως ισχυρίσθηκε, ενώ δηλώθηκε μηδενικός αριθμός δεσμευμένων σε άλλες συμβάσεις μερίδων, η παρεμβαίνουσα, κατά τον χρόνο υποβολής της προσφοράς της στον επίμαχο διαγωνισμό, είχε ήδη δεσμεύσει την παραγωγική της δυναμικότητα δια της υποβολής προσφοράς σε διαγωνισμό του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, στον διαγωνισμό δε αυτόν, η κοινοπραξία στην οποία μετέχει η … έχει ήδη ανακηρυχθεί προσωρινή ανάδοχος. Η ΑΕΠΠ απέρριψε τον λόγο αυτό με την εξής αιτιολογία: Από τη διατύπωση του άρθρου 2.2.9.2.Β.4.γ. ΙΙ της Διακήρυξης δεν προκύπτει ότι ως δέσμευση μερίδων νοείται και η απλή υποβολή προσφοράς για τις μερίδες αυτές στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας ανάθεσης, που δεν έχει ακόμη καταλήξει στη σύναψη σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 104 παρ. 1 του ν. 4412/2016, κρίσιμος χρόνος ως προς τη συνδρομή των προσόντων συμμετοχής σε διαδικασία ανάθεσης είναι ο χρόνος υποβολής της προσφοράς και, συνεπώς, η δήλωση πρέπει να απεικονίζει τις ήδη αναληφθείσες κατά τον χρόνο αυτόν δεσμεύσεις και όχι μελλοντικές και αβέβαιες. Εξ άλλου, σε περίπτωση που αναδειχθεί ανάδοχος και των δύο συμβάσεων, ουδόλως αποκλείεται ο προσφέρων να αυξήσει τη δυναμικότητά του. Περαιτέρω, κατά τους όρους της διακήρυξης του έτερου διαγωνισμού στον οποίο συμμετείχε η … για τη σύναψη συμφωνίας-πλαίσιο, υπεύθυνη δήλωση περί διάθεσης μονάδας με δυναμικότητα τουλάχιστον ισόποση με τον αριθμό των γευμάτων των τμημάτων, για τα οποία εκδηλώνεται ενδιαφέρον, υποβάλλεται στο χρονικό σημείο της υπογραφής της εκτελεστικής σύμβασης και η σχετική δέσμευση, αφενός, δεν αναλαμβάνεται στη φάση Α με την αίτηση συμμετοχής, αλλά στη φάση Β με την προσφορά, και, αφετέρου, δεν αφορά τον χρόνο της προσφοράς (πολλώ δε μάλλον της αίτησης συμμετοχής), αλλά αφορά δέσμευση του οικονομικού φορέα εκ των προτέρων για το μελλοντικό σημείο της σύναψης όχι της σύμβασης πλαίσιο, αλλά της τυχόν εκτελεστικής σύμβασης. Άλλωστε, η ανάδειξη της κοινοπραξίας, στην οποία η … μετέχει με ποσοστό 25%, έλαβε χώρα μετά την υποβολή της προσφοράς της στον επίδικο διαγωνισμό, σε κάθε δε περίπτωση η ανάδειξη προσωρινού αναδόχου στην άλλη διαδικασία αφορά τη σύμβαση πλαίσιο, ενώ δεν έχει ακόμα συναφθεί εκτελεστική σύμβαση ώστε να υφίσταται εφεξής δέσμευση της κοινοπραξίας. Εξ άλλου, η προσφεύγουσα, η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, ουδόλως προσδιορίζει ότι η … όντως ανέλαβε συγκεκριμένη δέσμευση περί της δηλωθείσας στο πλαίσιο του επίδικου διαγωνισμού παραγωγικής μονάδας ούτε προκύπτει συγκεκριμένη ήδη κατανομή παραγωγικής δυναμικότητας μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας στον διαγωνισμό του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, η δε παρεμβαίνουσα … προβάλλει ότι δεν έχει ακόμα γίνει κατανομή μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας ως προς την εκτέλεση των εκτελεστικών συμβάσεων του διαγωνισμού εκείνου. Στην κρινόμενη αίτηση η αιτούσα προβάλλει ότι η απόρριψη του ανωτέρω λόγου της προδικαστικής προσφυγής της δεν είναι νόμιμη, διότι, κατά τη Διακήρυξη, η δέσμευση μερίδων δεν αφορά μόνο συμβατική δέσμευση, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η ΑΕΠΠ, αλλά και δέσμευση από την παράλληλη υποβολή προσφοράς σε άλλο διαγωνισμό. Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, η απορριπτική κρίση της ΑΕΠΠ στηρίχθηκε στην επάλληλη αιτιολογία ότι ο σχετικός λόγος της προδικαστικής προσφυγής προβάλλεται αορίστως και αναποδείκτως: και τούτο διότι, όπως έκρινε η ΑΕΠΠ, στην προσφυγή της αιτούσας δεν αναφέρεται αν η παρεμβαίνουσα ανέλαβε δέσμευση περί της συγκεκριμένης παραγωγικής μονάδας, η οποία δηλώνεται και στην επίδικη διαδικασία ανάθεσης, ούτε προσδιορίζεται στην προσφυγή η κατανομή της παραγωγικής δυναμικότητας μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας στην οποία μετέχει η παρεμβαίνουσα. Με την κρινόμενη αίτηση δεν πλήττεται το ως άνω αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης απόφασης της ΑΕΠΠ και, συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής (ΕΑ 87/2019 σκ. 9). Ανεξαρτήτως τούτου, ο προβαλλόμενος λόγος δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 2.2.9.2.Β.4.γ.ΙΙ της Διακήρυξης: “Για την απόδειξη της τεχνικής ικανότητας της παραγράφου 2.2.6 οι οικονομικοί φορείς προσκομίζουν με την Τεχνική τους Προσφορά … II. Υπεύθυνη δήλωση για το χρονικό διάστημα που θα εκτελείται η σύμβαση, στην οποία θα δηλώνεται ο αριθμός μερίδων που είναι δεσμευμένος σε άλλες συμβάσεις με το Δημόσιο ή με ιδιώτες καθώς και ο αριθμός των υπολειπόμενων διαθέσιμων μερίδων, σύμφωνα με την παραγωγική ικανότητα”, και σύμφωνα με το άρθρο 2.2.9.2.Α: “Το δικαίωμα συμμετοχής των οικονομικών φορέων και οι όροι και προϋποθέσεις συμμετοχής τους, όπως ορίζονται στις παραγράφους 2.2.1 έως 2.2.8, κρίνονται κατά την υποβολή της προσφοράς …”. Ενόψει δε των όρων αυτών, εφόσον κατά τον χρόνο υποβολής της προσφοράς της παρεμβαίνουσας στον επίδικο διαγωνισμό δεν είχε αναληφθεί εκ μέρους της δέσμευση με τη σύναψη σύμβασης στο πλαίσιο της άλλης διαγωνιστικής διαδικασίας, δεν προέκυπτε ανακρίβεια της υποβληθείσας από την παρεμβαίνουσα … δήλωσης περί των δεσμευμένων μερίδων, με την υποβολή απλώς προσφοράς στην άλλη διαδικασία. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος λόγος.
39. Επειδή, με την προδικαστική προσφυγή η αιτούσα προέβαλε ότι η προσφορά της παρεμβαίνουσας … έπρεπε να απορριφθεί, διότι, κατά παράβαση του άρθρου 2.2.6.δ της Διακήρυξης, στον Κατάλογο Οχημάτων που υποβλήθηκε με την προσφορά σύμφωνα με το άρθρο 2.2.9.2.Β.4.δ της Διακήρυξης έχουν δηλωθεί 11 οχήματα. Κατά τους προβληθέντες με την προδικαστική προσφυγή ισχυρισμούς, εφόσον η … έχει υποβάλει προσφορά για 6 Τμήματα, έπρεπε να δηλώσει τουλάχιστον 12 οχήματα, διότι τα ζεστά και τα κρύα γεύματα πρέπει “σύμφωνα με την διακήρυξη και την σχετική υγειονομική διάταξη [και] … βάσει σχετικής οδηγίας της διεύθυνσης υγείας” να μεταφέρονται με διαφορετικό όχημα. Η ΑΕΠΠ απέρριψε τον λόγο αυτό με την εξής αιτιολογία: Η Διακήρυξη δεν ορίζει ελάχιστο αριθμό οχημάτων ούτε απαιτεί ένα όχημα ανά τμήμα για τη μεταφορά ζεστών γευμάτων και ένα διαφορετικό όχημα ανά τμήμα για τα κρύα γεύματα. Εξ άλλου, στον Κατάλογο Οχημάτων της … περιλαμβάνονται έξι φορτηγά για μαγειρευμένα γεύματα, ήτοι ένα φορτηγό για κάθε Τμήμα για το οποίο υπέβαλε προσφορά, το δε άρθρο 2.2.9.2.Β.4.δ της Διακήρυξης αναφέρεται σε οχήματα μεταφοράς ζεστών γευμάτων και, πάντως, ανεξαρτήτως τούτων, δεν απαγορεύεται από τη Διακήρυξη η πρόβλεψη τυχόν συνεργειών για την εξυπηρέτηση των Τμημάτων. Περαιτέρω, ουδόλως αποκλείεται η μεταφορά ζεστών και κρύων γευμάτων (π.χ. σαλάτες, φρούτα, ψωμί) με το ίδιο όχημα, δοθέντος ότι η Διακήρυξη δεν απαιτεί την ύπαρξη συστήματος ψύξης κατά τη μεταφορά/διανομή των γευμάτων, παρά μόνο τη διατήρησή τους σε ισοθερμικό δοχείο, ούτε προκύπτει αδυναμία διατήρησης της απαιτούμενης θερμοκρασίας στο σύντομο διάστημα της μεταφοράς των γευμάτων εντός του ισοθερμικού δοχείου. Εξάλλου, δεν αποκλείεται το όχημα μεταφοράς ζεστών γευμάτων να δύναται να μεταφέρει και κρύα γεύματα ψυχόμενα σε άλλο διαμέρισμα του φορτηγού. Επιπλέον, όσον αφορά τα κρύα γεύματα, εφόσον η προσφεύγουσα δεν πλήττει τη συμμετοχή της … στο σύνολο των έξι Τμημάτων, αλλά μόνο τη συμμετοχή της για το Τμήμα 72, και δεν προκύπτει ότι τα πέντε φορτηγά κρύων γευμάτων της παρεμβαίνουσας θα απασχοληθούν αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των άλλων Τμημάτων, αβασίμως προβάλλεται ότι δεν υφίσταται φορτηγό κρύων γευμάτων για το μόνο δυνάμενο να εξετασθεί στο πλαίσιο της προσφυγής Τμήμα 72. Στην κρινόμενη αίτηση η αιτούσα προβάλλει ότι, εφόσον η παρεμβαίνουσα συμμετέχει στον διαγωνισμό για 6 τμήματα, έπρεπε με την προσφορά της να δηλώσει τουλάχιστον 12 οχήματα, διότι τα ζεστά και κρύα γεύματα πρέπει να μεταφέρονται με διαφορετικό όχημα, και ότι μη νομίμως απορρίφθηκε από την ΑΕΠΠ η προβληθείσα ανωτέρω αιτίαση. Ο προβαλλόμενος λόγος δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμος. Ειδικότερα: Η Διακήρυξη ορίζει στο άρθρο 2.2.6.δ ότι: “Όσον αφορά στην τεχνική και επαγγελματική ικανότητα για την παρούσα διαδικασία σύναψης Σύμβασης, οι οικονομικοί φορείς απαιτείται: … δ) να διαθέτουν κατάλληλα οχήματα που θα έχουν άδειες/βεβαιώσεις καταλληλότητας για την μεταφορά και παράδοση γευμάτων και άδεια κυκλοφορίας οχήματος” και στο άρθρο 2.2.9.2.Β.4.δ ότι: “Για την απόδειξη της τεχνικής ικανότητας της παραγράφου 2.2.6 οι οικονομικοί φορείς προσκομίζουν με τη Τεχνική τους Προσφορά: … δ) Για την απαίτηση της παρ. 2.2.6(δ): Κατάλογο των οχημάτων που θα χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά των ζεστών γευμάτων στον οποίο θα αναφέρεται ο αριθμός κυκλοφορίας του οχήματος, η χωρητικότητα αναγόμενη σε αριθμό ισοθερμικών περιεκτών και μερίδων ανά περιέκτη και το σύνολο των μεταφερόμενων γευμάτων ανά όχημα, η άδεια/βεβαίωση καταλληλότητας οχήματος της αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας Δημόσιας Υγιεινής ή της αρμόδιας Περιφερειακής υπηρεσίας Κτηνιατρικής (κατά περίπτωση) με την οποία θα βεβαιούται, ότι το συγκεκριμένο όχημα, όπως είναι διασκευασμένο, είναι κατάλληλο για την υγιεινή μεταφορά των συγκεκριμένων ειδών (γευμάτων). Ο κατάλογος θα συνοδεύεται από αντίγραφο της αναφερόμενης άδειας/βεβαίωσης καταλληλότητας και της άδειας κυκλοφορίας οχήματος. Σε κάθε περίπτωση, η Αναθέτουσα Αρχή, μπορεί να ζητά από τους οικονομικούς φορείς οποιοδήποτε έγγραφο κρίνει σκόπιμο προς απόδειξη των παραπάνω”. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6.2 της Διακήρυξης: “Η αρμόδια Επιτροπή Παραλαβής θα παραλαμβάνει δελτίο αποστολής από τον ανάδοχο, στο οποίο θα αναγράφεται η ποσότητα και η ώρα παράδοσης. Το προσωπικό που μεταφέρει και παραδίδει τα γεύματα σε κατάλληλο ισοθερμικό δοχείο μεταφοράς τροφίμων, θα διαθέτει κατάλληλα θερμόμετρα (ακίδας, υπερύθρων) ώστε κατά την παραλαβή και παρουσία της Επιτροπής, να μετρά τις θερμοκρασίες των γευμάτων κρύων και ζεστών. Οι θερμοκρασίες που πρέπει να τηρούνται είναι: α) για τα ζεστά γεύματα ίση ή μεγαλύτερη των 60 βαθμών Κελσίου και β) για τα κρύα (σαλάτα) ίση ή χαμηλότερη των 5 βαθμών Κελσίου, σύμφωνα με τον Οδηγό Υγιεινής Νο 1 (Οδηγός Υγιεινής για τις επιχειρήσεις μαζικής εστίασης και ζαχαροπλαστικής) του ΕΦΕΤ”, στην δε Τεχνική Προδιαγραφή Β.4 του Παραρτήματος Ι προβλέπεται ότι “Β.4. Τα γεύματα και οι σαλάτες θα είναι τοποθετημένα σε ισοθερμικά δοχεία μεταφοράς τροφίμων με τον ασφαλή ενδεδειγμένο τρόπο”. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, προς απόδειξη των απαιτουμένων στο κριτήριο 2.2.6.δ, η παρεμβαίνουσα υπέβαλε με την προσφορά της κατάλογο 11 οχημάτων, που θα χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά των γευμάτων σε περίπτωση κατακύρωσης, συνοδευόμενο από αντίγραφα των αδειών κυκλοφορίας και των βεβαιώσεων καταλληλότητας των οχημάτων αυτών. Με το ως άνω περιεχόμενο, η προσφορά της παρεμβαίνουσας πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 2.2.6.δ και 2.2.9.2.Β.4.δ, καθόσον δεν ορίζεται στη Διακήρυξη ελάχιστος αριθμός οχημάτων ανά τμήμα ούτε απαιτείται κάθε όχημα να εξυπηρετεί ένα μόνο τμήμα. Ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται από τη Διακήρυξη η εξυπηρέτηση περισσότερων τμημάτων με το ίδιο όχημα, ιδίως μάλιστα όταν, ενόψει της τοποθεσίας της παραγωγικής μονάδας του προσφέροντος, είναι δυνατή η εξυπηρέτηση περισσότερων τμημάτων με το ίδιο δρομολόγιο ή με διαφορετικά δρομολόγια του ίδιου οχήματος, κατόπιν ανεφοδιασμού. Εξ άλλου, η Διακήρυξη δεν απαιτεί τη μεταφορά ζεστών και κρύων γευμάτων με διαφορετικό όχημα, καθόσον δεν προβλέπεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συστήματος ψύξης κατά τη μεταφορά των κρύων γευμάτων, αλλά μόνο η διατήρησή τους σε ισοθερμικό δοχείο. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος λόγος.
40. Επειδή, με την προδικαστική προσφυγή η αιτούσα προέβαλε, τέλος, ότι η προσφορά της παρεμβαίνουσας … έπρεπε να απορριφθεί διότι δεν καλύπτει την τεχνική προδιαγραφή Β.6 του άρθρου 1.2 του Παραρτήματος Ι της Διακήρυξης. Ειδικότερα, προέβαλε ότι, λόγω της τοποθεσίας του εργαστηρίου της, που βρίσκεται στον Αμπελώνα Λάρισας, η παρεμβαίνουσα δεν θα μπορεί να τηρήσει το οριζόμενο στη Διακήρυξη ωράριο διανομής των γευμάτων, το οποίο δεν επαρκεί για την έγκαιρη εκτέλεση της διανομής στους Δήμους … [Τμήμα 72] και … [Τμήμα 26]. Όπως ισχυρίσθηκε, “Τα γεύματα θα παραδίδονται εντός του χρονικού διαστήματος 09:30-12:30. Η μεταφορά των γευμάτων από τις εγκαταστάσεις της παραγωγής δεν θα πρέπει να ξεκινάει πριν από τις 08:30. Η παραγωγική μονάδα της εταιρείας βρίσκεται στον Αμπελώνα … ήτοι 155 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη […] το αυτοκίνητο της εταιρείας θα φτάνει στις σχολικές μονάδες – χώρους παράδοσης των γευμάτων του Δήμου …, γύρω στις 11:00 έχοντας υπολειπόμενο χρόνο διανομής ως τις 12:30 μόνο 1 ώρα και 30 λεπτά. Βάσει του όρου της διακήρυξης παραλαβή αντικειμένου της σύμβασης η διανομή των γευμάτων ανά σχολική μονάδα θα διαρκεί 5 με 6 λεπτά τουλάχιστον. Ο Δήμος … έχει περίπου 30 σχολικές μονάδες και ο απαιτούμενος χρόνος εκτέλεσης της διανομής είναι 150 με 180 λεπτά (3 ώρες) πράγμα που σημαίνει ότι δεν επαρκεί για την εμπρόθεσμη εκτέλεση της διανομής. Για τον Δήμο … θα χρειαστεί επιπλέον μισή ώρα για να φτάσει στους χώρους ευθύνης του δήμου με υπολειπόμενο χρόνο για διανομή μόλις 1 ώρα. Καταδεικνύεται λοιπόν ότι η συγκεκριμένη εταιρεία με έδρα παραγωγής τον Αμπελώνα … δεν μπορεί να καλύψει την τεχνική απαίτηση Β.6 … των τεχνικών προδιαγραφών”. Η ΑΕΠΠ απέρριψε τον λόγο αυτό με την εξής αιτιολογία: Δεν απαιτείται από τη Διακήρυξη ούτε προκύπτει από την προσφορά της … συγκεκριμένη κατανομή των οχημάτων ανά Τμήμα. Επομένως, το συμπέρασμα της προσφεύγουσας ότι μόνο ένα εκ των δηλωθέντων οχημάτων ζεστών γευμάτων θα χρησιμοποιηθεί για το Τμήμα 72 είναι αυθαίρετο, ενώ η προδικαστική προσφυγή δεν μπορεί να οδηγήσει σε έλεγχο της προσφοράς της … ως προς όλα τα Τμήματα για τα οποία υπέβαλε προσφορά. Εξ άλλου, τα Τμήματα που αφορούν τους Δήμους …, …, …, και … σχηματίζουν δρομολόγια (…-…, …-…, …-…) που αντιστοιχούν σε απόσταση διανυόμενη, κατά την κοινή πείρα, σε μέσο χρόνο μικρότερο της μίας ώρας, ενώ η παραγωγική μονάδα της … στον Αμπελώνα … απέχει 20 λεπτά από τον Δήμο … και περί την μία ώρα από τους Δήμους … και … . Δεδομένης δε της δυνατότητας εκκίνησης του δρομολογίου στις 8:30 το πρωί και εκτέλεσης των δρομολογίων μεταξύ 9:30 και 12:30, ήτοι εντός τριώρου και τετραώρου από την εκκίνηση του δρομολογίου από την παραγωγική μονάδα, ουδόλως αποκλείεται η δυνατότητα συνδυασμού δρομολογίων με κοινό όχημα για περισσότερα τμήματα, με ή χωρίς ανεφοδιασμό από την παραγωγική μονάδα. Άλλωστε, η Διακήρυξη δεν θέτει κανένα περιορισμό ως προς τη γεωγραφική θέση και την απόσταση της παραγωγικής μονάδας από τις περιφέρειες των Τμημάτων, για τα οποία δηλώνεται προσφορά. Το δε γεγονός ότι ο Αμπελώνας … απέχει κατά μέσο όρο απόσταση δύο ωρών και 45-55 λεπτών από την έδρα του Δήμου …, δεν στοιχειοθετεί από μόνο του αδυναμία εκτέλεσης των σχετικών δρομολογίων εντός του οριζόμενου ωραρίου, αφού και στην περίπτωση αυτή όχημα που εκκινεί στις 8:30 από τον Αμπελώνα, αναμένεται να φθάσει στις 11:15-11:25 στον Δήμο Χαλκηδόνας, ήτοι μία ώρα και 5-15 λεπτά πριν από τις 12:30, ώρα λήξης του ωραρίου διανομής. Ακόμη δε και αν τα σχολεία προς εξυπηρέτηση είναι περί τα 30 στο συγκεκριμένο τμήμα, ουδόλως προκύπτει, και δη με βεβαιότητα, η αδυναμία εξυπηρέτησης, πολλώ δε μάλλον αφού δεν αποκλείεται το τμήμα να εξυπηρετηθεί από περισσότερα οχήματα. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα επαναλαμβάνει τους προβληθέντες με την προδικαστική προσφυγή ισχυρισμούς και προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της ΑΕΠΠ “με αβάσιμη αιτιολογία” απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς. Στο Κεφάλαιο 1.2 του Παραρτήματος Ι της Διακήρυξης ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: “1.2.1 Οι παρεχόμενες υπηρεσίες (Ζεστά Σχολικά Γεύματα) πρέπει να πληρούν τις Τεχνικές Προδιαγραφές που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Διακήρυξης … Οι όροι των Τεχνικών Προδιαγραφών είναι απαράβατοι. 1.2.2 Ειδικότερες υποχρεώσεις αναδόχων άμεσα συνυφασμένες με το αντικείμενο των συμβάσεων: A. … B. Συσκευασία – Μεταφορά Β.1 … Β.6.Τα γεύματα θα παραδίδονται εντός του χρονικού διαστήματος 09:30-12:30. Η μεταφορά των γευμάτων από τις εγκαταστάσεις παραγωγής τους δε θα πρέπει να ξεκινάει νωρίτερα από τις 08:30. Ο Ανάδοχος υποχρεούται να αφήσει τις μερίδες των γευμάτων σε κατάλληλα ισοθερμικά δοχεία μεταφοράς τροφίμων … Ο ανάδοχος θα πρέπει να τηρεί ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής της μετακίνησης των οχημάτων από το οποίο να προκύπτει ότι τηρεί την παραπάνω διαδικασία ως προς το χρόνο έναρξης και ολοκλήρωσης της διανομής των ζεστών γευμάτων και να τηρεί ηλεκτρονικά τα αρχεία καταγραφής για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα …”. Σύμφωνα δε με όσα έγιναν ήδη δεκτά ανωτέρω, από τους όρους της Διακήρυξης δεν αποκλείεται η εξυπηρέτηση περισσότερων τμημάτων με το ίδιο όχημα. Με τα δεδομένα αυτά, η προαναφερθείσα αιτιολογία της απόφασης της ΑΕΠΠ είναι νόμιμη και επαρκής και ο προβαλλόμενος λόγος, με τον οποίο δεν πλήττεται, άλλωστε, κατά τρόπο ειδικό η αιτιολογία της προσβαλλομένης, δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμος. Συνεπώς, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
41. Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης που αφορούν τη συμμετοχή της εταιρείας … στην επίμαχη διαγωνιστική διαδικασία, ως προς το Τμήμα 72 της προς ανάθεση σύμβασης, και πρέπει, κατά το μέρος τούτο, να απορριφθεί το “αίτημα αναστολής” και να γίνει, αντιστοίχως, δεκτή η ασκηθείσα από την εταιρεία … παρέμβαση.
42. Επειδή, με την προδικαστική προσφυγή η αιτούσα προέβαλε ότι η προσφορά της ένωσης … για το Τμήμα 75 [για το οποίο είχε υποβάλει προσφορά και η αιτούσα] είναι απορριπτέα διότι, καίτοι η ένωση στηρίζεται σε ικανότητες άλλων φορέων υπό τη μορφή της υπεργολαβίας, “όπως αναφέρεται στις δηλώσεις της”, δεν έχει προβεί σε σχετική δήλωση στο Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕΕΣ). Η ΑΕΠΠ απέρριψε τον λόγο αυτό με την εξής αιτιολογία: Ως προς το Τμήμα 75, για το οποίο ο λόγος προβάλλεται με έννομο συμφέρον από την προσφεύγουσα, η ένωση δεν στηρίζεται στις ικανότητες τρίτων φορέων· όπως προκύπτει από το υποβληθέν εκ μέρους της ΕΕΕΣ, στήριξη σε τρίτους δηλώνεται μόνο ως προς άλλα τμήματα, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της προδικαστικής προσφυγής. Στην κρινόμενη αίτηση επαναλαμβάνεται, αυτολεξεί, ο προβληθείς με την προδικαστική προσφυγή ως άνω ισχυρισμός. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η παρεμβαίνουσα υπέβαλε με την προσφορά της τα από 11.5.2021 ιδιωτικά συμφωνητικά “στήριξης ικανότητας/υπεργολαβίας” με τις εταιρείες … και …, αντιστοίχως. Περαιτέρω, στο σημείο ΙΙ.Γ του ΕΕΕΣ των μελών της παρεμβαίνουσας δηλώθηκε η στήριξη στις ικανότητες των ως άνω εταιρειών για τα Τμήματα 1, 19 και 41 […] και 74 […], και στο σημείο IV.Γ του ΕΕΕΣ δηλώθηκε η πρόθεση ανάθεσης, υπό τη μορφή υπεργολαβίας, στις ίδιες εταιρείες για τα ανωτέρω τμήματα. Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος με την κρινόμενη αίτηση λόγος, με τον οποίο, άλλωστε, δεν πλήττεται κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο η ανωτέρω κρίση της ΑΕΠΠ, δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμος, καθόσον, όπως δέχθηκε και η ΑΕΠΠ, ως προς το επίδικο Τμήμα 75, για το οποίο υπέβαλε προσφορά η αιτούσα, δεν προκύπτει ότι η παρεμβαίνουσα ένωση στηρίζεται σε ικανότητες άλλων φορέων· ως προς τα λοιπά τμήματα δε, ο αυτός ισχυρισμός θα ήταν απορριπτέος ως προβαλλόμενος απαραδέκτως.
43. Επειδή, με την προδικαστική προσφυγή η αιτούσα προέβαλε ότι η προσφορά της ένωσης … είναι απορριπτέα διότι η σύμβαση την οποία επικαλέσθηκε η παρεμβαίνουσα ένωση προς απόδειξη της συνδρομής του κριτηρίου τεχνικής ικανότητας του άρθρου 2.2.6, καθώς και η προσκομισθείσα συναφώς … βεβαίωση καλής εκτέλεσης, δεν πληρούν τους όρους της Διακήρυξης. Κατά τους προβληθέντες με την προσφυγή ισχυρισμούς, καίτοι επρόκειτο για σύμβαση στην οποία συμμετείχε το μέλος της ένωσης … με ποσοστό 49,6%, η σύμβαση αυτή δηλώθηκε από την παρεμβαίνουσα για το σύνολο των παραδοτέων μερίδων και της αξίας τους, ενώ κατ’ ορθό υπολογισμό, ήτοι με την προσμέτρηση μόνο ποσοστού 49,6%, δεν καλύπτεται ο συνολικός αριθμός μερίδων των τμημάτων για τα οποία έχει υποβάλει προσφορά η ένωση. Η ΑΕΠΠ απέρριψε τις αιτιάσεις, με την εξής αιτιολογία: Το άρθρο 2.2.6 της Διακήρυξης αναφέρεται σε εκτέλεση προηγούμενης σύμβασης συγκεκριμένης αξίας, και όχι συγκεκριμένου αριθμού μερίδων. Στη βεβαίωση καλής εκτέλεσης που υπέβαλε με την προσφορά της η ένωση, αναφέρεται τόσο η ποσότητα των μερίδων που παραδόθηκαν από την εταιρεία … (1.974.354 μερίδες), η οποία αντιστοιχεί στο 49,6% του συνόλου των μερίδων (3.980.275 μερίδες), όσο και αξία των μερίδων αυτών (12.083.048,90 ευρώ χωρίς ΦΠΑ). Το ότι η αναφερόμενη στη βεβαίωση αξία 12.083.048,90 ευρώ αντιστοιχεί στις μερίδες που παρέδωσε η … επιβεβαιώνεται από τη δημοσιευθείσα στο ΚΗΜΔΗΣ σύμβαση, στο άρθρο 7 της οποίας ορίζεται η αξία μερίδας [6,12 ευρώ χωρίς ΦΠΑ (6,12×1.974.354=12.083.048,90)]. Στην κρινόμενη αίτηση επαναλαμβάνεται, αυτολεξεί, ο προβληθείς με την προδικαστική προσφυγή ως άνω ισχυρισμός. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η παρεμβαίνουσα ένωση υπέβαλε προσφορά για τα Τμήματα 1, 16, 19, 27, 32, 39, 41, 42, 48, 53, 58, 71, 74 και 75, αθροιστικής αξίας 29.854.890 ευρώ (735.885 + 2.364.075 + 1.589.796 + 5.100.714 + 2.586.618 + 735.174 + 1.215.810 + 5.273.487 + 1.115.559 + 3.171.060 + 657.675 + 2.885.238 + 1.357.299 +1.066.500) χωρίς ΦΠΑ. Συναφώς, η παρεμβαίνουσα υπέβαλε με την προσφορά της τη Σύμβαση 0011/Ν/20 της εταιρείας … [ως μέλους της αναδόχου ένωσης εταιρειών], με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών σίτισης στο ΚΥΤ [Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης] Λέσβου, καθώς και τροποποιητική σύμβαση, με την οποία αυξήθηκε η αξία στο ποσό των 28.480.950 ευρώ. Στο άρθρο 7 της ως άνω σύμβασης αναφέρεται ως τιμή ημερήσιας ατομικής μερίδας το ποσό των 6,12 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Περαιτέρω, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε την … βεβαίωση καλής εκτέλεσης υπέρ του ως άνω μέλους της, στην οποία αναφέρονται τα εξής: “Η ποσότητα ατομικών ημερησίων μερίδων που παραδόθηκαν από την εταιρεία … (μέλος με ποσοστό συμμετοχής 50%) για το διάστημα από 09 Μαρ 20 έως 31 Δεκ 20 ανέρχεται σε 1.974.354 μερίδες επί συνόλου 3.980.275 μερίδων που αντιστοιχεί στο 49,6% των παραδοτέων του συγκεκριμένου διαστήματος και η αξία αυτών ανέρχεται στο ποσό ύψους των δώδεκα εκατομμυρίων ογδόντα τριών χιλιάδων, σαράντα οκτώ ευρώ και ενενήντα λεπτών (12.083.048,90 €) χωρίς ΦΠΑ”. Επομένως, με τα ανωτέρω δεδομένα, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι για την κάλυψη του κριτηρίου τεχνικής ικανότητας του άρθρου 2.2.6.β η παρεμβαίνουσα ένωση έπρεπε να προσκομίσει σύμβαση αξίας ίσης τουλάχιστον με 11.941.956 ευρώ χωρίς ΦΠΑ [80% του ημίσεως του αθροιστικής αξίας των Τμημάτων για τα οποία υπέβαλε προσφορά], η σύμβαση του μέλους της παρεμβαίνουσας ένωσης … υπερβαίνει την ελάχιστη αυτή αξία. Εξ άλλου, το άρθρο 2.2.6.β αναφέρεται σε εκτέλεση σύμβασης συγκεκριμένης αξίας και όχι σύμβασης για συγκεκριμένο αριθμό μερίδων. Ενόψει των ανωτέρω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης της ΑΕΠΠ, με την οποία απορρίφθηκε ο οικείος λόγος της προδικαστικής προσφυγής, είναι νόμιμη και επαρκής, ο προβαλλόμενος δε με την κρινόμενη αίτηση λόγος, με τον οποίο δεν πλήττεται, άλλωστε, κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο η κρίση της ΑΕΠΠ, δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμος.
44. Επειδή, συνεπώς, δεν πιθανολογείται σοβαρά ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης που αφορούν τη συμμετοχή της ένωσης … στην επίμαχη διαγωνιστική διαδικασία, ως προς το Τμήμα 75 της προς ανάθεση σύμβασης, και πρέπει, κατά το μέρος τούτο, να απορριφθεί το “αίτημα αναστολής” και να γίνει, αντιστοίχως, δεκτή η ασκηθείσα από την ένωση παρέμβαση.
45. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω δε, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναστολής, στο σύνολό της, και να γίνουν δεκτές, ως προς την αίτηση αναστολής, οι ασκηθείσες παρεμβάσεις. Εξ άλλου, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναστολής, η παρούσα σύνθεση, επιλαμβανόμενη, όπως ήδη αναφέρθηκε, δυνάμει των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 [σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις της παραγράφου 7 και με τις παραγράφους 4, 6 και 8 του ιδίου άρθρου], αποφαίνεται ότι δεν κωλύεται, λόγω της άσκησης της ανωτέρω “αίτησης αναστολής εκτέλεσης και ακύρωσης”, η σύναψη των συμβάσεων για τον διαγωνισμό που διενεργήθηκε δυνάμει της 6/2021 Διακήρυξης του ΟΠΕΚΑ, που αφορά την παροχή υπηρεσιών παρασκευής-συσκευασίας και διανομής ζεστών γευμάτων σε μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, και ειδικότερα για τα Τμήματα 72 και 75 που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αίτησης.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ασκηθέν ένδικο βοήθημα «αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ακύρωσης», σύμφωνα με το αιτιολογικό, και ορίζει εισηγητή ενώπιον της Ολομελείας την Σύμβουλο Ο. Παπαδοπούλου.
Εξετάζει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, το αίτημα αναστολής και το απορρίπτει, κατά το αιτιολογικό.
Δέχεται, ως προς το αίτημα αναστολής, τις παρεμβάσεις της εταιρείας … και της Ένωσης εταιρειών … .
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 και 31 Ιανουαρίου 2022.
Την 31η Ιανουαρίου 2022 εκδόθηκε το διατακτικό της αποφάσεως.
Την 3η Μαρτίου 2022 δημοσιοποιήθηκε το πλήρες κείμενό της.
Η Πρόεδρος του Δ´ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ´ Τμήματος
Μ. Καραμανώφ