Παρατηρήσεις στην Απόφ. ΕΑΔΗΣΥ 419/2023 – Ακύρωση όρου της διακήρυξης λόγω αντίθεσης στο ενωσιακό δίκαιο
Με τη σχολιαζόμενη υπ’ αριθ. 419/2023 απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του Ν3669/2008, με την οποία θεσπίζεται ως όρος για τη συμμετοχή σε διαγωνιστικές διαδικασίες οι εργοληπτικέςεπιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ να μην υπερβαίνουν τα ανώτατα επιτρεπτά όρια ανεκτέλεστου υπολοίπου εργολαβικών συμβάσεων αντίκειται σε διατάξεις που αντίκεινται στα άρθρα 18 παρ. 1, 19, 58, 63 και71 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και εν γένει στις γενικές αρχές που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις, όπως ηαπαγόρευση διακρίσεων και οι αρχές της ίσης μεταχείρισης, της ελεύθερης ανάπτυξης του ανταγωνισμού, τηςελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, της αναλογικότητας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Η απόφαση εκδόθηκε από το Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΕΑΔΗΣΥ λόγω της σοβαρότητας του ζητήματος πουετίθετο με την προδικαστική προσφυγή.
Η απόφαση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού αποτελεί ενδεχομένως την πρώτη απόφαση, στην οποία ηΑρχή κρίνει μία διάταξη νόμου αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο και για τον λόγο αυτό δεν την εφαρμόζει,ακυρώνοντας τον όρο της διακήρυξης. Η δυνατότητα αυτή της παρέχεται από τον οιονεί δικαιοδοτικό της ρόλο καιεν γένει το ρόλο της ως προς την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων. Άλλωστε,κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια και οι αρμόδιες εθνικές διοικητικές αρχές έχουν τηνυποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα μέτρα προς διευκόλυνση της υλοποίησης του πλήρους αποτελέσματος τουδικαίου της Ένωσης και ως εκ τούτου να μην εφαρμόζουν, εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο, εθνική διάταξη ηοποία αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης (1).
Αν και η ΕΑΔΗΣΥ δεν προέβη στην εξέταση των ισχυρισμών, κατά τους οποίους ο όρος αυτός αντίκειται και στιςδιατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 15, 16 και 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 14 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότιπαρέλκουν ως αλυσιτελείς, ωστόσο η απόφαση αυτή ενδεχομένως να αποτελέσει την αφορμή για να ανοίξει ησυζήτηση κατά πόσον μία διοικητική αρχή μπορεί να κρίνει μία διάταξη νόμου ανεφάρμοστη. Κατά την κρατούσαάποψη, τα διοικητικά όργανα οφείλουν να εφαρμόζουν όποιες νομοθετικές διατάξεις θεσπίζονται, χωρίς έρευνατης συνταγματικότητάς τους αφού το εν λόγω καθήκον έχει ανατεθεί από το Σύνταγμα αποκλειστικά στα δικαστήρια (2).
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αποκτά η απόφαση, αφού οδηγείται στην «ακύρωση» μίας διάταξης που τα ίχνητης χάνονται στο χρόνο και που μέχρι σήμερα δεν είχε αμφισβητηθεί, δημιουργώντας μια πεποίθηση νομιμότητας. Πεποίθηση, η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι η θέσπιση όρου χρηματοοικονομικήςεπάρκειας σχετικά με το ανεκτέλεστο είναι σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο. Πρόκειται, λοιπόν, για έναν όρο primafacie νόμιμο και συμβατό με το ενωσιακό δίκαιο.
Το όριο του ανεκτέλεστου εφαρμόζεται στα δημόσια έργα επί πολλές δεκαετίες. Ήδη στο άρθρο 6 παρ. 2 του Ν689/1977 (Α΄ 253) προβλεπόταν ανώτατο όριο ανεκτέλεστου έως το τριπλάσιο του ανωτάτου ορίου της τάξεως του πτυχίου. Αντίστοιχη ήταν η διάταξη στην αρχική μορφή του άρθρου 16 παρ. 7 του Ν 1418/1984 (Α΄ 23). Με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν 2940/2001 (Α΄ 180) το άρθρο 16 του Ν 1418/1984 αντικαταστάθηκε και στην παράγραφο 45 αυτού υπήρξε η πρόβλεψη για το ανεκτέλεστο, αναδιαμορφωμένη περίπου ως ισχύει σήμερα. Με την κωδικοποίηση της νομοθεσίας των δημόσιων έργων με τον Ν 3669/2008 το ανεκτέλεστο διατηρήθηκε, ωστόσομετατοπίστηκε από το σχετικό με το ΜΕΕΠ άρθρο (πλέον άρθρο 100 που καθορίζει τα κριτήρια επάρκειας για εγγραφή σε τάξεις) στο ορθό άρθρο 20 σχετικώς με τα προαπαιτούμενα συμμετοχής.
Και θα διερωτάτο κανείς πώς μία διάταξη που ισχύει επί δεκαετίες αμφισβητείται για πρώτη φορά σήμερα. Ένας βασικός λόγος έγκειται στο ότι μέχρι προ λίγων ετών υπήρχε διαμορφωμένη αντίληψη ότι η συσχέτιση τωντάξεων πτυχίου με τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς, χωρίς δυνατότητα εναλλακτικού τρόπου απόδειξης πλήρωσηςτων προϋποθέσεων συμμετοχής, είναι σύννομη. Μία αντίληψη που εγκαταλείφθηκε μετά από τις προειδοποιητικές επιστολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την κατ’ αρχήν συμμόρφωση της Χώρας μας. Διότι η δημιουργία περιορισμένουαριθμού οικονομικών φορέων που μπορούν να συμμετάσχουν σε συγκεκριμένα έργα παραβιάζει βασικές αρχέςπου διέπουν το ενωσιακό δίκαιο, όπως η ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού και η άρση των περιορισμών (βλ. αιτιολογική σκέψη Οδηγίας 93/37/ΕΟΚ).
Στο πνεύμα αυτό ο ενωσιακός νομοθέτης σταδιακά ανέδειξε και την ανάγκη προώθησης των μικρομεσαίωνεπιχειρήσεων, ήδη από την Οδηγία 2004/18/ΕΚ με την πρόβλεψη διατάξεων σχετικά με την υπεργολαβία (βλ. σημείο 32 της αιτιολογικής σκέψης και Ανακοίνωση της Επιτροπής της 3.3.2010 με τίτλο «Ευρώπη 2020 -Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη»), ενώ κατέστη πλέον βασικός στόχος μετην Οδηγία 2014/24/ΕΕ (βλ. σημείο 2 της αιτιολογικής σκέψης). Ήδη, λοιπόν, από το 2004 η διευκόλυνση τηςσυμμετοχής μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) στις δημόσιες προμήθειες διαπνέει την ενωσιακή νομοθεσία.
Λίγα έτη πριν από την θέσπιση της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, το 2001 ο εθνικός νομοθέτης φαίνεται ότι βρισκόταν σεεκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση ως προς το ζήτημα αυτό. Ο Ν 2940/2001 επέφερε σημαντικές μεταρρυθμίσειςστον τομέα της ανάθεσης των δημοσίων έργων. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου βασικόπρόβλημα στην ανάθεση των έργων είναι «ο μεγάλος αριθμός εργοληπτικών επιχειρήσεων ΜΕΕΠ, ο οποίος καιδημιούργησε συνθήκες οξύτατου ανταγωνισμού». Και για να αντιμετωπιστεί το «πρόβλημα» αυτό θεσπίστηκε νέοσύστημα του οποίου οι βασικοί άξονες είναι: «-η ενθάρρυνση των συγχωνεύσεων όχι μόνο ανάμεσα σεεπιχειρήσεις της ίδιας τάξης, αλλά και με επιχειρήσεις χαμηλότερων τάξεων, – η πριμοδότηση τωνσυγχωνεύσεων, μέσα από την καθιέρωση ειδικού συντελεστή κατάταξης, που θα ενισχύει τα σχήματα συνένωσηςδύο ή και περισσότερων εταιρειών, – η διασφάλιση σε κάθε νέο σχήμα που θα προκύψει από συγχώνευση τηςδυνατότητας να αναβαθμίσει τη θέση του σε νέα κατάταξη, με αύξηση του ορίου προϋπολογισμών έργων πουμπορεί να αναλάβει, […] – η καθιέρωση αυξημένων απαιτήσεων για κατάταξη στην ανώτερη 7η τάξη, που νααπαιτεί συγχωνεύσεις εταιρειών και να διασφαλίζει την ύπαρξη νέων ομίλων με ενιαία μορφή, ισχυρή οντότητα,οικονομική και διοικητική και με μεγάλη αξιοπιστία και φερεγγυότητα, που θα διασφαλίζει και αυξάνει τηνπιστοληπτική τους ικανότητα…».
Με άλλα λόγια ο εθνικός νομοθέτης, προκειμένου να αντιμετωπίσει το «πρόβλημα» του αυξημένουανταγωνισμού, θέσπισε μέτρα με στόχο τη μείωση των ΜΜΕ, παρέχοντας κίνητρα και προβλέποντας αντικίνητραγια τη συνένωσή τους σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ενώ παράλληλα στόχευσε στη δημιουργία μίας κατηγορίαςεπιχειρήσεων που θα είναι οι μόνες που θα μπορούν να αναλάβουν τα μεγάλα δημόσια έργα, καθορίζοντας τύπογια την αναβάθμιση πτυχίων, διευρύνοντας την απόσταση από την 7η τάξη και αναδιαμορφώνοντας τοανεκτέλεστο. Έτσι, μία επιχείρηση 6ης τάξης, έχοντας τον «κόφτη» του ανεκτέλεστου, είναι αδύνατον νααναβαθμιστεί σε 7ης, ει μη μόνο μέσω συγχώνευσης με άλλη επιχείρηση.
Οι πρακτικές συνέπειες στην αγορά δημοσίων έργων είναι στατιστικά εμφανείς άγοντας σε πλήρη επιτυχία την εθνική πολιτική: Όπως προκύπτει από δημοσιεύματα της περιόδου (3), στις αρχές του 2002 διεγράφησαν από τοΜΕΕΠ 5.625 ατομικές τεχνικών επιχειρήσεις (επί συνόλου 11.372) και 67 εργοληπτικών εταιρείες (επί συνόλου 910), 565 εργοληπτικές εταιρείες (επί συνόλου 748) υπέβαλαν αίτηση συγχωνεύσεως, για τη δημιουργία 195νέων τεχνικών εταιρειών, εκ των οποίων οι 107 συγχωνεύονται με στόχο τη δημιουργία 17 εταιρειών 7ης τάξεως.Ένας στόχος που εξακολουθεί να επιτυγχάνεται, αφού πλέον εγγεγραμμένες στην 7η τάξη είναι μόλις 5 εταιρείες,οι οποίες κατέχουν τη μερίδα του λέοντος στην αγορά.
Οι σκοποί που ο εθνικός νομοθέτης επεδίωξε με την θέσπιση του ανεκτέλεστου δεν συμβαδίζουν τηνεκπεφρασμένη βούληση του ενωσιακού νομοθέτη για το άνοιγμα των αγορών δημοσίων συμβάσεων στις ΜΜΕ.Άρα, θεσμοί που θεσπίστηκαν, διατηρήθηκαν ή αναδιαμορφώθηκαν με τον νόμο αυτό θα πρέπει ναεπανεξεταστούν υπό το φως των νέων οδηγιών και της νομολογίας του ΔΕΕ. Και είναι αληθές ότι έχει θεσπιστείπλέον, με το άρθρο 76 παρ. 4 του Ν 4412/2016, η δυνατότητα ανταπόδειξης πλήρωσης των προϋποθέσεωνσυμμετοχής, ανεξάρτητα από την εγγραφή σε συγκεκριμένη τάξη πτυχίου του ΜΕΕΠ, ωστόσο το ανεκτέλεστολειτουργεί ως εργαλείο για την «στεγάνωση» των τάξεων. Και σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ ο καθορισμός της εγγραφής σε τάξη ως όρος για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό δημιουργεί άμεσα εμπόδια εισόδου στην αγορά (4).
Στην Ελλάδα, η δημοσιονομική ύφεση της δεκαετίας 2010 – 2020 κατέστησε τον θεσμό του ανεκτέλεστουανενεργό, αφού η έλλειψη συμβάσεων για την κατασκευή έργων υποδομής έπληξε τον κλάδο τωνκατασκευαστικών εταιρειών που δεν είχαν καν αντικείμενο να υλοποιήσουν. Μετά την έξοδο από τα μνημόνια καιαπό την ενισχυμένη εποπτεία, και με την παράλληλη υλοποίηση προγραμμάτων χρηματοδότησης για έργαυποδομής (Προγράμματα Φιλόδημος, Τρίτσης, Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ κ.λπ.), παρατηρείται μία ανάκαμψηστον κλάδο των κατασκευαστικών. Έτσι, πλέον, το ανεκτέλεστο αποκτά ξανά πρακτική σημασία, αφού λειτουργείως ένας «κόφτης» στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων και ως ένα μέσο για τη δημιουργία μονοπωλίου στα μεγάλαδημόσια έργα. Για τον λόγο αυτό στο παρόν χρονικό σημείο αμφισβητήθηκε για πρώτη φορά το ανεκτέλεστοόπως έχει θεσπιστεί και λειτουργεί.
Το βασικό πρόβλημα τόσο στη διάταξη του άρθρου 100 του Ν 3669/2008, όσο και στην αντίστοιχη διάταξη τουάρθρου 64 του ΠΔ 71/2019, έγκειται στο ότι ο υπολογισμός του ορίου γίνεται αποκλειστικά με βάση την εγγραφήσε συγκεκριμένη τάξη πτυχίου στο ΜΕΕΠ και όχι με την οικονομική κατάσταση του προσφέροντος και δη μεσυγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες, όπως ισχύει στις εργοληπτικές επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στην7η τάξη, και κατ’ επέκταση δεν είναι δυνατό να αποδείξει ο προσφέρων την ευρωστία του, και άρα την ικανότητανα εκτελέσει τη σύμβαση, είτε αυτοτελώς είτε με στήριξη στις ικανότητες τρίτων. Καταλήγει, έτσι, να μην θεσπίζει κριτήριο χρηματοοικονομικής επάρκειας αλλά λειτουργεί ως υποχρεωτικός λόγος αποκλεισμού, χωρίς ναπαρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης της καταλληλότητας, θεσπίζοντας ένα αμάχητο τεκμήριο ακαταλληλότητας, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας (5), επαναφέροντας με τον τρόπο αυτό εμμέσως την εγγραφή σε τάξη ως όρο για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό, δημιουργώντας άμεσα εμπόδια εισόδου στην αγορά και στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού (6).
Παράλληλα το ανεκτέλεστο τίθεται ως προϋπόθεση συμμετοχής τόσο για τον προσφέροντα, όσο και για τα μέληένωσης και τους υπεργολάβους, και άρα αφενός μεν δεν επιτρέπεται η στήριξη στις ικανότητες τρίτων καιαφετέρου τίθεται εμπόδιο στη σώρευση δυνατοτήτων ή στη χρήση υπεργολαβίας, σε αντίθεση με τους σκοπούς της ενωσιακής νομοθεσίας (7).
Εξάλλου, η εν λόγω προϋπόθεση συμμετοχής τίθεται μόνο για τις εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ επιχειρήσεις και όχι για τις αλλοδαπές, κατά παράβαση της αρχής της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
Μάλιστα, με τον τρόπο που λειτουργεί, ακόμη και αν με την ενσωμάτωσή του στον όρο 22.Γ της πρότυπηςδιακήρυξης περί οικονομικής και χρηματαοοικονομικής επάρκειας ήθελε υποτεθεί ότι είναι δυνατή η στήριξη στιςικανότητες τρίτων σύμφωνα με τον όρο 22.Στ της πρότυπης διακήρυξης, ο δανεισμός αυτός είναι απρόσφοροςαφού περιορίζεται στις εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ επιχειρήσεις, για τις οποίες υπολογίζεται με συγκεκριμένοτρόπο το ανεκτέλεστο, μη δυνάμενης της στήριξης στις ικανότητες τρίτων επιχειρήσεων που είτε είναι εργοληπτικές αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ (λχ αλλοδαπές) είτε δεν είναι καν εργοληπτικές, παρά τογεγονός ότι δεν αποτελεί κριτήριο τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας. Αλλά και μεταξύ των επιχειρήσεωνπου είναι εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ η ενδεχόμενη δυνατότητα δανεισμού συνιστά απρόσφορο καιαναποτελεσματικό μέσο αφού, εν αντιθέσει με τα λοιπά κριτήρια ποιοτικής επιλογής, η δέσμευση τουανεκτέλεστου εκ μέρους του τρίτου χάριν της συμμετοχής μιας άλλης επιχείρησης θα αυξήσει το δικό τουανεκτέλεστο και θα οδηγήσει σε αδυναμία συμμετοχής του σε άλλους διαγωνισμούς, εφόσον υπερβεί τα όρια,γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά στη χρήση της δυνατότητας αυτής. Μάλιστα, και υπό την εκδοχή ότι μίαεπιχείρηση που είναι εγγεγραμμένη στο ΜΕΕΠ μπορεί να συμμετάσχει σε διαγωνιστική διαδικασία και νααναλάβει την εκτέλεση σύμβασης εφόσον αποδείξει ότι πληροί τις απαιτήσεις για την εγγραφή σε ανώτερη τάξη από αυτήν που αντιστοιχεί στα κριτήρια ποιοτικής επιλογής της διακήρυξης, η μονοσήμαντη σύνδεση τουανεκτέλεστου με εγγραφή σε τάξεις πτυχίου βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου και παραβιάζει το άρθρο 58 τηςΟδηγίας 2014/24/ΕΕ, αφού για να αποδείξει ένας οικονομικός φορέας την πλήρωση της εν λόγω απαίτησηςπρέπει να αποδείξει ταυτόχρονα ότι υπερπληροί όλα τα ζητούμενα από τη διακήρυξης τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, βρισκόμενος έτσι σε δυσμενή θέση έναντι των ανταγωνιστών του, και ιδίως ότι διαθέτειανθρώπινους και τεχνικούς πόρους πέραν από αυτούς που ζητούνται στη διακήρυξη, θεσπίζοντας εμμέσως και κατά παράβαση της Οδηγίας ένα πρόσθετο κριτήριο τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας (8). Σε περίπτωση, δε, στήριξης στις ικανότητες τρίτων, οι τρίτοι θα πρέπει να δεσμεύσουν ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους, κατάπαράβαση του άρθρου 63 παρ. 1 εδ. ζ΄ της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, αφού τίθεται πρόσθετη υποχρέωση για τηστήριξη στα κριτήρια που σχετίζονται με την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια, πέραν της από κοινούευθύνης προσφέροντος και τρίτου για την εκτέλεση της σύμβασης, καθιστάμενοι εκ του λόγου αυτού υπεργολάβοι (9).
Προς το συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν λειτουργεί ως κριτήριο οικονομικής και χρηματοοικονομικήςεπάρκειας οδηγεί και το γεγονός ότι κατά παράβαση του άρθρου 58 παρ. 1 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ τίθεται ωςόρος που συμπεριλαμβάνεται υποχρεωτικά στα έγγραφα της σύμβασης και δεν απόκειται στη διακριτική ευχέρειατης αναθέτουσας αρχής (10). Μάλιστα, με τον τρόπο που θεσπίζεται δεν συνδέεται με το αντικείμενο της σύμβασης,αλλά με την κατάσταση των υποψηφίων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν είναι ανάλογος με τοαντικείμενο της σύμβασης (11).
Όλες οι ανωτέρω σκέψεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ είναι ορθή και κινείται προςτην κατεύθυνση της ανάπτυξης του ανταγωνισμού και του ανοίγματος των δημοσίων συμβάσεων στις ΜΜΕ. Κατάτην άποψή μας η απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ πρέπει να αποτελέσει το έναυσμα για την τροποποίηση του ΠΔ 71/2019,αλλά και της εξουσιοδοτικής αυτού διάταξης, προκειμένου να προβλεφθεί εναλλακτικός τρόπος υπολογισμού τουανεκτέλεστου με βάση τους οικονομικούς δείκτες της επιχείρησης, με ταυτόχρονη ρητή πρόβλεψη ότι μπορεί νααποτελέσει αντικείμενο δανεισμού. Επιπλέον, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι η θέσπιση ή μη του συγκεκριμένουκριτηρίου επιλογής εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της αναθέτουσας αρχής και ότι εφόσον προβλεφθεί σταέγγραφα της σύμβασης θα ισχύει για όλους τους οικονομικούς φορείς και όχι μόνο για τους εγγεγραμμένους στοΜΕΕΠ. Απομένει να δούμε αν η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία θα συμμορφωθούν ή αν θα διατηρηθεί το«μεταβατικό» πλαίσιο στρέβλωσης του ανταγωνισμού.
1. Αποφάσεις ΔΕΚ της 13ης Ιουλίου 1972, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 48/71, EU:C:1972:65, σκέψη 7 και της 16ης Δεκεμβρίου 2010, SeydalandVereinigte Agrarbetriebe, C 239/09, EU:C:2010:778, σκέψεις 52 και 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία
2. βλ. ΔΕφΑθ 2685/1994, ΔΕφΑθ (Αν) 113/2018, ΜΠρΑθ 2825/2014, βλ. και ΑΣΕΠ Ολ 2/2020.
3. https://www.kathimerini.gr/economy/business/112859/parelthon-oi-technikes-etaireies-sfragida/
4. Βλ Έκθεση ΟΟΣΑ Αξιολόγηση Συνθηκών Ανταγωνισμού Ελλάδα, 2017 σελ. 82.
5. Απόφαση ΔΕΚ της 16.12.2008, C–213/07, Μηχανική ΑΕ EU:C:2008:731, σκέψη 62
6. Βλ Έκθεση ΟΟΣΑ Αξιολόγηση Συνθηκών Ανταγωνισμού Ελλάδα, 2017, σελ. 80.
7. Ως προς την υπεργολαβία βλ. απόφαση ΔΕΕ της 5ης Απριλίου 2017, Borta, C-298/15, EU:C:2017:266, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενηνομολογία και ως προς τις ενώσεις βλ. απόφαση ΔΕΕ της 28.4.2022, C-642/20, Caruter Srl, EU:C:2022:308, σκ. 42.
8. Απόφαση ΔΕΕ της 18ης Οκτωβρίου 2012, Édukövízig και Hochtief Construction, C-218/11,EU:C:2012:643, σκέψη 28.
9. ΣτΕ 170/2020, 1552, 1553 και 1612/2022.
10. Αποφάσεις ΔΕΕ της 26.1.2023, NV, C-403/21, σκέψεις 60 έως 62, της 31.3.2022, C-195/21, Smetna palata na Republika Bulgaria,σκέψεις 50 και 51
11. Απόφαση ΔΕΕ της 31.3.2022, C-195/21, Smetna palata na Republika Bulgaria, ECLI:EU:C:2022:239, σκέψη 48.
Βασίλειος Χατζηγιαννάκης, Δικηγόρος
Το άρθρο δημοσιεύτηκε σε: ΤΝΠ QUALEX, ΘΠΔΔ, 3/2023, σελ. 324 – 327